Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Ερωτήσεις













Τελικά το να έχει κανείς όλες τις απαντήσεις δε σημαίνει τίποτα. Ως λαμπερό παράδειγμα παραθέτω το γεγονός ότι ξέρουμε πλέον πως η απάντηση στη πιο σημαντική ερώτηση του σύμπαντος είναι "42". Αλλά, δυστυχώς, κανείς δεν θυμάται την ερώτηση.

Το οποίο και μας οδηγεί στο Κουνγκ Φου. Όχι στην πολεμική τέχνη αυτή καθ' αυτή αλλά στην τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας των '70 όπου ο Ντέηβηντ Κάραντάϊν έλεγε κάθε Τετάρτη στις 10 το βράδυ από την ΥΕΝΕΔ στους τίτλους της αρχής ότι: "Προσπαθώ όχι να ξέρω τις απαντήσεις αλλά να καταλαβαίνω τις ερωτήσεις".

Τι άλλο να πει κανείς μετά από αυτό!


Έ! όλο και κάτι θα βρω να πω...

Αυτό που προσπαθώ συνεχώς να εκφράσω, όπως και στην προηγούμενη ανάρτηση, είναι το ότι τίποτα αρνητικό, αφαιρετικό ή απόφθεγμα κριτικής δεν έφερε ποτέ τα αποτελέσματα που φέρνει η θετικότητα, η ευελιξία της σκέψης, η εύρεση κοινού χώρου μεταξύ διαφορετικών ιδεών. Έμφαση στην εύρεση κοινού χώρου αντί για υπογράμμιση των σημείων διαφωνίας.

Πριν τρείς-τέσσερεις μέρες μου άναψε ένας γλόμπος πάνω απ' το κεφάλι, που φώτισε μια άλλη οδό που μπορώ να ακολουθήσω για να το εκφράσω καλύτερα. Ο γλόμπος ήταν κάτι που έγραψε σε απάντησή του σε ένα σχόλιο στην ανάρτησή του Η Τελευταία Ομιλία Ενός Χαρισματικού Ανθρώπου ο Αθεόφοβος: Έγραψε: "εδώ έχουμε Ελληνική ΑΝΤΙκαρκινική Εταιρεία, ενώ οι αμερικανοί Αμερικανική Εταιρεία Καρκίνου"

Πράγματι, στα βαλκάνια ξεκινάμε από τον φόβο που οδηγεί στην αντίθεση. Όχι μόνο Βαλκάνια! Μεσόγειος! Η Ιταλία είναι Ολυμπιονίκης στο άθλημα. Η πρώτη λέξη στο οτιδήποτε είναι "όχι" και έχουν ανάγει σε επιστήμη να εξηγούν γιατί κάτι δεν γίνεται, και όταν προτείνεις λύση με χαρά αναλύουνε τα προβλήματα της λύσης μέχρι που σου έρχεται να τους πιάσεις απ' το γιλέκο και να αρχίσεις να φωνάζεις "Ξυπνήστε! Κουνηθείτε! Κάντε Κάτι!" Από τις πρώτες φράσεις που ζήτησα να μάθω στα Ιταλικά είναι η φράση: "Δεν με ενδιαφέρει το τι δεν μπορεί να γίνει. Με ενδιαφέρει το τι προτείνετε να γίνει!"


Και, μετά την συζήτηση με το ellinaki στην προηγούμενη ανάρτηση, σκέφτομαι: Λέμε, αφού πεθάνουμε δεν πάμε πουθενά, δεν υπάρχει θεός, το παπαδαριό εκμεταλλεύεται τους αφελείς, και λοιπά, γνωστά, βοήθειά μας, δίκιο μπορεί να έχουμε, αλλά σε τι ωφελεί η άρνηση για χάρη και μόνο της άρνησης. Είναι τόσα που η προσωπική εμπειρία του καθενός, μεταφυσική ή του δρόμου, είναι πολύ δύσκολο να εκφράσει με τις πεζές λεξούλες και ήχους που βγαίνουν απ' το στόμα μας:

Στην φούρια μας να βροντοφωνάξουμε την απάντηση, χάνουμε την ερώτηση.

Μα προτρέχω. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή με ορισμένα στοιχεία που θα με βοηθήσουν να εικονογραφήσω την πρότασή μου λίγο πιο κάτω, αν έχω ακόμα την προσοχή σας.

1974. Jonathan Livingstone Seagul. Το βιβλίο, όχι η ταινία. Προς το τέλος όταν ο Jonathan αφήνει τον μαθητή του Fletcher Seagul να συνεχίσει να διδάσκει τους νέους γλάρους, φεύγοντας ο Jonathan λέει στον Fletcher: "...μην τους αφήσεις να με κάνουνε θεό. Είμαι ένας απλός γλάρος σαν και αυτούς... απλά μ' αρέσει να πετάω..."

πρώτη καμπάνα.

1975. Λονδίνο, Hyde Park,  σαιζλόνγκ κοντά στην λίμνη: Διαβάζω το βιβλίο 2001 Η Οδύσσεια του Διαστήματος, μπας και βγάλω άκρη από το εσωτερικά ακαταλαβίστικο, αξεπέραστο αριστούργημα του Κιούμπρικ.

Η τέλεια γνώση αντιπροσωπεύεται με τέλειους αριθμούς που αντιπροσωπεύονται σε ένα όγκο τριών διαστάσεων με αναλογίες 1 προς 4 προς 9. Όταν  στην αυγή των αιώνων  ανθρωποειδής γενναιότερος φτάνει επί τέλους να την ακουμπήσει, την επομένη μέρα, χτυπώντας το κόκαλο μιας λεοπάρδαλης δεξιά και αριστερά καταλαβαίνει ότι η νεκρή λεοπάρδαλη μπορεί να συνεχίσει να σκοτώνει. Έχει στα χέρια του τώρα ένα όπλο που θα βοηθήσει το είδος του να επιζήσει την μεγάλη ξηρασία.

Και τελειώνει το κεφάλαιο ο Κλαρκ: "Αν και ήταν τώρα κυρίαρχος του κόσμου, δεν ήταν σίγουρος πιά θα ήταν η επόμενη κίνησή του. Αλλά κάτι θα σκεφτότανε".

Αργότερα, πολύ αργότερα, ένας άνθρωπος στην σελήνη τολμά πάλι να απλώσει το χέρι του να ακουμπήσει την τέλεια γνώση.

Και πάλι αργότερα, ανάμεσα στις σελήνες του Δία, ο αστροναύτης Ντέηβιντ Μπόουμαν πλησιάζει και πάλι το μονολιθικό μέλλον και περνάει από την Πύλη των Αστρων για να ζήσει όλες τις ζωές των ανθρώπων και να γεννηθεί ένα Έμβρυο ανάμεσα στα άστρα. "Εκτόξευσε την σκέψη του δια μέσου των ετών φωτός και επέστρεψε στη Γη".
 

Και τελειώνει το βιβλίο ο Κλαρκ: "Αν και ήταν τώρα κυρίαρχος του κόσμου, δεν ήταν σίγουρος πιά θα ήταν η επόμενη κίνησή του. Αλλά κάτι θα σκεφτότανε".

δεύτερη καμπάνα.








Στο ταξίδι προς τις σελήνες του Δία, ο Ντέηβιντ Μπόουμαν και ο Φρανκ Πουλ συζητούν ότι πρέπει να αποσυνδέσουν το κεντρικό κομπιούτερ, τον εγκέφαλο της αποστολής, HAL9000, γνωστό σαν Χαλ, για να κάνουν ορισμένα τεστ και να καταλήξουν στον λόγο για τον οποίο έκανε ένα λάθος. Αυτό που δεν ήξεραν είναι ότι ο Χαλ ήταν προγραμματισμένος με τον πραγματικό σκοπό της αποστολής. Επίσεις ήταν προγραμματισμένος να τους κρύβει την αλήθεια: να λέει ψέματα. 

Το πρόγραμμα του να ξέρει την αλήθεια και το πρόγραμμα του να προσποιείται ένα ψέμα δημιούργησαν στον υπολογιστικό εγκέφαλο του Χαλ ένα σύμπλεγμα το οποίο δεν μπορούσε να λύσει με την λογική. Ο Χαλ έπαψε να "σκέφτεται" σωστά, και έκανε το λάθος για το οποίο οι δύο αστροναύτες αποφάσισαν να τον αποσυνδέσουν να τον ελέγξουν και να τον επανασυνδέσουν μετά. 

Ο Χαλ έμαθε τα σχέδιά τους -αν και πήραν την προφύλαξη να συζητήσουν σε ένα ηχητικά απομονωμένο χώρο, ο Χαλ έβλεπε τα χείλη τους να κουνιούνται. Και τα διάβαζε. Μετά, ο Χαλ δολοφόνησε τον Φρανκ Πουλ και προσπάθησε να δολοφονήσει τον Ντέηβιντ Μπόουμαν ο οποίος όμως κατάφερε να αποσυνδέσει τελικά την χαλασμένη μηχανή.

Ο Χαλ έκανε λάθος γιατί δεν μπορούσε να ζήσει ταυτόχρονα την αλήθεια και το ψέμα.

Ο Χαλ σκότωσε γιατί υπερασπιζόταν την ζωή του σε αυτοάμυνα. "Η αποσύνδεση," γράφει ο Κλαρκ, "έστω και για λίγο, ήταν ένας ύπνος. Και ο Χαλ δεν είχε κοιμηθεί ποτέ, και δεν ήξερε ότι κάποιος μπορεί να ξυπνήσει από τον ύπνο. Για αυτόν, ο ύπνος ήταν θάνατος".

τρίτη καμπάνα.





Θυμάστε τις παλιές μαυρόασπρες τηλεοράσεις; Όταν την σβήναμε έκανε μια αχνή στιγμιαία λάμψη η οθόνη και μετά το φως γρήγορα εστιαζόταν στο κέντρο της οθόνης και έμενε εκεί σαν λαμπερή κουκίδα φωτός για λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να σιγοσβήσει.

Το φως και το σκοτάδι, το μαύρο και το άσπρο δεν υπάρχουν πραγματικά. Είναι απλά ο τρόπος που ο ανθρώπινος εγκέφαλος ζωγραφίζει για την φαντασία μας τον κόσμο από τις πληροφορίες που λαβαίνει όταν κύματα ενέργειας επηρεάζουν τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού και στέλνουν με το οπτικό νεύρο τα κατάλληλα στοιχεία στον εγκέφαλο.

Καταλαβαίνουμε τον κόσμο με φως και σκοτάδι. Με χρώματα. Με άσπρο και με μαύρο.

Όταν κοιμόμαστε χάνουμε την αίσθηση του χρόνου. Ένα όνειρο μπορεί να μας κάνει να νομίζουμε ότι το ζούμε σε διάστημα ωρών ή και ημερών, ενώ ο νευρολόγος που στέκεται δίπλα μας ξέρει ότι το όνειρό μας κράτησε μέσα στον εγκέφαλο μόνο τριάμισι λεπτά της ώρας.

Ας συνδυάσουμε το κλείσιμο της παλιάς μαυρόασπρης τηλεόρασης, το γεγονός ότι το φως και το σκοτάδι είναι ψευδαισθήσεις του εγκέφαλου, και το ότι χάνουμε την επαφή με την πραγματική ώρα και χρόνο όταν κοιμόμαστε.

Το σώμα πεθαίνει, η καρδιά σταματά, ο εγκέφαλος δεν δέχεται αίμα και οξυγόνο και σταματά. Ήρθε ο Θάνατος.

Ο εγκέφαλος κάνει περίπου τέσσερα λεπτά της ώρας να σταματήσει αφού σταματήσει η καρδιά.

Πια είναι λοιπόν η διαδικασία του σταματήματος του εγκεφάλου από την γωνία βλέψεως της συνείδησης την οποία περικλείει; Τι συμβαίνει αυτά τα τέσσερα λεπτά;

Προτείνω το εξής σενάριο:

Όταν σταματά η καρδιά, το πρώτο που συμβαίνει στον εγκέφαλο είναι να αρχίσει την διαδικασία ενός λήθαργου, σαν ύπνο. Ο λήθαργος θα γίνει βαθύς ύπνος, ο εγκέφαλος θα αρχίσει να νεκρώνεται έως να νεκρωθεί τελείως. Ο άνθρωπος είναι νεκρός. Το σώμα, ακόμη και αυτό το καταπληκτικό όργανο που του έδινε συνείδηση και προσωπική ύπαρξη, θα εξαφανιστεί με τα χρόνια.

Καθώς ο άνθρωπος που πεθαίνει μπαίνει στον επιθανάτιο λήθαργο και ύπνο αρχίζει να χάνει την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Η διαδικασία δεν έχει επιστροφή, ο ύπνος γίνεται βαθύτερος. Ας υποθέσουμε ότι καθώς η διαδικασία προχωρεί η συνείδηση του θνήσκοντος, αποκολλημένη από τον πραγματικό χρόνο συνεχώς όλο και περισσότερο χάνει την αίσθηση του χρόνου -σαν να διανύει σε κάθε βήμα την μισή απόσταση που απομένει, κι έτσι δεν φτάνει ποτέ, συνειδητά, στο τέλος -καθώς η συνείδηση χάνεται και εξαφανίζεται χωρίς να καταλαβαίνει την εξαφάνιση της.

Με αυτό το εικαστικό, ένας άνθρωπος που πεθαίνει μπορεί και να "ζήσει"  (σε εισαγωγικά) μια ολόκληρη "αιωνιότητα"
(σε εισαγωγικά) τα τελευταία 2-3 λεπτά καθώς θα χάνεται σε έναν τέλειο και τελικό ύπνο.

Και, όπως ρώτησε και ο Μπίλλυ Σαίηξπηαρ δια στόματος του πρίγκηπα της Δανίας:

"Τι όνειρα μπορεί να έρθουν, όταν πετάξουμε αυτό το εφήμερο σαρκίο;"

Καθώς ο λήθαργος προχωρεί και τα σύνορα ανάμεσα στην συνείδηση και υποσυνείδητο αρχίζουν να ανοίγουν, τα όνειρα αυτής της στιγμιαίας αιωνιότητας, βασισμένα στο αν υποσυνείδητα ο άνθρωπος πιστεύει ότι έχει διαπράξει εγκλήματα ή ότι έχει ζήσει μια καλή ζωή, θα γεμίσει αυτή τη τελευταία στιγμιαία αιωνιότητα με ενοχές και δυστυχία, ή με γαλήνη και ευτυχία.

Έτσι αυτός που πεθαίνει θα πάει για την αιωνιότητα στον παράδεισο ή τη κόλαση που μια ολόκληρη ζωή έχτισε στο υποσυνήδητό του για τον εαυτό του, για τα τελευταία τέσσερα λεπτά.

(και μια που κάποιος που είναι τόσο δυστυχισμένος ή απελπισμένος ώστε να αυτοκτονήσει, και αυτοκτονεί, πεθαίνει σε δυστυχία και απελπισία, λέει η θρησκεία ,για να βοηθήσει τον κόσμο να ζησει, ότι η αυτοκτονία σε στέλνει γραμμή στην κόλαση, μια που μόνο παράδεισο δεν θα βρείς καθώς έχεις φτάσει σε τέτοιο σημείο που δίνεις τέλος στη ζωή σου)


...γιατί όχι;

Όλες οι θρησκείες κάπου σε στέλνουν, από τον παράδεισο ή την κόλαση, σε κάποια μετεμψύχωση, σε κάποιο υπόκοσμο... Καμία μα καμία θρησκεία δε λέει ότι πεθαίνεις και σε τρώνε τα σκουλήκια, τέρμα. Αυτό είναι γιατί οι θρησκείες υπάρχουν μόνο επειδή υπάρχει μεγάλη ζήτηση για Ελπίδα.

Ειλικρινά πιστεύω, και κρίμα θα είναι να βρίσκομαι σε πλάνη, ότι την γνώση θα την ακουμπήσουμε μόνο μέσω της επιστήμης, αλλά, ο δρόμος για να καταλάβουμε τις πραγματικές ερωτήσεις, που μέχρι να έρθει ο καιρός της επιστήμης απαντούσε η φιλοσοφία, περνάει μέσα από την εικονογράφηση που προσέφεραν οι θρησκείες σε εκείνους που δεν είχαν την γνώση ή την επιστήμη να σκεφτούν ανεξάρτητα και λογικά.

Και πριν αποκλείσουμε τα παραμύθια πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν.


Αν ο Δημόκριτος κατάλαβε το άτομο 2.000 χρόνια πριν αποδείξουμε την ύπαρξή του δεν βλέπω γιατί άλλοι σαν αυτόν να μην κατάλαβαν άλλα, που τα ξέρουμε εμείς σήμερα, και να τα παρουσίασαν μέσα από τα μόνα παραμύθια που μπορούσε να πιάσει ο κόσμος.

Δεν βλέπω κανένα πρόβλημα με το να πω σε κάποιον:
- Πίστευε σε κάτι και πίστευε σ' αυτό το ένα πράγμα, μην αλλάζεις σαν ανεμόμυλος. Μη σκοτώσεις κανένα, αγάπα τους γονείς σου, αγαπάτε ο ένας τον άλλον, μη πηδάς τη γυναίκα του γείτονα, μη κλέβεις... και θα είσαι ευτυχισμένος καθώς θα πεθαίνεις. 
Δεν βλέπω τίποτα στραβό με το να τα πιστεύει κάποιος αυτά και να τα ακολουθεί χωρίς να έχει τις επιστημονικές και ιατρικές γνώσεις για να ξέρει να τα αναλύσει.


Αν η υπόθεση και σενάριο που έδωσα παραπάνω κρατάει νερό, τότε με ποιά μούτρα θα πούμε σε κάποιον Όχι, δεν υπάρχει ούτε κόλαση ούτε παράδεισος!


Όταν κάποιος με ρωτάει αν πιστεύω ότι υπάρχει μετά θάνατο ζωή, η πρώτη μου αντίδραση είναι να θέσω επί τάπητος την ερώτηση:

Εννοείς από το σημείο βλέψεως αυτού ο οποίος πεθαίνει, ή ενός παρατηρητή;






Η παλιά τηλεόραση κλείνει... το φώς στην άκρη του τούνελ;



ΥΓ. Φαντάζομαι τι σκέφτεστε: Ο Δημήτρης σκαρφίστηκε σοφιστείες για να νομίζει ότι θα πάει κάπου μετά θάνατον. Πλάνη! Πλάνη! Δεν πάμε πουθενά! Αγαπητοί μου, το παραπάνω εικαστικό δεν πιστεύω ότι ισχύει για μένα γιατί, για μένα, είναι συνειδητό, άρα θα το περιμένω, άρα δεν θα γίνει. Τα παραπάνω είναι μόνο γι αυτούς που πιστεύουν σε κάτι, και όχι στο τίποτα, για αυτούς των οποίων το υποσυνείδητο και όχι η συνείδηση θα λειτουργήσει καταλυτικά τα τελευταία 3-4 λεπτά... Για τους πτωχούς τω πνεύματι. Εγώ υπ' αυτάς τας συνειδητάς συνθήκας που θα πάω ιδέα δεν έχω. Πάντως, εδώ που είμαι ήδη είναι τόσο όμορφα, εδώ στο βουνό οι δυό μας. Εγώ δεν χρειάστηκε καν να πεθάνω για να πάω στον Παράδεισο...





Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Ιερωμένοι, παπάδες, και παπαδαριό.




Σε γνωρίζω από την όψη...
ή όχι;







Ο Γιούνγκ, ο κολλητός του Φρόϋντ, είχε πει, αν δεν κάνω λάθος, ότι "δεν έχω ασθενείς Ρωμαιοκαθολικούς, γιατί οι καθολικοί ήδη έχουν ψυχανάλυση επί 2.000 χρόνια που την λένε εξομολόγηση -η οποία κάνει την ίδια δουλειά με την ψυχανάλυση".

Για μας τους Ορθόδοξους -εντάξει: για όσους ανάμεσά μας είναι Ορθόδοξοι, η εξομολόγηση διαφέρει από την Ρωμαιοκαθολική, γιατί, αντίθετα με την Ρωμαιοκαθολική εξομολόγηση, σε 'μας δεν μπορείς να πας να γαζώσεις με ένα οπλοπολυβόλο μια οικογένεια και μετά να πας στον παπά, να πεις σόρυ, να απαγγείλεις 20 φορές το 'Αβε Μαρία και να σου αφεθούν αι αμαρτίαι, νά 'σαι σα νεογέννητο. Όχι. για μας είναι κάπως διαφορετικές αυτές οι λεπτομέρειες.

Είχα να εξομολογηθώ 35 χρονιά από τότε που μας φέρνανε παπάδες στο γυμνάσιο κάθε 2-3 χρόνια και πηγαίναμε ένας-ένας από την τάξη με σχετική άδεια από τον καθηγητή. Πήγα το πρωί και είπα τι είπα και γύρισα στην τάξη. Το απόγεμα ξαναπήγα σε άλλο παπά. Τι έχεις να εξομολογηθείς, με ρωτάει, σχεδόν τίποτα του λέω, τά 'πα όλα το πρωί στο συνάδελφό σας. Η μόνη αμαρτία από το πρωί και μετά είναι ότι ήρθα σε σας τώρα για σκασιαρχείο.

Και επί 35 χρόνια δεν χρειάστηκε να κάνει ο Θεός μέσω των αντιπροσώπων του τίποτα για την ψυχή μου που να μην μπορούσα να το κάνω μόνος μου. Μέχρι που ήρθε το καλοκαίρι του 2007.

Μόλις είχαμε θάψει την μητέρα και γιαγιά μας και για αυτές τις 4 μέρες είχαμε πάει σε ένα χωριό στην Εύβοια όπου πήγαιναν τον γιό μου ο παππούς του και η γιαγιά του τα καλοκαίρια. Από εκεί πήγαμε στην κηδεία και γυρίσαμε εκεί. Ήταν δεκαπενταύγουστο. Ήμουνα σε μια κατάσταση που θυμόμουνα μελαγχολικά την σύμβουλο στο Κολέγιο στην Αγγλία πριν 30 χρονιά και έλεγα αχ και να μπορούσα να κάτσω πάλι μαζί της να τα πούμε. Η επόμενη λύση θα ήταν ένας αναλυτής, αλλά αφ' ενός κοστίζουν λεφτά και αφ' εταίρου πρέπει να ξαπλώσεις, απ΄ότι έχω ακούσει σε πέντέξι καναπέδες πριν, αν είσαι τυχερός, βρεις κάποιον που ξέρει που παν τα τέσσερα και δεν σου σπαταλάει απλά την ώρα.

Η επόμενη λύση βγήκε μπροστά από τα μάτια μου μέσα από μια μαύρη μερσεντέ πίσω από την εκκλησία. Είχε φαίνεται πολλά φτερά στο κεφάλι του γιατί τον ακολουθούσε ένα σμήνος παπάδες. Πάω κατ' ευθείαν επάνω του. Συγγνώμη του λέω που δεν ξέρω ποιά είναι η κατάλληλη προσφώνηση για την θέση σας, αλλά θα ήθελα να μου πείτε σε ποιόν από τους συναδέλφους σας θα μπορούσα να εξομολογηθώ.

Ο αρχηγός με τα πολλά φτερά με κοίταξε με τα μάτια γουρλωμένα λες και είχε δει τον ήλιο να ανατέλλει από τη δύση. Ή να χιονίζει στην κόλαση. Γύρισε, κοίταξε το σμήνος που τον ακολουθούσε, διάλεξε έναν και του ανέθεσε να με εξομολογήσει. Νέος ήταν, καλός φαινότανε. Ακλουθώντας τον στην εκκλησία ήταν σαν να ακολουθούσα κοπέλα σε ξενοδοχείο απ' ότι θυμόμουν από τη νιότη μου. Μέσα στην εκκλησία πήγαμε και κάτσαμε σε μια γωνία, ούτε κεριά ούτε λιβάνια, λες και καθόμασταν σε καφενείο.

Τι θέλετε να μου πείτε, ρωτάει.

Να, του λέω. είμαι θορυβημένος και θέλω να το συζητήσω, γιατί έχω μέσα μου ένα πρωτόγνωρο τρομερό θυμό. Και ο θυμός αυτός είναι ακράτητος και εκφράζεται με μια μεγάλη επιθυμία να υπήρχε Θεός ο οποίος και να απέδιδε βιβλικά δικαιοσύνη στη μάνα του γιού μου, από την οποία είμαι χωρισμένος, κάνοντάς την να πεθάνει σιγά και επώδυνα -δεν έχω την παραμικρή όρεξη να πράξω εγώ για λογαριασμό του Θεού -δεν αξίζει καν αυτό το υποκείμενο να λερώσω τα χέρια μου για χάρη της. Και ξέρω ότι ούτε κανένας Θεός θα λερώσει τα δικά του. Αλλά με έχει θορυβήσει η ένταση αυτού του θυμού.

Τι έχει κάνει αυτό το άτομο, με ρωτάει. Του εξιστορώ σύντομα μερικά δειγματοληπτικά.

Ο Θυμός, μου λέει, είναι ο καθρεπτισμός του πανικού που γενιέται μέσα μας, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, όταν αισθανόμαστε αδύναμοι να επηρεάσουμε γεγονότα τα οποία επιδρούν άμεσα και αρνητικά πάνω στη ζωή μας. Ο θυμός είναι σαν όπλο μέσα μας που έρχεται να σκεπάσει τον φόβο. Αλλά δεν βοηθάει γιατί δεν κάνει τίποτα για να γιατρέψει τον φόβο. Μόνο που τον καλύπτει και μας φέρνει σε ακόμα μεγαλύτερη απελπισία. Για να απαλύνεις τον θυμό σου προσπάθησε να βρεις τρόπους με τους οποίους να ελέγχεις πιο αποτελεσματικά τη ζωή σου.

Τον κοίταξα σαν νά 'λεγα "είσαι σίγουρος ότι είσαι παπάς;"  χωρίς ούτε ξόρκια, ούτε Παναγίες, λες και ζητήσαμε λογαριασμό για τον καφέ, αφού τον ευχαρίστησα έφυγα με τη σκέψη, 'ε-ρε Γιουνγκ, ατσίδα! ήξερες τι έλεγες, γαμώ το! κι ήταν και τζάμπα! ούτε κερί δεν άναψα! Και την υπόλοιπη ημέρα αναρωτιόμουνα αν είναι πιο εύκολο να βρεις αναλυτή που να αξίζει ή παπά που να αξίζει. Και κατέληξα ότι πρέπει να υπάρχουν πιο πολλοί αναλυτές από παπάδες, μια που κι η κουτσή Μαρία έχει γίνει αναλυτής, και, μια που οι πιθανότητες να βρεις έναν προικισμένο άνθρωπό σε οποιοδήποτε δεδομένο τσούρμο είναι οι ίδιες, πρέπει να στάθηκα ιδιαίτερα τυχερός.

Και από την επομένη άρχισα μικρό βήμα μετά από μικρό βήμα να ξαναπαίρνω λίγο-λίγο τη ζωή μου υπό τον έλεγχό μου. Πρέπει κάπου να δούλεψε σωστά το πράγμα γιατί με τον καιρό συνειδητοποίησα ότι εφ' όσον κάθε μέρα της ζωής του συγκεκριμένου ατόμου είναι μια μίζερη δυστυχισμένη μέρα, το μόνο που είναι πρέπον να αισθάνομαι για πάρτη της είναι η ευχή του να ζήσει πολλά, πολλά χρόνια, να γίνει 120! Και ηρέμησα.

Μπορεί να στάθηκα τυχερός με τον αναλυτή μου από τη σχολή του Δόγματος της Νίκαιας, αλλά καταλαβαίνω ότι δεν είναι όλοι έτσι. Μάλιστα μπορώ να σας πω με σιγουριά κάτι που ίσως να μην είχατε ιδία ευκαιρία να προσέξετε, ότι οι παπάδες οι Ορθόδοξοι μέσα στην Ελλάδα είναι πολύ, μα πολύ διαφορετικοί από τους Ορθόδοξους παπάδες που γνώρισα στο εξωτερικό, και στην Αμερική, και στην Ιταλία. Μέχρι με κόρη παπά έβγαινα ραντεβού 2 χρονια πριν φύγω απ' την Αμερική, και από το κατηχητικό του γιού μου στη Μασαχουσέτη μέχρι τις ιστοσελίδες που φτιάχνω για τις εκκλησίες μας στην Ιταλία, και όλα τα χρόνια μου στην Ελλάδα, πιστεύω ότι έχω καλές δειγματοληπτικές ποσότητες για κάποια σύγκριση:

Στη δική μου εμπειρία, κατά κανόνα η μονολεκτική διαφορά είναι ότι έξω από την Ελλάδα είναι παπάδες οι άνθρωποι, και μέσα στην Ελλάδα είναι παπαδαριό. Ιερωμένοι δεν υπάρχουν ανάμεσα στους παπάδες περισσότεροι σε ποσοστά από όσους καλούς ανθρώπους και σωστούς επαγγελματίες βρίσκει κανείς σε κάθε επάγγελμα.




Με όσους λένε ότι δεν χρειάζονται οι παπάδες δεν διαφωνώ. Με όσους λένε ότι και παραδόσεις θα μπορούσαν να περνιόνται από γενιά σε γενιά σε πολιτιστικά κέντρα δεν διαφωνώ. Και νομίζω ότι πολλοί δεν θα διαφωνούσαν μαζί μου ότι ο "θεός" είναι το σύμπαν που μας γέννησε ομοούσιους με αυτό και μας εξέλιξε βάση των νόμων της φυσικής. Αλλά αυτά για όσους σκέφτονται έτσι -ή που μπορούν και διαλέγουν να σκέφτονται έτσι. Εκείνοι που δεν μπορούν ή δεν το διαλέγουν; εκείνοι που έχουν ανάγκη, ή προτιμάνε το παραμύθι για να κατευνάσουν τον θυμό του να ξέρεις ενδόμυχα ότι είσαι φτερό στον άνεμο; Εκείνους τι δικαίωμα έχουμε να τους αφαιρέσουμε τον παπά που κουτσά στραβά, καλώς ή κακώς είναι ο μόνος, που αν δεν τυχαίνει αγύρτης, έχει την πιθανότητα να τους βοηθήσει να βάλουν τάξη και λογική στη ζωή τους.

Έχουμε την διάνοια που μας δίνει το δικαίωμα να υπαγορέψουμε στους άλλους, ή να τους θεωρούμε υποδεέστερους της αφεντιάς μας, ή απλά να τους κλείνουμε έξω από τον κύκλο μας; Αν έμαθα ένα πράγμα στην Αμερική είναι ότι τίποτα αρνητικό, αφαιρετικό ή απόφθεγμα κριτικής δεν έφερε ποτέ τα αποτελέσματα που φέρνει η θετικότητα, η ευελιξία της σκέψης, η εύρεση κοινού χώρου μεταξύ διαφορετικών ιδεών...

Τώρα ξαφνικά θα κάνει το γιγαντιαίο βήμα η ανθρωπότητα που δεν έκανε από το τέλος των τελευταίων παγετώνων; Άστην τη ανθρωπότητα να βρει το δρόμο της καθώς βρίσκουμε ο καθένας τον δικό μας. Και ας διδάξουμε τα παιδιά μας, εποικοδομητικά και όχι αφαιρετικά, όχι τι δεν υπάρχει, αλλά πως να βρούν όλα όσα υπάρχουν... ώστε σιγά-σιγά όλο και περισσότεροι να μπορούν να στέκονται όρθιοι χωρίς δεκανίκια. Μα μην αποφασίζουμε και ρητορεύουμε για άλλους. "Μην κρίνεις για να μην κριθείς", είπε κάποιος μεγάλος ψυχαναλυτής -δεν νομίζω πως ήτανε ο Γιούνγκ.

Ούτε ο Φρόϋντ.



Μερικές φορές, ένα πούρο συμβολίζει ένα πούρο.





Σημ. τα παραπάνω μού 'ρθανε μετά από μια συζήτηση επί του θέματος με τον Δήμο επ' ευκαιρία μιας πρόσφατης ανάρτησής του.




Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ευχαριστούμε!








Όπως θά 'λεγε και ο Άρλο (Guthrie) ήτανε ένα Thanksgiving dinner that couldn't be beat!

Για τρίτη φορά κατεβήκαμε στην πόλη, στο σπίτι της γιαγιάς -επειδή όπως λέει το σχετικό ποίημα, το τραπέζι της Ημέρας των Ευχαριστιών, στην Νέα Αγγλία τουλάχιστον πρέπει να στήνεται στο σπίτι της γιαγιάς, και μαγείρευα όλη τη μέρα για 18 άτομα, την οικογένεια που μετά την δουλειά ήρθαν όλοι για το καθιερωμένο πλέον δείπνο που ετοιμάζει ο καινούργιος Αμερικανός συγγενής τους, που, χωρίς Thanksgiving  δεν κάνει!

Γαλοπούλα εξίμισι κιλά, φρέσκια. Γέμιση αυθεντική συνταγή Νέας Αγγλίας με ψωμί, κρεμμύδι, μαϊντανό και βούτυρο, τέσσερεις ώρες ψήσιμο, στην αρχή αλείφοντας και βούτυρο πάνω στην γαλοπούλα και μετά, κάθε 20 λεπτά χύνοντας πάνω της όλο το ζουμί από το ταψί.

Κάθε χρόνο κάθε σπίτι στην Αμερική αλλάζει για ποικιλία μερικά από τα άλλα πιάτα. Έκανα την καθιερωμένη σπεσιαλιτέ μου με κύβους μπέικον και παντσέτα τσιγαρισμένα σε λίγο λάδι, μετά φρέσκα κρεμμυδάκια, και όταν όλα αρχίσουν να χρισίζουν ανακατεύουμε μέσα τον ήδη βρασμένο αρακά. Μετά από λίγο το κολυμπάμε σε κρέμα γάλακτος μέχρι που να αρχίσει η κρέμα να δένει από το σιγοβράσιμο! Αριστούργημα με λίγα καρύδια από πάνω.

Γλυκοπατάτες Αμερικάνικες που λέγονται yams, πουρέ με βούτυρο και μοσχοκάρυδο, και επίσης βούτυρο, γάλα και μοσχοκάρυδο για τον κανονικό πουρέ.

Scalloped Corn,  είναι καλαμπόκι, το μισό ολόκληρα σπυριά και το άλλο μισό πολτοποιημένο, βρασμένα με βούτυρο,

Corn Bread, καλαμποκόψωμο,

και φυσικά ζελέ cranberries για την γαλοπούλα, που το Google τις μεταφράζει "φίγγι";! Cranberries είναι το κατ' εξοχήν προϊόν της Μασαχουσέτης, κάτι σαν βατόμουρα.

Ολόκληρες cranberries αναμιγμένες με κομμάτια ανανά, τυρί Philadelphia και καρύδα,

και περισσότερες cranberries με καρύδια, pecans (αμερικάνικοι μεγάλοι ξηροί καρποί), και κομμάτια πορτοκάλι!

Τα χλωμά πρόσωπα ήρθαν φέρνοντας και δικά τους παρασκευάσματα, και αυτή η τέλεια Αμερικάνική Thanksgiving εδώ στην Romagna της Ιταλίας, όπως και οι άλλες δύο που κάναμε, εμένα μου φάνηκαν πιό αληθινές, ζεστές, πραγματικές γιορτές και από τις 18 που είχα στην Νέα Αγγλία.








Σχετικά με τον μύθο και την αλήθεια της γιορτής είχα γράψει εδώ τον Απρίλιο.

Πριν αρχίσουμε το φαγοπότι μου ζητήσανε να πω μια προσευχή και είπα κάτι τέτοιο:

Είναι ωραίο πράγμα να μπορεί μια μεγάλη οικογένεια να μαζεύεται με τέτοιες ευκαιρίες, να μοιράζεται ο ένας την συντροφιά του άλλου, και όλοι μαζί να φχαριστιώμαστε όλα τα αγαθά που μας έφερε η ζωή και ο κόπος μας, που είναι η σοδιά μας. Και να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τις ευλογίες που δώσαμε τον υπόλοιπο χρόνο στην οικογένεια.

Άλλοι χειροκροτήσανε, άλλοι κάνανε τον σταυρό τους (εμείς ορθόδοξα φυσικά), και όλοι φάγανε, ήπιανε, και φχαριστηθήκανε!







Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Απεργία!











Η πρώτη δουλειά που έκανα στη ζωή μου ήταν απεργοσπάστης. Χωρίς να το ξέρω. Ήμουνα 16 και ο πατέρας μου μου είπε να πάω να τον βοηθήσω στο λογιστήριο στη μικρή ναυτιλιακή εταιρεία όπου δούλευε, γιατί το προσωπικό έφυγε. Δούλεψα δυό βδομάδες και μου είπαν ότι έβγαζα την δουλειά τριών. Στο τέλος οι πλοιοκτήτες πρόσφεραν 1.500 δραχμές στον πατέρα μου για μένα και δόξα τω Θεώ δεν τις δέχτηκε και έμεινα απλήρωτος. Δόξα τω Θεώ γιατί αν είχα κερδίσει λεφτά θα με έπιανε πανικός αργότερα όταν έμαθα ότι τα παιδιά του λογιστηρίου κάνανε απεργία. Απλήρωτος για αυτό που έκανα, έστω και χωρίς να το ξέρω όταν το έκανα, τουλάχιστον δεν με έπιασε πανικός. Απλά θυμός και ντροπή μέχρι σήμερα.

Ένα χρόνο αργότερα έπιασα για 4 βδομάδες την πρώτη μου τίμια δουλειά που πλήρωνε κιόλας. Το καλοκαίρι της 5ης γυμνασίου με είχαν στείλει στο Λονδίνο για 5 βδομάδες να δω αν μ' αρέσει για να πάω να σπουδάσω του χρόνου. Την δεύτερη βδομάδα, για να δω αν μπορώ να επιζήσω σαν άνθρωπος γύρισα τα εστιατόρια της γειτονιάς κι έπιασα δουλειά λαντζέρης με μισή λίρα την ώρα. Την τέταρτη βδομάδα με αφήσανε να σερβίρω και να παίρνω πουρμπουάρ. Πριν πάω στο αεροπλάνο πέρασα από την Κάρναμπυ στρητ και πείρα με τα εισοδήματά μου ένα δερμάτινο μπουφάν πιλότου που έδωσα στον γιό μου μόλις του έκανε, τριάντα χρόνια αργότερα. Το φόρεσε σαν πραγματικός πιλότος σε μερικές πτήσεις, αλλά μεγάλωσε 15 εκατοστά πιο ψηλός από εμένα και δεν του κάνει πια...

Έδωσα στον γιό μου απ' την αρχή ότι μπορούσα, από Περικλή και Σένεκα ως Βολταίρο και Μαρξ, Ντίκενς, Ντισραέλι, Λίνκολν και Ρούσβελτ (και τους δύο Ρούσβελτ) και δε συμμαζεύεται συμπεριλαμβανομένων φυσικά του Φρανκλίνου του Τζέφερσον του Μπόμπυ Κέννεντυ, και από την νεώτερη Ελλάδα, ψάχνοντας για κάποια ηθική βάση, αν υπήρχε, είχαμε βρει τα ονόματα Λαμπράκης και Παναγούλης –πριν καν κλείσει τα οκτώ του χρόνια.

Αλλά φαίνεται με άκουγε καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Μια μέρα όταν πήγαινε Δευτέρα δημοτικού γύρισα σπίτι, στην Μασαχουσέτη, και η μάνα του, έξω φρενών, μου είπε στην πόρτα να πάω να περιποιηθώ τον γιό μου. Γιατί λέω; Δεν θέλει να πάει σχολείο αύριο, μου απαντάει. Γιατί, ρωτάω; Κάνει απεργία! φωνάζει η μάνα του.

Πάω στο δωμάτιο του παιδιού χτυπάω την πόρτα, απαντάει και μπαίνω μέσα. Τώρα, μιλάμε για μια συζήτηση μεταξύ τριανταεννιάχρονου μπαμπά και οχτάχρονου γιου, στο Νόρτον της Μασσαχουσέτης:

- Πας πάει; ρωτάω.
- Καλά, μου λέει, αλλά σκέφτομαι τι να κάνω.
- Έγινε τίποτα ιδιαίτερο;
- Ναι. Σκεφτόμουνα αυτά που μου έχεις πει, πως να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας, και είπα στο σχολείο ότι κάνω απεργία.
- Αν αυτός ήταν ο μόνος δρόμος που σου έμενε... Αλλά πως φτάσανε τα πράγματα τόσο μακριά;
- Κάναμε φασαρία στην τάξη.
- Ποιός δεν κάνει...
- Και η δασκάλα για τιμωρία δεν μας άφηνε να βγούμε διάλλειμα.
- Πόσες φορές;
- Δυό βδομάδες τώρα. Το διάλλειμα είναι δικαίωμά μας, δεν είχες πει;
- Απαραίτητο και αναφαίρετο! Τι έκανες λοιπόν;
- Έγραψα ένα γράμμα που παρακαλούσα την δασκάλα αν πρέπει να μας βάλει τιμωρία να βρει κάποια άλλη τιμωρία γιατί το διάλλειμα το χρειαζόμαστε.
- Και της το έδωσες;
- Όχι. Πρώτα ζήτησα απ όλα τα παιδιά να το υπογράψουνε μαζί μου και το υπογράψανε όλοι εκτός από δύο που φοβόντουσαν. Μετά της το έδωσα.
- Μπράβο σου Κώστα. Είμαι υπερήφανος για σένα.
- Μόλις το διάβασε το έσκισε, το πέταξε στο καλάθι και ρώτησε τα παιδιά γιατί το υπογράψανε. Είπανε ότι το υπογράψανε για πλάκα. Μου είπε να μην το ξανακάνω και με έβαλε διπλή τιμωρία. Στο τέλος της μέρας όταν μου είπε να της υποσχεθώ ότι δεν θα το ξανακάνω της είπα ότι δεν μπορώ να το υποσχεθώ... και της είπα ότι θα κάνω απεργία.
- Μάλιστα. Τι άλλο νά ‘κανες. Και συμφωνώ μαζί σου ότι δεν πρέπει να δίνουμε υποσχέσεις για κάτι που ξέρουμε ότι δεν είναι σωστό. Τώρα τι βλέπεις να γίνει;
- Δεν ξέρω. Η μαμά είναι θυμωμένη.
- Η απεργία είναι δύσκολο πράγμα. Κατ’ αρχάς χρειάζεται να συνεννοούνται οι δύο πλευρές και να διαπραγματεύονται, να συμφωνήσουν πως να τελειώσει το θέμα.
- Και πως συνεννοούνται;
- Να, συναντιούνται με αντιπροσώπους... Έη!!! Θα μου επέτρεπες να σε αντιπροσωπεύσω εγώ;
- Μπορείς μπαμπά;
- Δεν τό ‘χω ξανακάνει, αλλά αν θέλεις θα το προσπαθήσω.

Την επομένη καθόμουνα μπροστά στη Διευθύντρια και τη δασκάλα, οι τρείς μας.
- Ο Γιός μου κάνει απεργία ακολουθώντας τις διδαχές μου του πως και γιατί να υπερασπιζόμαστε τη θέση μας όταν μας παίρνουν αυτά που δικαιούμαστε. Τι λέτε να κάνουμε να λήξει αυτή η υπόθεση;

Ο Κώστας γύρισε στο σχολείο την επομένη και η δασκάλα ποτέ δεν τους ξαναπήρε το διάλλειμα ούτε έβαλε κανέναν τιμωρία για το συμβάν. Μου το θύμησε κι αυτό πρόσφατα από το τηλέφωνο. Στα 8 του, είχε κρατήσει το κεφάλι του ψηλά... Μα θα μου πείτε, εκεί είναι Αμερική. Δε βαριέσαι... οι άνθρωποι πονάνε το ίδιο παντού, σε οποιαδήποτε ηλικία, και το αίμα όλων είναι κόκκινο.

Αυτό που είναι πιο ενδιαφέρον σ' αυτή την ιστοριούλα δεν είναι τόσο το συγκεκριμένο θέμα και οι χειρισμοί, αλλά το ότι, όπως λέει σήμερα ο γιός μου, το περιστατικό αυτό αντί να τον κάνει να αισθάνεται μόνος σε ένα κόσμο μεγάλων, τον έκανε να αισθανθεί ότι το μυαλό του και η καρδιά του μέτραγαν για κάτι σε ένα κόσμο που τον μοιραζότανε με τους μεγάλους.

Ποτέ δεν είδα τα παιδιά, τον γιό μου ή οποιονδήποτε άλλο ή άλλη σαν "παιδιά". Πάντα τους μικρούς ανθρώπους τους βλέπω σαν ανθρώπους ίσους με μένα, σαν και εμένα, μόνο που εγώ έχω πιο πολλές ιστορίες να πω, λόγο περισσότερου χρόνου στη γή, και αν τις πω σωστά μπορεί να τους βοηθήσω να δουν κάτι πιο σύντομα από ότι το είδα εγώ, και αυτό να τους δώσει χρόνο να φτάσουν μακρύτερα.

Εγώ πάλι μεγάλωνα με την εντύπωση ότι είμαι ένα παιδί ο σκοπός του οποίου ήταν μια μέρα να αξίζει να γίνει δεκτός στον κόσμο των μεγάλων. Ήταν η Ελληνική πραγματικότητα όπου 30 και 40 χρονών γονείς το έπαιζαν στα μάτια των παιδιών Θεοί Κριτές. Από τότε εγώ ελπίζω ότι μια μέρα θα γίνω και εγώ μεγάλος, αλλά, κάτι πρέπει να κάνω στραβά γιατί ακόμη ένα παιδί βλέπω στον καθρέφτη... με γκρίζα γένια..













Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Χωρίς Λόγια



Στην προ-περασμένη ανάρτηση, Ο Δεκάλογος του Κ.Ο.Κ Αθηνών και πάσης Ελλάδος, εξερευνήσαμε τα πιο ευαίσθητα σημεία της ταύτισης των Ελλήνων οδηγών με την περήφανη Ρωμαίικη κληρονομιά τους.

Αλλά, οι προσπάθειες της ανύπαρκτης τροχαίας μας να ελέγξουν εκείνους των οδηγών οι οποίοι, ω μη γένοιτο, κατά λάθος, πηγαίνουν με 190 αντί για 90 χιλιόμετρα την ώρα, πως συγκρίνονται με τις προσπάθειες μιας δύναμης τροχαίας άλλου Ευρωπαϊκού κράτους, πχ., της γειτονικής Ιταλίας:



Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα ;

Polizia Stradale, Italia
(χωρίς λόγια)






































Σημ. Ουδέν θύμα. Μόνο ένας από τους αστυνομικούς έσπασε ένα πλευρό.





Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Κάμελοτ







Όταν μίλησε ο John Kennedy, στο δείπνο που είχε παραθέσει προς τιμή του ο Ντε Γκωλ, ξεκίνησε λέγοντας:

"Είμαι ο άντρας που συνόδευσε την Τζακλύν Κέννεντυ στο Παρίσι".

Μετά την δολοφονία του, η γυναίκα του είπε, συνδέοντας για πάντα τον άντρα της με την αγαπημένη του μυθολογία:

"Θα υπάρξουν μεγάλοι πρόεδροι ξανά... αλλά δεν θα υπάρξει ποτέ άλλο Κάμελοτ".

Εννοούσε το τελευταίο τραγούδι από μία παράσταση του Μπρόντγουέη το οποίο ο πρόεδρος Kennedy αγαπούσε και άκουγε συχνά το βράδυ στο διαμέρισμά τους στον Λευκό Οίκο:

Don’t let it be forgot
That once there was a spot
For one brief, shining moment that
was known as Camelot.

Και έτσι τα χρόνια των Kennedy στον Λευκό Οίκο έμειναν στις καρδιές των Αμερικανών (και την δικιά μου) σαν τα χρόνια του Κάμελοτ.

 




25 Νοεμβρίου, 1963
ο γιός του Τζακ και της Τζακλύν, που η Αμερική είχε ονομάσει χαϊδευτικά John-John, χαιρετά για τελευταία φορά τον πατέρα του στην κηδεία του στη Ουάσινγτον, ο οποίος είχε δολοφονηθεί στο Ντάλλας του Τέξας στις
22 Νοεμβρίου, 1963





ΥΓ. Στην Αμερική, μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις ήταν "Που ήσουν όταν άκουσες ότι δολοφονήθηκε ο Κέννεντυ;" Ένα Ελληνόπουλο από Έλληνες γονείς που μεγάλωνε στο Φάληρο, και ήταν εκείνη τη μέρα κοντά στα πέμπτα του γενέθλια, στην Ελληνική του πραγματικότητα, ένα ολόκληρο κόσμο μακριά από το Ντάλλας του Τέξας, θυμάται ακριβώς που ήταν και τι έκανε όταν το άκουσε. Αυτό και μόνο πρέπει να είναι μια ένδειξη του πόσο σημαντικό για τον κόσμο ήταν το πρόσωπο του Τζων Φιτστζέραλντ "Τζακ" Κέννεντυ.


ΥΓ2. Το λαϊκό φολκλόρ έχει βγάλει πάμπολλα σενάρια συνομωσίας σχετικά με την δολοφονία του, την οποία η Warren Commission απεφάνθη ότι διέπραξε μόνος του ο Lee Harvey Oswald. Πολλοί αποδίδουν ενοχή στην CIA, στη μαφία, και στο στρατιωτικό-βιομηχανικό μηχανισμό. Η γνώμη μου είναι ότι εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να ήταν ο Oswald μόνος του, αλλά σε συνεργασία με λίγους άλλους φανατικούς, πιθανότατα από την Νέα Ορλεάνη. Η κυβέρνηση, CIA, στρατός απλά έκαναν ότι έκαναν και στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001: τίποτα. Τελεία ανικανότητα μιας κοντόφθαλμης γραφειοκρατίας. Το ότι όλοι στην κυβέρνηση και στις ένοπλες δυνάμεις ήταν τσαντισμένοι με τον Κέννεντυ λόγω Κούβας και Βιετνάμ (απέτυχε στην κατάληψη της Κούβας και ήθελε να αποσύρει τις ΗΠΑ από το Βιετνάμ) δεν βοήθησε να τον έχουν και πολύ ζεστά υπό αποτελεσματική προστασία.

ΥΓ3. ...πάντως, το ότι δεν έγινε πυρηνικός πόλεμος τον Οκτώβριο του 1962 το οφείλουμε κυρίως στους χειρισμούς του Τζακ, και του Μπόμπυ.


 

 


Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Ο Δεκάλογος του Κ.Ο.Κ.










Σήμερα θα ασχοληθούμε με διευκρινήσεις και διαλευκάνσεις τυχόν σκοτεινών σημείων στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας Αθηνών και πάσης Ελλάδος.



1. Σηματοδότες: Είναι λανθασμένη η άποψη ότι το πράσινο σημαίνει "πέρνα", το πορτοκαλί "πέρνα γρήγορα" και το κόκκινο "πέρνα γρήγορα με κλειστά τα μάτια". Η σωστή ερμηνεία είναι:
- για το κόκκινο "πάτα φρένο γερά",
- για το πορτοκαλί "πάτα φρένο και γκάζι εναλλακτικά, δυό τρείς φορές", και,
- πράσινο: "κορνάρισε".
(Οι σηματοδότες και άνωθεν οδηγίες δεν αφορούν τους μοτοσικλετιστές και ποδηλάτες.)

2. Τροχαία και Αστυνομία: Δύο σώματα που καταδυνάστευαν τους αυτοκινητιστές, φορτηγατζήδες, μοτοσικλετιστές και ποδηλάτες μέχρι και το τέλος των χρόνων της Χούντας.
Τώρα, ηθοποιοί ντυμένοι με τις στολές Τροχαίας και Αστυνομίας στέκονται σε καίρια σημεία πράττοντας μηδέν για να θυμίζουν στους πολίτες το πολύτιμο δώρο της απολύτου προσωπικής ελευθερίας το οποίο απολαμβάνουν σήμερα.





3. Κόρνα ή κλάξον: Ηχηρός μηχανισμός χρησιμοποιούμενος για τον συμβολισμό της προσωπικής ελευθερίας λόγου και ιδεών.

4. Προτεραιότητα πεζών και αυτοκινήτων:
- Αν είσαι πεζός, προτεραιότητα έχουν οι πεζοί.
- Αν οδηγείς αυτοκίνητο, προτεραιότητα έχουν τα αυτοκίνητα.
- Αν οδηγείς φορτηγό, προτεραιότητα έχει η τσέπη σου.
(Θέματα προτεραιότητας δεν αφορούν τους μοτοσικλετιστές και ποδηλάτες).

5. Όριο ταχύτητας: Το ανώτατο όριο στο οποίο μπορεί να επιταχυνθεί οποιοδήποτε συγκεκριμένο αυτοκίνητο, φορτηγό, ή μοτοσυκλέτα, βασισμένο στο μέγεθος της μηχανής του, και άλλων, λειτουργούντων ή μη, οργάνων του σώματος.





6. Πινακίδα "STOP" σε διασταύρωση:
- Έχεις πινακίδα "STOP": Πέρνα Ελεύθερα,
- Δεν έχεις πινακίδα "STOP": Πέρνα Ελεύθερα, οποιαδήποτε ζημιά θα την πληρώσει ο άλλος οδηγός.


7. Διαγράμμηση σε οδούς διπλής κατευθύνσεως:
- Μία λωρίδα διακεκομμένη: "επιτρέπεται η προσπέραση".
- Μία λωρίδα διακεκομμένη και μία συνεχής: "επιτρέπεται η προσπέραση με αναβόσβημα προβολέων".
- Δύο λωρίδες συνεχείς: "επιτρέπεται η προσπέραση με αναβόσβημα προβολέων και χρήση κόρνας".
- Δύο λωρίδες συνεχείς και αυτοκίνητο μπροστά που κοστίζει λιγότερο από το δικό μας: "επιτρέπεται η προσπέραση με αναβόσβημα προβολέων, χρήση κόρνας και μούντζα".

8. Ασφαλιστική κάλυψη: Απαραίτητη οικονομική κάλυψη σε περίπτωση που οποιοδήποτε ατύχημα είναι δική μας ευθηνή. Εξ' ορισμού, ασφαλιστική κάλυψη υποχρεούται να έχει μόνο ο άλλος οδηγός.





9. Παρκινγκ: Χώροι μεταξύ κτηρίων και δρόμων όπου:
- προς την μεριά του δρόμου, μπορούν να παρκάρουν αυτοκίνητα με τις δύο μόνο ρόδες πάνω στο δρόμο και τις άλλες δύο στο παρκινγκ, και,
- προς την μεριά των κτηρίων ελεύθερη διέλευση μοτοσυκλετών, οι οποίες, αν επιθυμούν να σταματήσουν μπορούν να το κάνουν ακουμπισμένες στα κτήρια.

10. Φλας: μικρό αλλά δυνατό λαμπάκι πάνω σε φωτογραφική μηχανή για νυχτερινές φωτογραφίες.











Η ανάρτηση αυτή, αν και την είχα τελειώσει χτες, δίδεται ως homage σε αυτή την ανάρτηση από το ellinaki.



 
Εν τω μεταξύ, ήθελα να είχα αφήσει την Καρδίτσα για λίγο παραπάνω, οπότε αν την ψάχνετε είναι εδώ.





Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Απ' την Καρδίτσα με αγάπη.








Συνήθως ο κόσμος θυμάται τη χούντα κατά τις 21 Απριλίου. Εγώ περιέργως την θυμάμαι πιο πολύ κατά τις 17 Νοεμβρίου -γιατί τότε, το '73, ήμουνα πια 15 και όλα όσα συνέβησαν έδωσαν νόημα και εστίαση σε όσα είχα πάρει σα δεδομένα, μεγαλώνοντας, από τα 8.

Δεν είχε πια στα ενοχλητικά επίκαιρα πριν από την ταινία τον φαλακρό με το μυστρί. Και κάτι μου έλεγε ότι αν ήμουνα λίγο μεγαλύτερος και ήξερα το '67 αυτά που άρχισα να καταλαβαίνω το '73, θα ήταν η ζωή πολύ διαφορετική, και μπορεί να με είχε βρεί ο Νοέμβριος μέσα στο Πολυτεχνείο, είτε είχα μάθει να τον λέω Νοέμβριο, είτε Νοέμβρη.

Η Χούντα για μένα είναι ταυτισμένη με γεγονότα και πραγματικότητες που έζησα άμεσα με τους γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν 33 χρονών όταν στήθηκε το φανταράκι πάνω στη φωτιά μπροστά στο φοίνικα. Κι εγώ θυμάμαι το πρωινό που δεν είχε έρθει το πούλμαν να με πάει στο σχολείο, και όλοι οι μεγάλοι της γειτονιάς μιλούσαν βαρυσήμαντα στον δρόμο -ο πατέρας μου με έστειλε στο σπίτι "να πω στη μαμά ότι έγινε δικτατορία". Δεν ήξερα τι της έλεγα της μάνας μου αλλά σκεφτόμουνα ότι οτιδήποτε κάνει το πούλμαν να μην έρθει να με πάει στο σχολείο δεν μπορεί να είναι κακό.

Μετά καμιά δυό ώρες μάθαμε ότι το πούλμαν θα ερχόταν αύριο κανονικά, και λέω στη μάνα μου, μαμά, η δικτατορία τέλειωσε! και τότε κατάλαβα ότι η δικτατορία πρέπει να ήταν κάτι άλλο, γιατί της μάνας μου το πρόσωπο έγινε άσπρο ακούγοντάς με και μου είπε ταραγμένα αλλά στοργικά να μην ξαναπώ τέτοιο πράγμα δυνατά. Και από τότε, και για εφτά χρόνια, το καλοσκεπτόμουνα πριν πω οτιδήποτε δυνατά.

Οι γονείς μου δεν ήταν πολιτικοποιημένοι, και ο ακτιβισμός γι αυτούς ήταν μια σκάλα παρακάτω από το να διασχίζεις τη λεωφόρο Συγγρού με κλειστά τα μάτια. Δεν ήταν ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί, και το κέντρο ήταν καλύτερο από τα δύο πρώτα αλλά λόγο γεωγραφίας, όχι ιδεολογίας. Η μόνη τους πολιτική ιδεολογία ήταν να κρατάνε τους τρείς μας ασφαλείς. Αισθανόντουσαν ασφάλεια με τον Καραμανλή, ανασφάλεια με τον Παπανδρέου και τρόμο με τον εθνοσωτήρα που μας έβαλε στο γύψο.

Ο πατέρας μου στα 33 είχε μια πολύ καλή θέση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Τη μισή διαγράμμιση στους δρόμους Αθηνών και περιχώρων τις είχε κάνει το κίτρινο φορτηγό με μένα να κρέμονται τα πόδια μου από πίσω καθώς με είχαν για μασκότ τα παιδιά του Υπουργείου.

Με τον Μάιο του '67, τα καινούργια αφεντικά πήγαν στο γραφείο του πατέρα μου στο υπουργείο και του είπαν ότι έκανε την δουλειά του πολύ καλά και τον θέλανε να μείνει και να συνεχίσει. Και για να γίνεται και κουβέντα, φιλαράκια που είχαν γίνει πέντε λεπτά τώρα με τον πατέρα μου, άρχισαν να τον ρωτούν να τους πει την γνώμη του και τι είχε ακούσει για άλλους συγκεκριμένους υπαλλήλους.

Ο μπαμπάς μου, που ήτανε ο καλύτερος και πιο δυνατός μπαμπάς του κόσμου, τους εξήγησε ότι για τον εαυτό του να τους πει ότι θέλανε αλλά για άλλους δεν είχε δουλειά να μιλάει.

Κι έτσι ο πατέρας μου πήρε δυσμενή μετάθεση στην Καρδίτσα.

Εκεί, σ' ένα ξενοδοχείο στην Καρδίτσα, με βρήκε ο Άη Βασίλης με το που μπήκε το '68 και άφησε τα δώρα κάτω από το κρεβάτι μου, στο ξενοδοχείο.

Όταν συστήνανε τον πατέρα μου στους ντόπιους, όλοι καθώς του έσφιγγαν το χέρι, του λέγανε ότι είχαν κιόλας ακούσει γι αυτόν, ότι τον είχε δει κόσμος να κρατάει το χέρι της γυναίκας του καθώς περπατούσαν στην κεντρική πλατεία. Το κράτημα χεριού δημοσίως, έστω και συζύγου, ήταν αξιοσημείωτη πράξη...

Για το σχολείο στο οποίο με στέλναν με το υστέρημά τους μείναμε η μάνα μου κι εγώ στην Αθήνα, στο Παλιό Φάληρο, και ο πατέρας μου, με το παλιό γαλάζιο Σίμκα 1000 πηγαινοερχόταν να είναι μαζί μας Σάββατο απόγευμα με Κυριακή χαράματα. Και έβρεχε ή χιόνιζε το Σιμκάκι έκανε τις διαδρομές... κι όταν καμιά φορά ήμουνα κι εγώ μέσα σταματούσαμε έξω από τη Λαμία, χαράματα, σε μια στάση καφενέ που ο ιδιοκτήτης είχε ένα λύκο σ' ένα κλουβί και πίναμε γάλα για πρωινό.

Αν και έμεινα με την μητέρα μου στην Αθήνα, η πρώτες εντυπώσεις από τα χρόνια της δικτατορίας ήταν η ζωή μας στην Καρδίτσα. Η πόλη, οι άνθρωποι, ο Θεσσαλικός κάμπος, το μεγάλο φράγμα σε μια τεχνητή λίμνη πάνω στα βουνά. Μέχρι και το Παυσίλυπο θυμάμαι που ήταν το πάρκο, και φυσικά την κεντρική πλατεία όπου κρατούσα τα χέρια και των δυό τους!

Στο σχολείο είχαμε λέσχη το Σάββατο μετά το τέλος της ημέρας. Και όσοι μέναν στη λέσχη τους έπαιρναν οι γονείς στις 7 το βράδυ. Κατά τις 7 πάντα το σιμκάκι έσκαγε μύτη από τη γωνία καθώς ο πατέρας μου κατέφτανε από την Καρδίτσα να με πάρει. Θυμάμαι μια φορά κάτι που μου είχε κάνει πολύ εντύπωση. Είχε αργήσει και είχα μείνει μόνος μου με δυό δασκάλους να με φυλάνε. Όταν με ρώτησαν που είναι ο πατέρας μου τους απήντησα περήφανα ότι ερχόταν από την Καρδίτσα. Κι εκείνοι και οι δύο λυθήκανε στα γέλια.

Κατά το '69 είχε γίνει δυσβάστακτη η Καρδίτσα που άφηνε την μάνα μου μακριά από τον πατέρα μου, και τον πατέρα μου μακριά από τη μάνα μου, και εμένα μακριά από τον πατέρα μου , και το σιμκάκι έπνεε τα λοίσθια -αν και κατάφερε ο πατέρας μου να το κουνάει μέχρι το '76! Και το '69 πια ο πατέρας μου είχε αρχίσει να αναγκάζεται να δανείζεται από το χαρτζιλίκι που μου έδινε η μητέρα του, για τον εγγονό της, για να βάζει βενζίνη στο σιμκάκι.

Κι έτσι παραιτήθηκε το καλοκαίρι του '69 και άρχισε να παλεύει από δουλειά σε δουλειά μέχρι που έριξε άγκυρα το '75 στα λογιστήρια του Πειραιά.

Και για τους λόγους αυτούς, κάθε 17 Νοεμβρίου θυμάμαι την Καρδίτσα.

Και πως και γιατί τελικά δεν έγινα Καρδιτσιώτης.







ΥΓ. Η Καρδίτσα εμφανίστηκε στη ζωή μου ξανά το 1997 όταν ανακάλυψα το Ελληνικό μπακάλικο του κυρ Νίκου στο Μπρόκτον της Μασαχουσέτης, όπου έφτιαχνε, σπιτικά, τα καλύτερα Καρδιτσιώτικα λουκάνικα που είχα φάει ποτέ -ακόμα και στην Καρδίτσα!