Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Θεάματα










Όταν λείπει ο άρτος, εντείνεται το θέαμα. Για να σε κάνουνε να ξεχάσεις τον άρτο. Η ιδέα ήρθε από το Χόλυγουντ: Κοιτώντας το ακροατήριο μιας ταινίας βλέπεις τον κόσμο με το ένα χέρι να μπενοβγαίνει σε κάποια σακούλα και να τρώει το ποπ κορν του. Όταν κάτι εντυπωσιακό συμβαίνει στην οθόνη, τα χέρια σταματάνε, και το στόμα μένει ανοιχτό με το μισομασημένο ποπ κορν.

Είναι στιγμές σε μερικές ταινίες που θα μπορούσαν οι ταξιθέτες να πάνε και να μαζέψουν από τα χέρια του καθενός τις σακούλες του ποπ κορν και οι θεατές δεν θα παίρνανε χαμπάρι -μόνο ίσως να παραπονιόντουσαν ότι οι ταξιθέτες μπαίνουν στην μέση και δεν φαίνεται καλά η οθόνη.

Ο καλός διαχειριστής του κοινού πρέπει απλά να ξέρει τι θα θεωρήσει "εντυπωσιακό" το κοινό.

Ο ιππόδρομος αναβράζει -το κοινό είναι ανήσυχο. Οι υπεύθυνοι προγράμματος συσκέπτονται πως να σταματήσουν το κοινό από το να ρίχνει λαχανικά και σάπιες ντομάτες στους μονομάχους που δεν βαράνε αρκετά δυνατά ο ένας τον άλλον ή γιατί έχουν χάσει το νταηλίκι τους από το προχωρημένο της ηλικίας ή δεν θέλουν να χύσουν το αίμα του μπατζανάκη τους που θα φάνε μαζί το βράδυ. Το κοινό θέλει αίμα. Δεν σηκώνει τέτοια.

Ρίχνουν τον Τσοχατζόπουλο στα λιοντάρια και το κοινό καταλαγιάζει και επιστρέφει στο ποπ κορν του, όχι όμως για πολύ. Πόση ώρα θα τρώνε τα λιοντάρια. Απ' την στιγμή που ψοφήσει το θύμα και σταματήσει να ουρλιάζει, το ενδιαφέρον χάνεται.

Οι υπεύθυνοι του προγράμματος ξανασυσκέπτονται και κατεβάζουν φαεινή.

Οι καραμούζες ηχούν, οι σημαίες υψώνονται, ανοίγει η πόρτα της αρένας, και βγαίνει, με φτερά πολύχρωμα και λαμπάκια να αναβοσβήνουν:

Η νέα και βελτιωμένη Λίστα Λαγκάρντ!

Ομαδική εισπνοή ακούγεται από τον όχλο καθώς σταματάνε να τρώνε το ποπ κορν τους και μένουν τα στόματά τους ανοιχτά!

Άντε, τον βγάλαμε κι αυτόν τον μήνα, λένε μεταξύ τους οι υπεύθυνοι του προγράμματος.
Καλό μήνα, ανταλλάσσουν στις ευχές τους.
Και καλή χρονιά, κλείνει το μάτι ο δεσμοφύλακας στον Παπακωνσταντίνου.
Και του χρόνου να την ξαναβγάλουμε!




Για όσους δεν είναι οικείοι με τον όρο "Λίστα Λαγκάρντ", πρόκειται για έναν κατάλογο ονομάτων τα οποία μπορεί, ή όχι, να έχουν το 2012-13 ενεργούς λογαριασμούς σε Ελβετική τράπεζα, μπορεί, ή όχι, οι λογαριασμοί να είναι παράνομοι, μπορεί ή όχι τα χρήματα που τυχόν βρίσκονται εκεί να οφείλουν φόρους στο Ελληνικό κράτος, και μπορεί η αρχική λίστα να αλλοιώθηκε από έναν μόνο και κανέναν άλλον από τους αρχικούς παραλήπτες, ο οποίος εν έτη 2010 δεν ήξερε ότι η αλλοίωση ψηφιακών στοιχείων είναι άμεσα αποδείξιμη. Τι σημαντικότερο για τον Ελληνικό λαό; Ο οποίος ρίχνει λαχανικά και ντομάτες, και καμιά πατάτα, αλλά κρατάει τα κλούβια αυγά να τα κλωσήσει μπας και ανεβάσουν ποσοστά στην Βολή.










Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Επιμονή













Μπορεί άραγε ένα μπλογκ, βιβλίο, ταινία ή τηλεπαρουσιαστής να πείσει οποιονδήποτε για κάποιο θέμα; Μπορούν αυτά που διαβάζουμε, ακούμε ή βλέπουμε να επηρεάσουν την γνώμη μας, ή να την αλλάξουν;

Μπορεί μια ευχή να βγει αληθινή μόνο επειδή ακούστηκε; Ή διαβάστηκε;

Είναι σπάνιο για ένα κείμενο ερωτήσεων και επιχειρημάτων να μπορεί να αλλάξει την γνώμη και την οπτική μας πάνω σε σημαντικά, θεμελιώδη θέματα. Όμως αυτό που γίνεται μέσα μας, κυρίως υποσυνείδητα, είναι η επιμόρφωση, ή, η παραμόρφωση των ιδεών μας μέσω των στοιχείων που συσσωρεύονται και αφομοιώνονται στο σύνολο της εμπειρίας μας.

Η καλύτερη άμυνα εναντίων αλλαγής ή εμπλούτισης απόψεων είναι η επιλεκτική ανάγνωση, διαβάζοντας μόνο τα μέρη του κειμένου στα οποία μπορούμε να αντιλέγουμε, και μη διαβάζοντας τα μέρη του κειμένου που θα απαιτούσαν απάντηση που δεν μας αρέσει. Αντίθετα, για εκείνους που ήδη συμφωνούν με την προτεινόμενη θέση ενός κειμένου, η πλήρης ανάγνωση μπορεί να εδραιώσει περαιτέρω τις απόψεις τους.

Τι είναι αυτό που μας κάνει να πιστεύουμε οποιαδήποτε άποψη;
Σίγουρα είναι κάτι διαφορετικό από εκείνο που μας κάνει να επιμένουμε στην άποψή μας.

Η άποψή μας διαμορφώνεται από το σύνολο των γνώσεών μας, ζυγισμένο με την υποκειμενική μας κρίση και αντίληψη. Είναι θέμα γνώσης και γνώμης.

Η επιμονή στην άποψή μας εδραιώνεται όχι από γνώση ή από γνώμη, αλλά από φόβο.

Τον φόβο που επικαλείται την ανάγκη να έχουμε δίκιο. Γιατί; Πολλές φορές η αναγνώριση περισσοτέρων στοιχείων του οποιουδήποτε θέματος πιθανόν να επιτίθενται σε θεμελιώδεις πτυχές της ταυτότητάς μας. Γι αυτό και τα αποσιωπούμε, ή τα θεωρούμε άνευ σημασίας. Ή τα πνίγουμε στην ομίχλη, ή τα διαστρεβλώνουμε.

Όταν κάποιος έχει γράψει πολλά πράγματα, η πιο έγκυρη αξιολόγηση του βάρους των γεγραμμένων, για μερικούς ανάμεσά μας, είναι η ζυγαριά. Όταν, δηλαδή, σε μια παλιά ζυγαριά μπακάλικου βάλουμε τα άπαντα του Σαίξπηρ από την μία, και ένα χρόνο εκδόσεις Άρλεκιν από την άλλη, θα ανακαλύψουμε ότι τα Άρλεκιν είναι πιο βαριά.

Η επιμονή, της οποίας επιμονής το επόμενο σκαλοπάτι είναι ο φανατισμός, δεν είναι παρά η άρνηση του να εξελίξουμε την ταυτότητά μας -μια άρνηση που έρχεται από ανασφάλεια: την ανασφάλεια που θα έφερνε η συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει αφετηρία, προορισμός, ή άγκυρα στη ζωή. Και η ταυτότητά μας, η γνώμη μας, μας παρέχει την ασφάλεια του κόσμου τον οποίον εφηύραμε ο καθένας.

Σε δύσκολους καιρούς βγάζουμε τις εφεδρείες επιμονής και ταμπουρωνόμαστε ακόμα περισσότερο πίσω από επιλεκτικό ατομικισμό.

Διάβασα για τους χρυσαυγίτες που τώρα μοιράζουν τρόφιμα σε Έλληνες μόνο. Και μου δημιουργήθηκε η ερώτηση: Τι θα γινόταν αν ένας Έλληνας, εγκεκριμένος από τους προμηθευτές δωρεάν τροφίμων, έπαιρνε το μερτικό του και μετά γύριζε και το έδινε σε κάποιον μετανάστη που το είχε ανάγκη περισσότερο από εκείνον; Ποιόν από τους δύο θα έδερνε η κάλπικη αυγή; τον προδότη έλληνα ή τον μετανάστη; ή και τους δύο;

Έκανα την ερώτηση σε σχόλιο στο Βήμα, και μια απάντηση που πήρα εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους δεν είναι ρατσιστική η Ελλάδα: ο υπόλοιπος κόσμος είναι αφελής. Μάλιστα, η απάντηση με δίδασκε κατά λέξη ότι αντί για "μετανάστης" είναι πιο σωστό να πούμε "αλλόθρησκος εισβολέας".

Πως βοηθάς μια κοινωνία να καταλάβει ότι είναι ληγμένη;

Ότι στο νεκρό κορμί της τα κύτταρα βρίσκονται σε άρνηση καθώς πεθαίνουν μαζί με το κορμί;

Έχω δει ρατσισμό και φασισμό στην ζωή μου σε πολλές χώρες. Αλλά τόσο ηλίθιο ρατσισμό και τόσο παιδαριώδη φασισμό σαν τον Ελληνικό, με τόσες σοφιστικές δικαιολογίες που δηλώνουν παντελή άρνηση οποιασδήποτε πραγματικότητας και ρεαλισμού δεν έχω συναντήσει πουθενά. Ακόμα και στον ρατσισμό, και στον φασισμό, πρόχειροι ερασιτέχνες!



Έχω συχνά κάνει ερωτήσεις που εκλήφθηκαν σαν γνώμες, και προτείνει γνώμες που εκλήφθηκαν ως ερωτήσεις. Και στοιχεία που αποσιωπούνται για να ενισχύονται μονόπλευρες απόψεις.

Και κάθε καλή ερώτηση εκλαμβάνεται σαν επίθεση από εκείνους των οποίων η ταυτότητα θα απειλείτο αν προσπαθούσαν να απαντήσουν. Και κάθε πρόταση γνώμης πολλές φορές δεν εκλαμβάνεται σαν πρόταση, όταν ο παραλήπτης της προτάσεως δεν ξέρει πως να προτείνει, παρά μόνο πως να επιμένει στην δική του θέση.

Κι ας μας δίδαξε η αρχαία Ελλάδα ότι η κατανόηση της ερώτησης οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι καμία γνώμη δεν είναι απόλυτη ή εντελώς σωστή.

Τι είναι ο φασισμός, ο ρατσισμός... τι είναι η αμορφωσιά και η σοφιστεία (άσχετα με το τι αποστηθίστηκε για διπλώματα και παπλώματα), τι είναι, αν δεν είναι η επιλογή της επιμονής και της παρωπίδας;

Ποιά θέση είναι δυνατόν να είναι πραγματικά και οικουμενικά σωστή αν ενεργεί αφαιρετικά και όχι προσθετικά;



Για να πω και μια γνώμη δική μου, στην οποία δεν έχω ανάγκη να επιμείνω: Όποιοι έχουν δώσει δώρα, ή βοήθεια, ή ελεημοσύνη, από την καρδιά, χωρίς να στέκονται κριτές των παραληπτών και χωρίς να έχουν διατυμπανίσει ποιός άφησε το δώρο, την βοήθεια ή την ελεημοσύνη, και πιστεύουν ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, ή Σάντα Κλως, ή Σαιντ Νικολας, ή Μπεφάνα... δεν πιστεύουν στον εαυτό τους.

Όμως είμαι ο πρώτος που θα προειδοποιήσει για τον κίνδυνο του να παίρνει κανείς σοβαρά τις γνώμες του μπλογκ αυτού. Σαν παράδειγμα να παραδεχτώ τι ταινίες είδαμε, δύο ενήλικες, για τις γιορτές:
- Προ-Παραμονή: It's a wonderful life (1946) του Frank Capra με τον James Stewart και την Donna Reed,
- Παραμονή: Bambi (1942) του Ντίσνεϋ (κλάμα και οι δύο),
- Χριστούγεννα: The Muppet Christmas Carol (1992), Χριστούγεννα του Ντίκενς με τις Μάπετς και τον Μάικλ Κέην σαν Εμπενήζερ Σκρουτζ,
- Δεύτερη Μέρα: Going Postal (2010) του Terry Pratchett.
Και όλα αυτά με την σπιτική μου σύζευξη του Ελληνικού τσουρεκιού και του Ιταλικού πανετόνε: Το Παντσουρεκόνε! Θα δίνατε εσείς βάση;

Τέλος πάντων, όπως είπε ένας Σικελικής καταγωγής Αμερικανός Ελευθεριακής (libertarian) προσήλωσης που δυσπιστούσε μπροστά σε κάθε έκφραση παραδωσιακής δύναμης, και που αγαπούσε τους ανθρώπους , ο Frank Capra, στο It's a wonderful life, κάθε φορά που χτυπάει ένα κουδουνάκι, ένας άγγελος αποκτά τα φτερά του.







Η νέα Ελλάδα πάντα αντέγραφε αυτά που της σερβίριζε ο ξένος κινηματογράφος ή, η τηλεόραση. Παλαιότερα ήταν η δύση, τώρα είναι η ανατολή, μια που η δύση άρχισε να ζητάει τα δανεικά της πίσω. Στην ανάρτηση αυτή σας αφήνω με τις εικόνες που κάποτε μας ενέπνεαν αντί να ψάξω να βρω φωτογραφίες από Τούρκικα σήριαλ που είναι πιο της μόδας. Ας ελπίσουμε ότι όταν σε ένα χρόνο η κοινωνία της Ελλάδας περιμένει το 2014, θα έχει χρησιμοποιήσει το 2013 για να σώσει ότι μπορέσει... και να ενώσει όσα μέλη της δεν φοβούνται την διαφορετικότητα του ανθρώπου που δίνει μοναδικότητα στην ανθρωπότητα. Να βρει την θέση που της ανήκει ανάμεσα σε ανατολή και δύση, και να καταλάβει ποιά είναι η ίδια αντι για το τι δεν είναι οι άλλοι.

Καλή χρονιά .











Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Emergency






Στα 22 του χρόνια, μετά από δεκάμιση χρόνια και 1.450 ώρες πτήσης, περίπου 200 μόνο από αυτές σε επιβατικά τζετ, ο Κώστας είχε την πρώτη του εμπειρία εκτάκτου ανάγκης. Ο τύπος της εκτάκτου ανάγκης όπου μπαίνεις στο πρωτόκολλο με την εναέρια κυκλοφορία της αίτησης άμεσης αναγκαστικής προσγείωσης αναφέροντας αριθμό ψυχών στο αεροπλάνο και εναπομείναντα καύσιμα. Η αναφορά στον αριθμό επιβατών και πληρώματος ως "ψυχές" είναι απομεινάρι από τις θαλασσινές ημέρες των ιστιοφόρων...

Όπως ξέρετε τα αεροπλάνα πετάνε λόγω της αβροφροσύνης του κυρίου Μπερνούλι ο οποίος είχε την ευγένεια να ανακαλύψει ότι ένα φτερό καμπυλωτό από πάνω και ίσιο από κάτω δημιουργεί άνωση. Kαι η άνωση σηκώνει το αεροπλάνο όταν ο αέρας περνά γρήγορα από το φτερό. Αν το φτερό χάσει την καμπυλότητα του, χάνεται η άνωση και λέμε μπάι-μπάι στον κύριο Μπερνούλι.

Χριστούγεννα χαράματα ο Κώστας εργαζόταν -στην ανακοίνωσή του στους επιβάτες μάλιστα, μετά την απογείωση, είπε στα παιδιά που ταξίδευαν να κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά απο τα παράθυρα μήπως δούνε το έλκυθρο του Σάντα με τον Ρούντολφ και την κατακκόκινη μύτη του μπροστά-μπροστά καθώς τελειώναν τις διανομές από την παραμονή. Ο καιρός στις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες χειροτέρευε.

Την επομένη των Χριστουγέννων, κάπου έξι ή ώρα το πρωί πετούσε το CRJ200 προς το αεροδρόμιο της Ουάσινγκτον, 53 ψυχές μαζί με τον ίδιο, τον κυβερνήτη του και την αεροσυνοδό.

Γύρω στις 6:20 το πρωί, στα 24.000 πόδια (8.000 μέτρα), στο γεωγραφικό σημείο 37°44'24.57"N και 77°33'22.39"W, μπήκαν σε μια καταιγίδα πάγου (ice storm). Τότε χάλασε ο μηχανισμός αποπάγωσης του αεροπλάνου.

Ο μηχανισμός αποπάγωσης (deicing) βοηθά την επιφάνεια των φτερών να μην πιάνουν πάγο. Χωρίς αυτόν τον μηχανισμό, και με κομμάτια πάγου ή χιονιού να πέφτουν πάνω στο αεροπλάνο με ταχύτητα 460 χιλιομέτρων την ώρα, ο πάγος αρχίζει να κολλά στο φτερό. Όταν κολλήσει αρκετός πάγος για να αλλάξει την καμπύλη της αιχμής του φτερού, το αεροπλάνο χάνει άνωση και πέφτει σαν τούβλο.

Μέσα στην παγοκαταιγίδα, την στιγμή που οι δύο πιλότοι άκουσαν τον συναγερμό του χαλασμένου συστήματος αποπάγωσης, ήξεραν ότι ήταν θέμα λεπτών πριν χάσουν την άνωση.

Ο προορισμός τους, το αεροδρόμιο Ρέγκαν της Ουάσινγκτον, ήταν 130 χιλιόμετρα και 30 λεπτά μπροστά τους, με χιόνι και θερμοκρασία μείον 5. Το αεροδρόμιο του Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια ήταν 20 χιλιόμετρα και 16 λεπτά πίσω δεξιά, με θερμοκρασία συν δύο. Σε δευτερόλεπτα από τον συναγερμό, ο κυβερνήτης είχε πάρει το πηδάλιο, όπως επιτάσσεται από τον κανονισμό, ο Κώστας ερχόταν σε επαφή με την εναέρια κυκλοφορία ζητώντας άμεση πρόσβαση και προσγείωση στο Ρίτσμοντ, ο αυτόματος πιλότος αποσυνδέθηκε και οι δύο πιλότοι χειρίστηκαν το αεροπλάνο με το χέρι στην καταιγίδα από τα 8.000 μέτρα ως τον διάδρομο του Ρίτσμοντ, με τιμή κατάβασης τέσσερσίμιση φορές γρηγορότερα από όσο έχετε κατέβει ποτέ με αεροπλάνο για προσγείωση (σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από τον διάδρομο το αεροπλάνο συνήθως πρέπει να βρίσκεται στα 1300 μέτρα, όχι στα 8000). Ακούμπησαν τον διάδρομο λιγότερο από έντεκα λεπτά μετά τον συναγερμό.

Στο πιλοτήριο του αεροπλάνου βρισκόταν ένας κυβερνήτης με πείρα 15 ετών και ένας συγκυβερνήτης με πείρα τζετ δύο μηνών. Σε τέτοιες στιγμές αισθάνεται κανείς ευγνώμων που ο γιός του πρωτομπήκε σε τζετ όταν ήταν ήδη ένας από τους 20 καλύτερους εκπαιδευτές του πλανήτη.





Ο Κώστας δεν είχε καιρό να τραβήξει φωτογραφίες από το περιστατικό, μας έστειλε όμως τις παρακάτω σήμερα, που βρέθηκε με δύο φίλους του σε ένα νησί ανάμεσα στο Μαϊάμι και το Κη Γουέστ, στο σπίτι ενός από τους φίλους, και πήγαν με το σκάφος έξω... όπου τους περιστοίχισαν δελφίνια, στον Ατλαντικό, και ένας από τους φίλους του πρόλαβε να φωτογραφίσει μια ουρά καθώς ένα από τα δελφίνια πέρναγαν γύρω τους και από κάτω από το σκάφος. Κάτω στην Φλώριδα δεν χιόνιζε.




















Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Χιούμορ!














Η μόνη κουβέρτα που είναι πιο βρεγμένη από κάποιου που δεν πιάνει ένα καλαμπούρι είναι εκείνου που πιστεύει πραγματικά ότι έχει χιούμορ. Και η μόνη που είναι πιο βρεγμένη κι απ' αυτήν είναι εκείνου που έχει μέσα του τόση οργή για το τι δεν είναι ο ίδιος, που δεν έχει την νηφαλιότητα και παρουσία πνεύματος να γυρίσει κάτι πραγματικά σοβαρό σε καλαμπούρι.

Ο Θεός των Ισραηλιτών είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα: Αφού εμφανίστηκε σαν φλεγόμενος θάμνος και έδωσε τις εντολές του οι άνθρωποι δεν τον πήραν σοβαρά και γι αυτό τους καταδίκασε να γυρνάνε στην έρημο 40 χρόνια. Αίσθηση του χιούμορ, μηδέν. 


Από την άλλη μεριά ο γιός του είχε πολύ πνεύμα! Όταν είδε όλους τους θάμνους γύρω του τους είπε να αγαπάνε ο ένας τον άλλον και τώρα ξεκαρδίζεται δύο χιλιάδες χρόνια καθώς προσπαθούν όλοι να κάνουν σεξ και μπλέκονται στη μέση τα κλαδιά τους, φλεγόμενα ή όχι.

Το ηθικό δίδαγμα είναι πως όταν ένας θάμνος σου λέει ότι είναι θεός, ή τον παίρνεις στα σοβαρά ή αποφασίζει και διατάσει ότι σε βγάζει στην έρημο και απαιτεί από όλους τον φόρο τιμής. Κι ας ήσουν νομάς ανήκων στην έρημο.

Άλλο ηθικό δίδαγμα είναι ότι οι θάμνοι δεν μπορούν να αγαπάν αλλήλους αν έχουν πολλά ξερά κλαδιά.

Ιδίως φλεγόμενα.

Βέβαια τα πολλά κλαδάκια χωρίς ουσιαστικό κορμό είναι απαραίτητα για ένα θάμνο, αλλιώς δεν θα ήταν θάμνος. Και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να τσαντίσεις ένα θάμνο, αφού με την στομφώδη του φωνή σε βγάλει στην έρημο, είναι να πάρεις δύο άδεια, μισά κομμάτια καρύδας και να τα χτυπάς μαζί -κλιπιτικλόπ-κιλπιτικλόπ για να νομίζει ότι βρήκες άλογο και καλπάζεις προσπαθώντας να δραπετεύσεις. 


Η καρύδα βέβαια ευδοκιμεί σε τροπικά κλίματα, αλλά όχι στην έρημο, και ο μόνος τρόπος να βρεις καρύδα στην έρημο είναι αν την έχουν κουβαλήσει περιστέρια στην ετήσια μετανάστευσή τους, αλλά μετά πρέπει να αποδείξεις ότι τα περιστέρια μεταναστεύουν, ότι περνάν από έρημο και ότι μπορούν να ανυψωθούν κρατώντας μια καρύδα.

Το λιγότερο κατανοητό πνεύμα είναι εκείνο του Νταντα, επίσης γνωστό ως Ντανταϊσμός, ή κάτι τέτοιο, μέγιστος του οποίου πνεύματος κωμικός αντιπρόσωπος είναι ο Άντυ Κάουφμαν, ο οποίος διδάσκει πως όταν ως γνωστός και αγαπητός κωμικός προσκληθείς σε κάποιο θέατρο να κάνεις την ρουτίνα σου για να γελάσει το κοινό κάνεις ως εξής:  Ο Κάουφμαν ανακοίνωνε από την σκηνή ότι επρόκειτο να διαβάσει το μυθιστόρημα Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ του F. Scott Fitzgerald. Το κοινό γέλαγε χωρίς να συνειδητοποιεί ότι μιλούσε σοβαρά και ο Κάουφμαν άρχιζε να διαβάζει το βιβλίο δυνατά, συνεχίζοντας παρά το ότι μετά από κάμποση ώρα πολλοί από το ακροατήριο έφευγαν από την αίθουσα. Σε κάποιο σημείο, ρώταγε το ακροατήριο, αν ήθελαν να συνεχίσει να διαβάζει, ή να παίξει ένα δίσκο στο πικάπ του που βρισκόταν δίπλα του στην σκηνή σε ένα τραπεζάκι. Όταν το κοινό έλεγε ότι προτιμούσε να ακούσει τον δίσκο στο πικάπ, ο Κάουφμαν σταματούσε να διαβάζει και έβαζε ένα δίσκο να παίζει. Ο δίσκος ήταν μια ηχογράφηση του Κάουφμαν να διαβάζει από τον Μεγάλο Γκάτσμπυ.

Τρίτο ηθικό δίδαγμα είναι ότι το αν έχεις χιούμορ καθορίζεται όχι από το πόσες φορές ανακοινώνεις ότι το έχεις, ούτε από το πόσες φορές σου λένε οι ακόλουθοί σου ότι το έχεις, αλλά από το πόσες φορές μπορείς να βρεις το άτοπο σε κάτι σοβαρό. Ο κόσμος γελάει όταν η σύζευξη δύο σοβαρών πραγμάτων κάνει τα μυαλά τους να ανακαλύψουν ότι δεν υπάρχει σοβαρότητα παρά μόνο σοβαροφάνεια. Και το μόνο στο οποίο μπορεί να οδηγήσει η σοβαροφάνεια είναι το γέλιο (μόνο βέβαια αν πιστεύεις ότι δεν υπάρχει τίποτα το απόλυτο στην ζωή -ούτε καν οι δικές σου γνώμες). 


Υπάρχουν πολλά είδη χιούμορ (χιούμορ σημαίνει "πνεύμα") χωρίς να ξεχνάμε το πόσο αστείο είναι το ασφαλέστερο χιούμορ από όλα, το γλίστρημα σε μπανανόφλουδα ή, η τούρτα σαντιγί στη φάτσα. Όλοι γελάνε με αυτό. Αλλά από τα ωραιότερα είναι εκείνα που λειτουργούν μέσω της σοβαροφάνειας του παραλήπτη.

Όπως είπε ο Τζων Κλήζ, "...μέχρι τότε δουλεύαμε τους συντηρητικούς, αλλά μετά είδαμε όλους τους αριστερούς, συνδικαλιστές και λοιπούς και σκεφτήκαμε: κοίτα! ένα ολόκληρο λιβάδι με καινούργιες αγελάδες για άρμεγμα!"

Το γέλιο είναι η σοβαρότερη μπίζνες στις σόουμπίζνες. Οι κωμικοί που αγαπάμε είναι πολύ σοβαροί άνρθωποι και συνήθως έκπληκτοι με το ότι γελάει ο κόσμος: Ο Τερυ Τζόουνς ποτέ δεν κατάλαβε το χιούμορ των Πάιθον (των οποίων ήταν μέλος).

Μια πολική αρκούδα, μια μαύρη αρκούδα και μια καφέ αρκούδα τα λέγανε στο σπίτι μιας από τις τρεις. Σε μια στιγμή μια αρκούδα είπε: Δύο από εμάς είμαστε σε λάθος μέρος.





Python (Monty) productions







Και για να δίνουμε και κανένα κόπυράιτ άμα λάχει, το τελευταίο με τις αρκούδες είναι δικό μου.






Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Γουρουνοπατέρας










Ο κόσμος είναι επίπεδος. Ένας τεράστιος δίσκος ακουμπισμένος στις πλάτες τεσσάρων γιγαντιαίων ελεφάντων που στέκονται στο καβούκι μιας μεγάλης χελώνας καθώς εκείνη πετά νωχελικά, χωρίς αφετηρία ή προορισμό, στο σύμπαν. Είναι ο Δισκόκοσμος του Άγγλου συγγραφέα Τέρυ Πράτσετ, που μοιάζει μυστηριωδώς με τον δικό μας. Ο οποίος, δικός μας κόσμος, είναι επίσης επίπεδος για όσους παίρνουν τον εαυτό τους σοβαρά.

Κάθε 25 Δεκεμβρίου είναι η Μέρα του Χοίρου, γιατί κάθε παραμονή, 24 Δεκεμβρίου, το βράδυ της Χοιροαναμονής, ο Γουρουνοπατέρας, χοντρός, πρόσχαρος, ντυμένος στα κόκκινα, πετά με το έλκηθρο του που το τραβάν 8 γουρούνια, και κατεβαίνει στην καμινάδα κάθε σπιτιού που πιστεύει σ' αυτόν, αφήνοντας δώρα για τα παιδιά που του έγραψαν τις επιθυμίες τους και άφησαν ένα ποτήρι γάλα, και κουλουράκια, για να τον ευχαριστήσουν.

Αλλά φέτος κάτι τρομερό συμβαίνει. Οι Ελεγκτές αποφάσισαν να εξαλείψουν τον Γουρουνοπατέρα επειδή δεν ταιριάζει στην άποψη που έχουν για το σύμπαν. 


Ανέθεσαν την δουλειά σε έναν πληρωμένο δολοφώνο. Τον καλύτερο της Συντεχνίας Δολοφόνων, τον κύριο Ώρατσαγιού. Εκείνος ξέρει ότι για να εξαλείψει τον Γουρουνοπατέρα και να εκπληρώσει το συμβόλαιό του πρέπει να εξουσιάσει τον νου και την καρδιά όλων ώστε να σταματήσουν να πιστεύουν. Και όταν σταματήσουν να πιστεύουν ο Γουρουνοπετέρας δεν θα υπάρχει πια.

Ο Θάνατος όμως κάτι υποψιάζεται. Κοιτάζει όλες τις κλεψύδρες και βλέπει ότι όλα στον κόσμο είναι ακόμη σωστά, αλλά δεν πείθεται. Πηγαίνει στην αίθουσα των μυθικών προσώπων και εξετάζει τις κλεψύδρες εκεί. Η άμμος στην κλεψύδρα του Γουρουνοπατέρα έχει σχεδόν τελειώσει. Καταλαβαίνει πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα και εξηγεί στον βοηθό του τον Άλμπερτ ότι αν ο Γουρουνοπατέρας πεθάνει τότε ο ήλιος δεν θα σηκωθεί πάνω από τον δισκόκοσμο και δεν θα υπάρξει επόμενο πρωί.

Ο θάνατος αφήνει στην άκρη το δρεπάνι του, αλλάζει τον μαύρο μανδύα του με έναν κόκκινο, και με τον βοηθό του, τον Άλμπερτ, αναλαμβάνουν τα καθήκοντα του Γουρουνοπατέρα, πετώντας πάνω από τον δισκόκοσμο με το έλκυθρο του Γουρουνοπατέρα, ανεβοκατεβαίνοντας εκατομμύρια καμινάδες.

Εν τω μεταξύ η εγγονή του Θανάτου, η Σούζαν, προσπαθεί να εξιχνιάσει το μυστήριο, να βρει και να σώσει τον πραγματικό Γουρουνοπατέρα πριν είναι αργά.

Ο Θάνατος έχει πάρει την δουλειά του πολύ σοβαρά μέχρι που έμαθε να γελάει με στόμφο και χαρά, Χο! Χο! Χο! σαν τον Γουρουνοπατέρα. Κάθεται για λίγο και σε ένα μεγάλο κατάστημα στο κέντρο την μεγαλύτερης πόλης του Δισκόκοσμου και ακούει τις επιθυμίες των παιδιών δίνοντας τους τα δώρα που ζητάνε. Όταν μια μητέρα λέει ότι δεν έχει λεφτά να πληρώσει το ακριβό τραινάκι που ήθελε το παιδί της, ο "Γουρουνοπατέρας" που στην πραγματικότητα είναι ο Θάνατος που εκετελεί τα χρέη του Γουρουνοπατέρα για να μην χάσει ο κόσμος πίστη, αρχίζει να μοιράζει τα παιγνίδια του μαγαζιού δωρεάν. Ο Καταστηματάρχης εξανίσταται με το να δίνεται το εμπόρευμά του δωρεάν, αλλά αλλάζει γνώμη όταν ο "Γουρουνοπατέρας" του εμπιστεύεται την πραγματική του ταυτότητα.

Όλα τελειώνουν καλά και οι ελεγκτές χάνουν το παιγνίδι όταν η Σούζαν και ο Παππούς της καταφέρνουν να σώσουν τον πραγματικό Γουρουνοπατέρα πάνω στην ώρα για να υποδεχτεί την ανατολή του ήλιου.

Όταν ο βοηθός του Θανάτου, ο Άλμπερτ, ρωτά αν πράγματι ο ήλιος δεν θα είχε ανατείλει αν ο κόσμος είχε σταματήσει να πιστεύει, ο Θάνατος του απαντά, Ναι. Αντί για τον ήλιο θα είχε σηκωθεί από την άκρη του Δισκόκοσμου ένα απλό, κοντινό άστρο που θα αποτελείτο από εκατομμύρια πυρηνικές εκρήξεις υδρογόνου.







Ο Τέρυ Πράτσετ είναι ένας Άγγλος συγγραφέας που εφεύρε τον Δισκόκοσμο για το οποίον έχει γράψει περίπου σαράντα βιβλία που έχουν πουλήσει 70.000.000 αντίτυπα σε 37 γλώσσες, και τρία από αυτά έχουν γυριστεί ταινίες τρισίμισι ώρες η μία. Ο Γουρουνοπατέρας είναι ένα από αυτά τα βιβλία και ταινίες. Η Ρώλινς, η συγγραφέας του Χάρυ Πότερ έχει κλέψει κάμποσα πράγματα από τον Δισκόκοσμο.
















Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα










   Καλά Χριστούγεννα σε όλους, με αγαπη, ειρήνη, και υγεία!   
      Ευτυχισμένο το 2013      



















Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Γνώμη










Υπάρχουν άνθρωποι με την βιολογική ανάγκη να έχουν δίκιο,
Υπάρχουν άνθρωποι με την βιολογική κατάσταση να πιστεύουν ότι έχουν πάντα δίκιο,
Εγώ πάλι έχω την βιολογική ατέλεια, όταν ακούω μπούρδες να λέω "Όπα! άκουσα μπούρδα!"
Ο καθένας με το κουσούρι του.

Θα μου πείτε τώρα, τι είναι μπούρδα;
Δεν ξέρω.
Αν νόμιζα ότι ήξερα θα πίστευα ότι έχω δίκιο...
Άρα καταλήγω ότι μπούρδα πρέπει να είναι οποιαδήποτε γνώμη παρουσιάζεται σαν ατόφια αλλά διαλέγει να αποσιωπά ή να αδιαφορεί για μέρη του θέματος το οποίο αντιπροσωπεύει.
Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι την αξιολόγηση απόψεων δεν την κάνω βάση των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούν οι υποστηρικτές της, αλλά, από το πόσα στοιχεία αποσιωπούν ή θεωρούν αδιάφορα.

Υπάρχουν άνθρωποι με την βιολογική ανάγκη να έχουν ακολούθους,
Υπάρχουν άνθρωποι με την βιολογική κατάσταση να πιστεύουν τους ακολούθους τους,
Εγώ πάλι έχω την βιολογική ατέλεια να πιστεύω ότι όλοι είναι ίσοι και δεν υπάρχουν ακόλουθοι.

Θα μου πείτε τώρα, τι είναι ακόλουθος;
Υποθέτω ότι ακόλουθος είναι όποιος έχει την βιολογική ατέλεια να μην μπορεί να πει: "όπα! άκουσα μπούρδα!"

Πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να γίνω καλός ακόλουθος.

Και ο δυστυχής, θα καθόμουνα στην γωνία να αναρωτιέμαι ποιός είμαι, αν έπασχα από την βιολογική κατάσταση να πιστεύω ότι μπορούμε ποτέ να ξέρουμε πραγματικά ποιοί είμαστε.

Είμαστε, ο καθένας, τρία πρόσωπα: Αυτοί που πιστεύουμε ότι είμαστε, αυτοί που πιστεύουν οι άλλοι ότι είμαστε, και αυτοί που πραγματικά είμαστε.

Το μόνο που δεν είναι προσιτό, σε κανέναν, είναι το ποιός πραγματικά είναι, γιατί η οποιαδήποτε οπτική γωνία βρίσκεται σε σημείο εξ' ορισμού υποκειμενικό, και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν είναι ποτέ η πλήρης πραγματικότητα. Όσες περισσότερες γνώμες, τόσο πιο καλά.

Σε αυτό το μπλογκ, και σε σχόλιά μου εδώ και αλλού, πάντοτε έχω εναντιωθεί σε απόψεις που είναι σαφώς ελλιπείς αλλά παρουσιάζονται ως ατόφιες -ή οι ελλείψεις σαν άσχετες. Και ο τρόπος με τον οποίον έχω εναντιωθεί είναι να παραθέσω τα σημεία που λείπουν από τις θέσεις που ακούω. Αυτό που επαναλαμβάνω είναι: "Ορίστε: κοιτάξτε την μεγαλύτερη εικόνα με περισσότερα στοιχεία τα οποία δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε, ή να αγνοήσουμε".

Όσον αφορά την υποκειμενικότητα, προσπαθήσατε ποτέ να πείσετε έναν Γερμανό την δεκαετία του '30 ότι οι Εβραίοι δεν είναι διαφορετικοί βιολογικά από αυτόν; Να πείσετε έναν τυπικό λευκό της Αλαμπάμα ότι οι μαύροι δεν είναι υποδεέστεροι; Έναν Έλληνα ότι οι θέσεις του ταυτίζονται μονόπλευρα με αυτές του Αραβικού κόσμου; έναν Συριζαίο ότι το μεγάλο κεφάλαιο δεν προσπαθεί με σχέδιο να εξουδετερώσει τις μεσαίες τάξεις; έναν Χριστιανό ότι η ερμηνεία του Ιησού εκτός Ιουδαϊσμού βασίστηκε στον Σαούλ/Παύλο; Έναν κομουνιστή ότι η παρουσίαση του Μαρξ από τον Λένιν ήταν διαστρεβλωμένη; Έναν καπιταλιστή ότι ο καπιταλισμός καταπιέζει τους αδύναμους;

Όταν κάποιος πει ότι οι Έλληνες μπορεί να μην τα φάγανε μαζί, αλλά εκείνοι που δεν τρώγανε δεν έκαναν τίποτα να σταματήσουν εκείνους που τρώγανε, αυτός που το λέει μπορεί να μην είναι ανθέλληνας, αλλά είναι σίγουρα εκνευριστικός...

Τι κάνει κανείς με έναν εκνευριστικό; Μα, φυσικά, εστιάζει σε μέρος των γραπτών η του λόγου του και αγνοεί άλλα μέρη των γραπτών ή του λόγου όπου δίνεται απάντηση, έτσι διαστρεβλώνοντας το κείμενο, ή τον λόγο (ένας από τους ορισμούς της σοφιστείας)

Η θέση του μπλογκ αυτού προσπαθεί να είναι η συνολική οπτική όλων των διαθέσιμων στοιχείων για κάθε θέμα. Η θέση αυτή μερικές φορές παρουσιάζεται δεικτικά. Πολλές φορές παρουσιάζεται μόνο με τα στοιχεία που αποσιωπούνται στις θέσεις άλλων. Όμως, το πιο εκνευριστικό πρόσωπο αυτού του μπλογκ είναι ότι προσπαθεί να αποδυναμώνει οποιαδήποτε μονοδιάστατη θέση αντί να θεμελιώνει οποιοδήποτε συγκεκριμένη θέση.

...και αυτό δεν γινεται επειδή δεν έχω συγκεκριμένη θέση σε θέματα. Έχω. Αλλά θεωρώ ποιό ενδιαφέρον να προτεινω ότι καμία θέση δεν είναι απόλυτα σωστή, και ότι η πρόοδος έρχεται μόνο όταν το καταλάβουμε αυτό -γνώμη μου βέβαια... οπότε...

Το μόνο που έχει πραγματικά ποτέ υποστηρίξει αυτό το μπλογκ είναι το "γηράσκω αεί διδασκόμενος" και το "μηδενί δίκην δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις". 

Ουδείς μύθος είναι άνευ σημασίας -ή βάρους, άρα, αν αφού εισαχθούν περισσότεροι μύθοι στο σκεπτικό δεν έχει αλλάξει ουδόλως το συμπέρασμα, τότε, κάτι στο ζύγι δεν πάει καλά -έτσι υποθέτω τουλάχιστον.













Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Αντίληψη





Αγουροξυπνημένος, εξίμιση η ώρα το πρωί στο ξενοδοχείο, με το κράνος μου.





Γράφω αυτή την ανάρτηση γιατί πιστεύω ότι έχω ηθική υποχρέωση να την γράψω, χωρίς να πιστεύω ότι μπορεί με αυτή να επιτευχθεί τίποτα παρά μια άνευ χρησιμότητας διαιώνιση ενός εντελώς υποκειμενικής αξίας θέματος.

Η "ηθική υποχρέωση" στην οποία αναφέρθηκα δεν νομίζω ότι προκύπτει από την ανάρτησή μου "Ισραηλίτες", αλλά προκύπτει από την ανάρτηση του Αθεόφοβου: "ΠΩΣ ΕΜΑΘΑ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΧΛΙΑΡΟΣ, ΤΥΠΙΚΟΣ, ΑΜΟΡΦΩΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΡΑΤΣΙΣΤΗΣ!"

Εφ' όσον ένας μπλόγκερ αισθάνεται προσωπικά προσβεβλημένος από μια ανάρτησή μου, θα ήταν λάθος από μέρους μου να παραμείνω σιωπηλός σαν να μην συμβαίνει τίποτα -μια και στην αντίληψη εκείνου του μπλόγκερ οπωσδήποτε ετέθη θέμα υπ' αιτιότητα μου, άσχετα από το τι σκέπτομαι, ή σκεπτόμουν με την ανάρτηση εγώ.

Φυσικά το να προσφέρω οποιαδήποτε έκφραση, από μέρους μου, σχετικά με την αίσθηση που προκάλεσε στον Αθεόφοβο η συγκεκριμένη μου ανάρτηση θα ήταν της κατηγορίας "από τότε που βγήκε το συγγνώμη χάθηκε το φιλότιμο", οπότε δεν θα μειώσω την θέση μου, ή την νοημοσύνη του Αθεόφοβου, προσφέροντας κάτι που μόνο υποκειμενική αξία έχει στην αντίληψη του παραλήπτη.

Η ανάρτησή μου "Ισραηλίτες" πουθενά δεν ανέφερε τον Αθεόφοβο, παρά είχε μόνο επαναλάβει και αναπτύξει κάτι που είχε γράψει ο Αθεόφοβος σε σχόλιο μιας δικιάς του ανάρτησης. Ο μόνος ενωτικός κρίκος της ανάρτησης μου με τον Αθεόφοβο υπήρχε αποκλείστικά στον νου ενός αναγνώστη ο οποίος θα είχε κατά τύχη διαβάσει και το συγκεκριμένο σχόλιο στον Αθεόφοβο και την ανάρτηση την δικιά μου, και να τα συνδυάσει. Για να διαβάσει ο Αθεόφοβος την ανάρτησή μου έγινε ακριβώς αυτό, όπως εξήγησε: Ένας αναγνώστης έκανε τον συνδυασμό και τον ενημέρωσε, διαδικασία την οποία δεν χρειάστηκα εγώ, για να διαβάσω την ανάρτηση του Αθεόφοβου, μια και δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω ότι τον διαβάζω συχνά.

Στην ανάρτησή του, όπου συζήτησε την προσβολή την οποία αισθάνθηκε να έρχεται από εμένα προς εκείνον προσωπικά, ένα σχόλιο κάποιου αναγνώστη γράφει:
"Δυστυχώς ο thinks ακροβατεί, νομίζω είναι ολοφάνερο, προκειμένου να 'μειώσει' τον οικοδεσπότη.
Προφανώς κάποια πικρία ζητά εκδίκηση, κρίμα για τον ίδιο, αδικεί τον εαυτό του."

Αυτό που μου έκανε εντύπωση στο σχόλιο αυτό είναι ότι αν και δεν ξέρω καθόλου τον μπλόγκερ που το έγραψε, και δεν νομίζω να γνωρίζει ο ίδιος ούτε τα γραπτά μου ούτε να έχει αντίληψη της εποχής που ο Αθεόφοβος και εγώ ανταλλάσαμε σχόλια σε κάθε μας ανάρτηση, έγραψε κάτι τρομερά διορατικό και ακριβές.

Καταλαβαίνοντας πόσο κοντά στην πραγματικότητα είναι η δεύτερη φράση του σχολίου του δεν μπορώ παρά να πρέπει να σκεφτώ ότι και η πρώτη του φράση πρέπει να είναι ακριβής και ας μην το έβλεπα τότε, ή τώρα, έτσι.

Η αιτιολόγηση του γιατί πιστεύω ότι η δεύτερη φράση του σχολίου είναι σωστή έχει ως εξής:
Τον Απρίλιο του 2011 ο Αθεόφοβος και εγώ διαφωνούσαμε, δια σχολίων σε ανάρτηση του, πάνω στο αν είναι Δημοκρατικό ή όχι να Εικάσει το κράτος την συμφωνία ενός πολίτη σε οποιοδήποτε θέμα, και να πρέπει ο πολίτης να διαχωρίσει την θέση του με το κράτος ενυπογράφως για να γίνει δεκτή η διαφορετική γνώμη του από το τι εικάζει το κράτος. Ο Αθεόφοβος υποστήριζε ότι αυτό είναι δημοκρατικό και εγώ υποστήριζα ότι δεν είναι.

Αναγκάστηκα να τον ρωτήσω πέντε φορές σε πέντε απανωτά σχόλιά μου, σε εκείνη την ανάρτησή του, επειδή δεν έπαιρνα απάντηση, αν πιστεύει ότι είναι δυνατόν, θεωρητικά, να κάνει λάθος, και εκείνος τελικά μου απάντησε ότι δεν είναι αλάθητος αλλά ότι στο συγκεκριμένο θέμα είναι σίγουρος ότι δεν κάνει λάθος. Λίγα σχόλια παρά κάτω έγραψε ένα σχόλιο σε τρίτο σχολιαστή το οποίο εξέλαβα σαν ειρωνεία εναντίων μου. Εκείνο το σημείο ήταν η τελευταία "πραγματική" ανταλλαγή σχολίων μεταξύ μας. Έκτοτε ο Αθεόφοβος έχει κάνει δύο αναρτήσεις που πηγάζουν από την αντίληψή του των γεγραμμένων μου, αναφερόμενος προσωπικά σε εμένα. Και έιμαι τώρα σίγουρος ότι ο σχολιαστής του είχε δίκιο, και όπως είπα, διορατικότητα, να γράψει "
Προφανώς κάποια πικρία ζητά εκδίκηση, κρίμα για τον ίδιο, αδικεί τον εαυτό του".

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν χιούμορ,
Σηκώνω τα φρύδια μου όταν κάποιος μπερδεύει την ειρωνεία και το χιούμορ,
Απομακρύνομαι όταν κάποιος ειρωνεύεται αλλά νομίζει ότι κάνει χιούμορ,
Άλλωστε το χιούμορ το εννοεί το ακροατήριο και θα ήταν ανόητο (silly) να το ισχυριστεί/διεκδικήσει ο ομιλών για τον εαυτό του.

Τα παραπάνω, σε πλάγια γράμματα τα πιστεύω απόλυτα, αλλά δεν ήταν δική μου αρχική ιδέα: μου τα είπε ο Eric Idle (των Monty Python) σε προσωπική σύντομη συζήτηση σε μια ιδιωτική προβολή της ταινίας Life of Brian στο Λονδίνο πριν βγει στους κινηματογράφους.

Και έτσι, απομακρύνθηκα και λυπάμαι που δεν βλέπω πια τον λόγο να σχολιάζω σε ένα μπλογκ που αντιμετωπίζει τους σχολιαστές του με πολύ διαφορετικό τρόπο από αυτόν που θα με έκανε εμένα προσωπικά και υποκειμενικά να αισθανθώ άνετα, είτε διαφωνώ σε κάτι είτε όχι, το οποίο μπλογκ, εν τούτοις, πολύ περισσότερα θετικά πράγματα προσφέρει, κατά την γνώμη μου, στην Ελληνική μπλογκόσφαιρα, παρά αρνητικά.

Το "αρνητικό" που βρίσκεται στην καρδιά της πρόσφατης ανάρτησης του Αθεόφοβου, η οποία αναφέρεται στην δική μου, είναι ο Ελληνικός ρατσισμός και οι δικαιολογίες και μονόπλευρη οπτική που τον κρατούν, τον Ελληνικό ρατσισμό, όρθιο και πάντα καλά στην υγεία του, υπό οπτική εκτός Ελλάδος.

Δεν θέλω να αλλάξω το θέμα αλλά είναι απαραίτητο να κάνω τις εξής παρατηρήσεις:

- Η ανάρτησή μου "Παλαιστίνη" εξετάζει την Ιστορία του Παλαιστινιακού από το 1918 έως το 1987. Ο Αθεόφοβος έγραψε ότι το γεγονός που αναφέρει η ανάρτηση για το 1982, δεν αναφέρεται στην ανάρτηση. Αναφέρεται και αναφερόταν εκεί από την δημοσίευση της ανάρτησης, όπως όλα όσα συνέβησαν από το 1948 έως το 1987, τα οποία και είναι καθοριστικά της σημερινής στάσης του Ισραήλ. Ο Αθεόφοβος δεν πρέπει να το διάβασε. Προσέθεσα, κάτω από τις χρονολογίες, μια παράγραφο με κόκκινα γράμματα αφού διάβασα την ανάρτηση του Αθεόφοβου.

- Το να κρίνουμε το Ισραήλ μόνο από τα πεπραγμένα του των τελευταίων 20 ετών, από την Πρώτη Ιντιφάντα και μετά, θα ήταν σαν να κρίνουμε την Ελλάδα και την κοινωνία της μόνο από τα πεπραγμένα 1989-2009.

- Φυσικά υπάρχουν Εβραϊκής καταγωγής άτομα παντού που αντιτίθενται στα σημερινά πεπραγμένα και πολίτική του Ισραήλ. Οι ξένοι βλέπουν πολλές φωτογραφίες από την Ελλάδα, από συγκεντρώσεις της ΧΑ και ομιλίες του τσίπρα και της Αλέκας. Μπορούν άραγε να τις εκλάβουν ως αντιπροσωπευτικές; ή σωστές όσον αφορά την Ελληνική κοινωνία και τα δίκαιά της;

Ελπίζω η ανάρτηση αυτή να καλύπτει το δυνατόν ικανοποιητικότερα για τον Αθεόφοβο την υποχρέωση που προσωπικά και υποκειμενικά θεώρησα ότι δημιούργησε για μένα η ανάρτηση του Αθεόφοβου.









Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ζαχαροπλαστεία












Η Λαυρέν Μπακώλ, ούτε καν 18, μπήκε στο δωμάτιο με τα παιδιά, και με μάτια μισόκλειστα αλλά διαπεραστικά τους ρώτησε χαμηλόφωνα: έχει κανείς φωτιά; Ο Μπόγκαρτ της πέταξε ένα κουτί σπίρτα και εκείνη το έπιασε στον αέρα χωρίς να κουνήσει τα μάτια της από το πρόσωπό του. Ένα μεγάλο ειδύλλιο είχε γεννηθεί, και οι καπνοβιομηχανίες εισήλθαν στον Χρυσό τους Αιώνα. Μέχρι που η ενοχλητική έκδοση Reader's Digest, του Δεκεμβρίου 1952 δημοσίευσε to άρθρο Cancer by the Carton που ισχυριζόταν ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία.

Ο Τζων Γουαίην έκανε ακόμα και τριτοκοσμικά παιδιά σε ημιυπόγεια του Φαλήρου να περνάνε ώρες ανάμεσα στις τσουκνίδες του κήπου κρατώντας καραμπίνες από ξύλινα δοκάρια της δίπλα οικοδομής σκοτώνοντας Ινδιάνους κρυμμένους πάνω στην συκιά της γιαγιάς και Γιαπωνέζους που καραδοκούσαν στο παλιό γκαράζ.

Αλλά ο πραγματικός Αμερικανός, με το κόκκινο από τον ήλιο σβέρκο, τα άγρια από τα χωράφια χέρια, και το ξεθωριασμένο ξύλινο σπίτι στην άκρη του χωματόδρομου της Οκλαχόμα δεν αγόραζε τέτοιες μπούρδες. Τα εξάσφαιρα που πυροβολάνε 50 σφαίρες είναι για τους φιόγκους και ο καπνός είναι για να μασιέται και να φτύνεται. Η καραμπίνα, από την άλλη μεριά, είναι το σύμβολο του ποιός είναι, και ότι το σπίτι, ξεθωριασμένο ή όχι, είναι η περιουσία του. Αν μπει μέσα κάποιος απρόσκλητος, έστω και έξω να σταθεί, στην γη που είναι περιουσία του, θα ξέρει ότι δεν θα αντιμετωπίσει τον Τζων Γουαίην και το Reader's Digest, αλλά μια και μόνο πραγματική μολυβένια σφαίρα από ένα τίμιο όπλο. Δεν θα χρειαστεί δεύτερη.

Ο Αμερικανός αυτός δεν ενδιαφέρεται για γλυκά. Ίσως μια φορά τον χρόνο στο παζάρι των κυριών στην εκκλησία να αγοράσει ένα ζαχαρωμένο μπισκότο για ελεημοσύνη, αλλά θα το πετάξει στα σκυλιά όταν βγει από την εκκλησία, ή θα το ξεχάσει στο πάτωμα του ημιφορτηγού.

Εμείς από την άλλη μεριά πρέπει να περάσουμε από το ζαχαροπλαστείο για 12 πάστες όταν πηγαίνουμε επίσκεψη.  Ο καπνός βλάπτει, τα όπλα σκοτώνουν ανθρώπους, αλλά η ζάχαρη σε κάνει ευτυχισμένο.

Τα ζαχαροπλαστεία, είτε της γειτονιάς είτε οι πολυεθνικές με μετοχές που πουλιούνται και αγοράζονται για δισεκατομμύρια στην Γουώλ Στρητ, κοστίζουν περισσότερο σε ασθένειες και ζωές και από τα τσιγάρα και από τα όπλα, κατά πολύ.



Η πορνογραφία προωθεί την χυδαιότητα και την ηθική ασχήμια. Γι αυτό και κάθε καθώς πρέπει άνθρωπος εύχεται να βρουν στα συρτάρια του τον κατάλογο για επαναληπτικές καραμπίνες και όχι το Playboy. Μπορείτε να βρείτε ποιές από τις παρακάτω φωτογραφίες είναι ηθικά άσχημες και χυδαίες;











Κόστος, στις ΗΠΑ, φροντίδας για ασθένειες συνδεδεμένες με την ζάχαρη (2008): $147.000.000.000.
Κόστος, στις ΗΠΑ, εγκλημάτων με όπλα (2000): $100.000.000.000.
Κόστος, στις ΗΠΑ, φροντίδας για καρκίνο του πνεύμονα (2004): $9.600.000.000.









Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Όπλα













Αριθμός όπλων:
Νόμιμα ιδιωτικά όπλα ανά 100 πολίτες (αριθμοί 2005-2010) σε 26 χώρες:

1. ΗΠΑ: 88,8
2. Ελβετία: 58,2
3. Κύπρος: 36,4
4. Φινλανδία: 32
5. Σουηδία: 31,6
6. Νορβηγία: 31,3
7. Γαλλία: 31,2
8. Καναδάς: 30,8
9. Αυστρία: 30,4
10. Γερμανία: 30,3
11. Ισλανδία: 30,3
12. Νέα Ζηλανδία: 22,6
13. Ελλάδα: 22,5
14. Βέλγιο: 17,2
15. Αυστραλία: 15
16. Δανία: 12
17. Ιταλία: 11,9
18. Ισπανία: 10,4
19. Ρωσία: 8,9
20. Ιρλανδία: 8,6
21. Πορτογαλία 8,5
22. Αγγλία και Ουαλία: 6,2
23. Σκωτία: 5,5
24. Κίνα: 4,9
25. Ολλανδία: 3,9
26. Πολωνία: 1,3

Βίαια Χρήση Όπλων:
Φόνοι ανά 100.000 πολίτες, με όπλα, σ
τις ίδιες χώρες, σε ένα χρόνο
(σε παρένθεση η αρίθμηση της χώρας στην επάνω λίστα)

1. Ρωσία: 15,10 (19) (15,10 το 2009. Το 2002 ήταν 30,70)
(Σημ., Ρωσία: συνολικοί φόνοι, δεν δίνεται λεπτομέρεια για φόνους μόνο με όπλα)
2. ΗΠΑ: 3,04 (1)
3. Κίνα: 1,1 (24)
(Σημ., Κίνα: συνολικοί φόνοι, δεν δίνεται λεπτομέρεια για φόνους μόνο με όπλα)
4. Καναδάς: 0,76 (8)
5. Ελλάδα: 0,59 (13)
6. Ελβετία: 0,52 (2)
7. Πορτογαλία: 0,48 (21)
8. Ιταλία: 0,36 (17)
9. Ιρλανδία: 0,36 (20)
10. Βέλγιο: 0,29 (14)
11. Φινλανδία: 0,26 (4)
12. Κύπρος: 0,24 (3)
13. Γαλλία: 0,22 (7)
14. Δανία: 0,22 (16)
15. Ολλανδία: 0,20 (25)
16. Σουηδία: 0,19 (5)
17. Αυστρία: 0,18 (9)
18. Νέα Ζηλανδία: 0,17 (12)
19. Ισπανία: 0,15 (18)
20. Αυστραλία: 0,09 (15)
21. Γερμανία: 0,06 (10)
22. Νορβηγία: 0,04 (6)
23, 24. Αγγλία, Ουαλία, Σκωτία, Βόρειος Ιρλανδία: 0,04 (22, 23)
25. Πολωνία: 0,04 (26)
26. Ισλανδία: 0,00 (το 2009 ένας φόνος με όπλο στην χώρα) (11)




Προτείνω ότι η ποιότητα μιας κοινωνίας δεν μετριέται με το πόσα όπλα επιλέγουν να κρατούν οι πολίτες, ούτε με το πόσο απαγορευτικοί είναι οι νόμοι μιας χώρας, αλλά από το κατά πόσον οι πολίτες επιλέγουν να χρησιμοποιούν τα όπλα τους βίαια για να σκοτώσουν συνανθρώπους τους.

Επίσης προτείνω ότι στις παραπάνω λίστες οι ΗΠΑ είναι μήλα-και-πορτοκάλια, γιατί οι ΗΠΑ είναι η μόνη χώρα στις λίστες όπου:
- Η οπλοκατοχή κατοχυρώνεται σαν δικαίωμα από το σύνταγμα,
- Η οπλοκατοχή είναι σαν έννοια μέρος της κουλτούρας και της εθνικής ταυτότητας,
- Υπάρχουν περίπου 300.000.000 ιδιωτικά, νόμιμα όπλα σε μια χώρα 300.000.000 κατοίκων.

Οι δύο λίστες δεν δίνουν το πόσοι για κάθε 1.000 κατόχους όπλων αποφασίζουν να τα χρησιμοποιήσουν φονικά.

Ενώ η Ελλάδα είναι 13η σε ιδιωτικά νόμιμα όπλα ανά 100 πολίτες, έρχεται 5η σε φονική χρήση μετά από την Ρωσία, τις ΗΠΑ, την Κίνα και τον Καναδά, και είναι πρώτη από τις υπόλοιπες άμεσα συγκρίσιμες χώρες. Λόγω της έλλειψης λεπτομέρειας για φόνους μόνο με όπλα στην Ρωσία και στην Κίνα θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η Ελλάδα δεν είναι 5η, αλλά 3η μετά τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Κατά πόσον μπορούν οι νόμοι να αποτρέψουν την βία;

Αν υπήρχε ένα μαγικό κουμπί που να το πατούσαμε και να εξαφανιζόντουσαν όλοι οι τρομοκράτες από την Γη, θα περνούσαμε ένα ήρεμο απόγευμα και βράδυ. Την επομένη το πρωί όμως όλο και κάποιος θα ξυπνούσε τσαντισμένος θέλοντας να τινάξει κάτι στον αέρα, και δεν θα το ξέραμε μέχρι να ακούγαμε την έκρηξη.

Οι τρομοκράτες επιτυχαίνουν στον σκοπό τους όταν δεν ξέρουμε ποιοί είναι αλλά ιδίως όταν δεν ξέρουμε την μέθοδο που θα χρησιμοποιήσουν, και που και γιατί θα χτυπήσουν.

Από tην 911 του 2001, πριν μπούμε στο αεροπλάνο πρέπει να αδειάζουμε τις τσέπες μας, να βγάζουμε την ζώνη μας, να βγάζουμε τα παπούτσια μας... δεν επιτρέπονται μπουκάλια με υγρά, αναπτήρες, μαχαίρια... ψαλίδια... και τα αεροδρόμια έχουν γίνει μαρτύριο. Αυτό το μαρτύριο που έχουν περάσει δισεκατομμύρια επιβάτες επί 11 χρόνια, έχει άραγε αποτρέψει μία η περισσότερες τρομοκρατικές πράξεις και θανάτους; Απλά, δεν το ξέρουμε. Έχει στερήσει ελευθερίες μας; Φυσικά. Πόσοι θα δεχόντουσαν να σταματήσουν αύριο οι έλεγχοι και θα έμπαιναν σε ανεξέλεγκτα αεροπλάνα; ελάχιστοι.

Ακριβώς το ίδιο με την βία, με τους ανθρώπους που ξαφνικά χωρίς να το περιμένει κανείς κάτι σπάει μέσα τους και με μία ημιαυτόματη καραμπίνα εκτελούν παιδάκια του δημοτικού αφού πρώτα εκτελέσουν την μητέρα τους με τα δικά της όπλα.

Εάν μειώσουμε τις ελευθερίες μας, και πάλι θα έχουμε περιστατικά βίας γιατί είναι αδύνατο να προληφθείς απείρων πιθανοτήτων εκτέλεσης της βίας από δισεκατομμύρια ανθρώπους.

Όμως, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αποδείξουμε ότι χωρίς τα μέτρα ασφαλείας και τους απαγορευτικούς νόμους τα επεισόδια θα ήταν περισσότερα. Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν δεν είχαμε πάρει οποιαδήποτε υπάρχοντα μέτρα.

Οι απαγορευτικοί νόμοι λειτουργούν αποδεδειγμένα μόνο ως προς το ότι καθησυχάζουν τους ανθρώπους. Μέχρι το επόμενο συμβάν. Μετά, τι; περισσότεροι νόμοι;

Οι νόμοι προσπαθούν να ελέγξουν την ανεξέλεγκτη ανθρώπινη φύση μέσα στα πλαίσια μιας κοινωνίας ανθρώπων. Η αναγκαιότητα των νόμων επιβάλλεται από την ίδια την φύση του ανθρώπου. Και η κοινωνία του ανθρώπου συμπεριλαμβάνει εκείνους που χρειάζονται νόμους και απαγορεύσεις για να αισθάνονται ασφαλείς, και εκείνους που δεν θέλουν νόμους και απαγορεύσεις για να αισθάνονται ελεύθεροι.

Είναι η επιθυμία οπλοκατοχής παράγωγο αίσθησης ελευθερίας ή αίσθησης φόβου (άμυνας);
Λέγεται ότι:
"αν κάνουμε τα όπλα παράνομα, οι μόνοι που θα οπλοφορούν θα είναι οι παράνομοι"
και ότι:
"τα όπλα δεν σκοτώνουν ανθρώπους. Οι άνθρωποι σκοτώνουν ανθρώπους".
Και τα δύο είναι αλήθεια, αλλά είναι επίσης και δικαιολογίες (σοφιστείες).

Στα 1970' λέγαμε ότι υπάρχουν λιγότερα σεξουαλικά εγκλήματα στην Δανία και την Ολλανδία επειδή ήταν ελεύθερη η πορνογραφία και πράγματι τα σεξουαλικά εγκλήματα φαινόταν να πολλαπλασιάζονται σε κοινωνίες πουριτανικές και απαγορευτικές. 

Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να ισχύει και για τα όπλα;




Ή μήπως η "εικόνα" των όπλων τροφοδοτείται από αλλού;




















Βάση των δύο λιστών,
πόσα τοις εκατό των πολιτών δολοφονούνται από το ποσοστό του πληθυσμού που κατέχει όπλα;
(Οι πρώτες δύο, Ρωσία και Κίνα είναι συνολικοί φόνοι, όχι απαραίτητα με όπλα)

1. Ρωσία: 0,16966
2. Κίνα: 0,02245
3. Πορτογαλία 0.00565
4. Ολλανδία: 0,00513
5. Ιρλανδία: 0,00419
6: ΗΠΑ 0,00342
7. Πολωνία: 0,00308
8. Ιταλία: 0,00303
9. Ελλάδα: 0,00262
10. Καναδάς: 0,00247
11. Δανία: 0,00183
12. Βέλγιο: 0,00169
13. Ισπανία: 0,00144
14. Ελβετία: 0,00090
15. Φινλανδία: 0,00081
16. Νέα Ζηλανδία: 0,00075
17. Γαλλία: 0,00070
18. HB: 0,00066
19. Κύπρος: 0,00066
20. Σουηδία: 0,00060
21. Αυστραλία: 0,00060
22. Αυστρία: 0,00060
23. Γερμανία: 0,00020
24. Νορβηγία: 0,00013
25. Ισλανδία: 0,00000





















Machinery













America
Allen Ginsberg

America I've given you all and now I'm nothing.
America two dollars and twenty-seven cents January 17, 1956.
I can't stand my own mind.
America when will we end the human war?
Go fuck yourself with your atom bomb
I don't feel good don't bother me.
I won't write my poem till I'm in my right mind.
America when will you be angelic?
When will you take off your clothes?
When will you look at yourself through the grave?
When will you be worthy of your million Trotskyites?
America why are your libraries full of tears?
America when will you send your eggs to India?
I'm sick of your insane demands.
When can I go into the supermarket and buy what I need with my good looks?
America after all it is you and I who are perfect not the next world.
Your machinery is too much for me.
You made me want to be a saint.
There must be some other way to settle this argument.
Burroughs is in Tangiers I don't think he'll come back it's sinister.
Are you being sinister or is this some form of practical joke?
I'm trying to come to the point.
I refuse to give up my obsession.
America stop pushing I know what I'm doing.
America the plum blossoms are falling.
I haven't read the newspapers for months, everyday somebody goes on trial for
murder.
America I feel sentimental about the Wobblies. (*)
America I used to be a communist when I was a kid and I'm not sorry.
I smoke marijuana every chance I get.
I sit in my house for days on end and stare at the roses in the closet.
When I go to Chinatown I get drunk and never get laid.
My mind is made up there's going to be trouble.
You should have seen me reading Marx.
My psychoanalyst thinks I'm perfectly right.
I won't say the Lord's Prayer.
I have mystical visions and cosmic vibrations.
America I still haven't told you what you did to Uncle Max after he came over
from Russia.

I'm addressing you.
Are you going to let our emotional life be run by Time Magazine?
I'm obsessed by Time Magazine.
I read it every week.
Its cover stares at me every time I slink past the corner candystore.
I read it in the basement of the Berkeley Public Library.
It's always telling me about responsibility. Businessmen are serious. Movie
producers are serious. Everybody's serious but me.
It occurs to me that I am America.
I am talking to myself again.

Asia is rising against me.
I haven't got a chinaman's chance.
I'd better consider my national resources.
My national resources consist of two joints of marijuana millions of genitals
an unpublishable private literature that goes 1400 miles and hour and
twentyfivethousand mental institutions.
I say nothing about my prisons nor the millions of underpriviliged who live in
my flowerpots under the light of five hundred suns.
I have abolished the whorehouses of France, Tangiers is the next to go.
My ambition is to be President despite the fact that I'm a Catholic.

America how can I write a holy litany in your silly mood?
I will continue like Henry Ford my strophes are as individual as his
automobiles more so they're all different sexes
America I will sell you strophes $2500 apiece $500 down on your old strophe
America free Tom Mooney
America save the Spanish Loyalists
America Sacco & Vanzetti must not die
America I am the Scottsboro boys.
America when I was seven momma took me to Communist Cell meetings they
sold us garbanzos a handful per ticket a ticket costs a nickel and the
speeches were free everybody was angelic and sentimental about the
workers it was all so sincere you have no idea what a good thing the party
was in 1835 Scott Nearing was a grand old man a real mensch Mother
Bloor made me cry I once saw Israel Amter plain. Everybody must have
been a spy.
America you don're really want to go to war.
America it's them bad Russians.
Them Russians them Russians and them Chinamen. And them Russians.
The Russia wants to eat us alive. The Russia's power mad. She wants to take
our cars from out our garages.
Her wants to grab Chicago. Her needs a Red Reader's Digest. her wants our
auto plants in Siberia. Him big bureaucracy running our fillingstations.
That no good. Ugh. Him makes Indians learn read. Him need big black niggers.
Hah. Her make us all work sixteen hours a day. Help.
America this is quite serious.
America this is the impression I get from looking in the television set.
America is this correct?
I'd better get right down to the job.
It's true I don't want to join the Army or turn lathes in precision parts
factories, I'm nearsighted and psychopathic anyway.
America I'm putting my queer shoulder to the wheel.



(*) Wobblies: "Wobbly" A member of the Industrial Workers of the World, a chiefly US labor organization dedicated to the overthrow of capitalism, active especially in the early 1900s.










Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

America







χιονισμένη παραλία μπροστά στο σπίτι μου, © 2005 Αποθήκη Σκέψης / Thoughts Warehouse



Το τελευταίο, επί αυτού του πλανήτη, σύνορο,
Είναι ένα καλά κρατημένο μυστικό.
Και, η γνώση του δεν βρίσκεται σε έναν νου ή μια ψυχή,
Παρά στο σύνολο εκείνων που κρατάν μέσα τους τα κομμάτια του.
Το μυστικό αυτό δεν βρίσκεται στον Blake, τον Shakespeare,
Τον Byron, Shelley, ή τον Ντίκενς.
Από 'κείνους ακούμε τους λόγους για τους οποίους,
Το τελευταίο σύνορο πάντα ζητάμε.

Παρακάτω τέσσερα ποιήματα, τρία γνωστά και ένα άγνωστο:
Emily Dickinson, Robert Frost, Allen Ginsberg,
και ο φίλος μου από την Μασαχουσέτη, Philip Hasouris.



The last frontier on this planet,
Is a well-kept secret.
It's comprehension exists whole not in one mind or soul,
But across all who hold each of it's pieces.
This secret lies not in Blake, in Shakespeare,
Byron, Shelley or in Dickens.
'Tis they who speak of reasons for,
The quest for the last frontier.

Below are four poems, three well-known and one not:
Emily Dickinson, Robert Frost, Allen Ginsberg,
and my friend form Massachusetts, Philip Hasouris.




Emily Dickinson,
Amherst, Massachusetts
1830-1886

Robert Frost,
San Francisco, California
1874-1963

Allen Ginsberg,
Newark, New Jersey
1926-1997

Philip Hasouris,
New York, New York / lives in Massachusetts
1956






Hope is the Thing with Feathers
Emily Dickinson

"Hope" is the thing with feathers
That perches in the soul
And sings the tune without the words
And never stops at all,
And sweetest in the gale is heard;
And sore must be the storm
That could abash the little bird
That kept so many warm.
I've heard it in the chillest land
And on the strangest sea,
Yet never, in extremity,
It asked a crumb of me.




The Road Not Taken
Robert Frost

TWO roads diverged in a yellow wood,   
And sorry I could not travel both   
And be one traveler, long I stood   
And looked down one as far as I could   
To where it bent in the undergrowth;

Then took the other, as just as fair,   
And having perhaps the better claim,   
Because it was grassy and wanted wear;   
Though as for that the passing there   
Had worn them really about the same,

And both that morning equally lay   
In leaves no step had trodden black.   
Oh, I kept the first for another day!   
Yet knowing how way leads on to way,   
I doubted if I should ever come back.

I shall be telling this with a sigh   
Somewhere ages and ages hence:   
Two roads diverged in a wood, and I—   
I took the one less traveled by,   
And that has made all the difference.





Howl
Allen Ginsberg

I saw the best minds of my generation destroyed by
madness, starving hysterical naked,
dragging themselves through the negro streets at dawn
looking for an angry fix,
angelheaded hipsters burning for the ancient heavenly
connection to the starry dynamo in the machin-
ery of night,
who poverty and tatters and hollow-eyed and high sat
up smoking in the supernatural darkness of
cold-water flats floating across the tops of cities
contemplating jazz,
who bared their brains to Heaven under the El and
saw Mohammedan angels staggering on tene-
ment roofs illuminated,
who passed through universities with radiant cool eyes
hallucinating Arkansas and Blake-light tragedy
among the scholars of war,
who were expelled from the academies for crazy &
publishing obscene odes on the windows of the
skull,
who cowered in unshaven rooms in underwear, burn-
ing their money in wastebaskets and listening
to the Terror through the wall,
who got busted in their pubic beards returning through
Laredo with a belt of marijuana for New York,
who ate fire in paint hotels or drank turpentine in
Paradise Alley, death, or purgatoried their
torsos night after night
with dreams, with drugs, with waking nightmares, al-
cohol and cock and endless balls,
incomparable blind; streets of shuddering cloud and
lightning in the mind leaping toward poles of
Canada & Paterson, illuminating all the mo-
tionless world of Time between,
Peyote solidities of halls, backyard green tree cemetery
dawns, wine drunkenness over the rooftops,
storefront boroughs of teahead joyride neon
blinking traffic light, sun and moon and tree
vibrations in the roaring winter dusks of Brook-
lyn, ashcan rantings and kind king light of mind,
who chained themselves to subways for the endless
ride from Battery to holy Bronx on benzedrine
until the noise of wheels and children brought
them down shuddering mouth-wracked and
battered bleak of brain all drained of brilliance
in the drear light of Zoo,
who sank all night in submarine light of Bickford's
floated out and sat through the stale beer after
noon in desolate Fugazzi's, listening to the crack
of doom on the hydrogen jukebox,
who talked continuously seventy hours from park to
pad to bar to Bellevue to museum to the Brook-
lyn Bridge,
lost battalion of platonic conversationalists jumping
down the stoops off fire escapes off windowsills
off Empire State out of the moon,
yacketayakking screaming vomiting whispering facts
and memories and anecdotes and eyeball kicks
and shocks of hospitals and jails and wars,
whole intellects disgorged in total recall for seven days
and nights with brilliant eyes, meat for the
Synagogue cast on the pavement,
who vanished into nowhere Zen New Jersey leaving a
trail of ambiguous picture postcards of Atlantic
City Hall,
suffering Eastern sweats and Tangerian bone-grind-
ings and migraines of China under junk-with-
drawal in Newark's bleak furnished room,
who wandered around and around at midnight in the
railroad yard wondering where to go, and went,
leaving no broken hearts,
who lit cigarettes in boxcars boxcars boxcars racketing
through snow toward lonesome farms in grand-
father night,
who studied Plotinus Poe St. John of the Cross telep-
athy and bop kabbalah because the cosmos in-
stinctively vibrated at their feet in Kansas,
who loned it through the streets of Idaho seeking vis-
ionary indian angels who were visionary indian
angels,
who thought they were only mad when Baltimore
gleamed in supernatural ecstasy,
who jumped in limousines with the Chinaman of Okla-
homa on the impulse of winter midnight street
light smalltown rain,
who lounged hungry and lonesome through Houston
seeking jazz or sex or soup, and followed the
brilliant Spaniard to converse about America
and Eternity, a hopeless task, and so took ship
to Africa,
who disappeared into the volcanoes of Mexico leaving
behind nothing but the shadow of dungarees
and the lava and ash of poetry scattered in fire
place Chicago,
who reappeared on the West Coast investigating the
F.B.I. in beards and shorts with big pacifist
eyes sexy in their dark skin passing out incom-
prehensible leaflets,
who burned cigarette holes in their arms protesting
the narcotic tobacco haze of Capitalism,
who distributed Supercommunist pamphlets in Union
Square weeping and undressing while the sirens
of Los Alamos wailed them down, and wailed
down Wall, and the Staten Island ferry also
wailed,
who broke down crying in white gymnasiums naked
and trembling before the machinery of other
skeletons,
who bit detectives in the neck and shrieked with delight
in policecars for committing no crime but their
own wild cooking pederasty and intoxication,
who howled on their knees in the subway and were
dragged off the roof waving genitals and manu-
scripts,
who let themselves be fucked in the ass by saintly
motorcyclists, and screamed with joy,
who blew and were blown by those human seraphim,
the sailors, caresses of Atlantic and Caribbean
love,
who balled in the morning in the evenings in rose
gardens and the grass of public parks and
cemeteries scattering their semen freely to
whomever come who may,
who hiccuped endlessly trying to giggle but wound up
with a sob behind a partition in a Turkish Bath
when the blond & naked angel came to pierce
them with a sword,
who lost their loveboys to the three old shrews of fate
the one eyed shrew of the heterosexual dollar
the one eyed shrew that winks out of the womb
and the one eyed shrew that does nothing but
sit on her ass and snip the intellectual golden
threads of the craftsman's loom,
who copulated ecstatic and insatiate with a bottle of
beer a sweetheart a package of cigarettes a can-
dle and fell off the bed, and continued along
the floor and down the hall and ended fainting
on the wall with a vision of ultimate cunt and
come eluding the last gyzym of consciousness,
who sweetened the snatches of a million girls trembling
in the sunset, and were red eyed in the morning
but prepared to sweeten the snatch of the sun
rise, flashing buttocks under barns and naked
in the lake,
who went out whoring through Colorado in myriad
stolen night-cars, N.C., secret hero of these
poems, cocksman and Adonis of Denver--joy
to the memory of his innumerable lays of girls
in empty lots & diner backyards, moviehouses'
rickety rows, on mountaintops in caves or with
gaunt waitresses in familiar roadside lonely pet-
ticoat upliftings & especially secret gas-station
solipsisms of johns, & hometown alleys too,
who faded out in vast sordid movies, were shifted in
dreams, woke on a sudden Manhattan, and
picked themselves up out of basements hung
over with heartless Tokay and horrors of Third
Avenue iron dreams & stumbled to unemploy-
ment offices,
who walked all night with their shoes full of blood on
the snowbank docks waiting for a door in the
East River to open to a room full of steamheat
and opium,
who created great suicidal dramas on the apartment
cliff-banks of the Hudson under the wartime
blue floodlight of the moon & their heads shall
be crowned with laurel in oblivion,
who ate the lamb stew of the imagination or digested
the crab at the muddy bottom of the rivers of
Bowery,
who wept at the romance of the streets with their
pushcarts full of onions and bad music,
who sat in boxes breathing in the darkness under the
bridge, and rose up to build harpsichords in
their lofts,
who coughed on the sixth floor of Harlem crowned
with flame under the tubercular sky surrounded
by orange crates of theology,
who scribbled all night rocking and rolling over lofty
incantations which in the yellow morning were
stanzas of gibberish,
who cooked rotten animals lung heart feet tail borsht
& tortillas dreaming of the pure vegetable
kingdom,
who plunged themselves under meat trucks looking for
an egg,
who threw their watches off the roof to cast their ballot
for Eternity outside of Time, & alarm clocks
fell on their heads every day for the next decade,
who cut their wrists three times successively unsuccess-
fully, gave up and were forced to open antique
stores where they thought they were growing
old and cried,
who were burned alive in their innocent flannel suits
on Madison Avenue amid blasts of leaden verse
& the tanked-up clatter of the iron regiments
of fashion & the nitroglycerine shrieks of the
fairies of advertising & the mustard gas of sinis-
ter intelligent editors, or were run down by the
drunken taxicabs of Absolute Reality,
who jumped off the Brooklyn Bridge this actually hap-
pened and walked away unknown and forgotten
into the ghostly daze of Chinatown soup alley
ways & firetrucks, not even one free beer,
who sang out of their windows in despair, fell out of
the subway window, jumped in the filthy Pas-
saic, leaped on negroes, cried all over the street,
danced on broken wineglasses barefoot smashed
phonograph records of nostalgic European
1930s German jazz finished the whiskey and
threw up groaning into the bloody toilet, moans
in their ears and the blast of colossal steam
whistles,
who barreled down the highways of the past journeying
to each other's hotrod-Golgotha jail-solitude
watch or Birmingham jazz incarnation,
who drove crosscountry seventytwo hours to find out
if I had a vision or you had a vision or he had
a vision to find out Eternity,
who journeyed to Denver, who died in Denver, who
came back to Denver & waited in vain, who
watched over Denver & brooded & loned in
Denver and finally went away to find out the
Time, & now Denver is lonesome for her heroes,
who fell on their knees in hopeless cathedrals praying
for each other's salvation and light and breasts,
until the soul illuminated its hair for a second,
who crashed through their minds in jail waiting for
impossible criminals with golden heads and the
charm of reality in their hearts who sang sweet
blues to Alcatraz,
who retired to Mexico to cultivate a habit, or Rocky
Mount to tender Buddha or Tangiers to boys
or Southern Pacific to the black locomotive or
Harvard to Narcissus to Woodlawn to the
daisychain or grave,
who demanded sanity trials accusing the radio of hyp
notism & were left with their insanity & their
hands & a hung jury,
who threw potato salad at CCNY lecturers on Dadaism
and subsequently presented themselves on the
granite steps of the madhouse with shaven heads
and harlequin speech of suicide, demanding in-
stantaneous lobotomy,
and who were given instead the concrete void of insulin
Metrazol electricity hydrotherapy psycho-
therapy occupational therapy pingpong &
amnesia,
who in humorless protest overturned only one symbolic
pingpong table, resting briefly in catatonia,
returning years later truly bald except for a wig of
blood, and tears and fingers, to the visible mad
man doom of the wards of the madtowns of the
East,
Pilgrim State's Rockland's and Greystone's foetid
halls, bickering with the echoes of the soul, rock-
ing and rolling in the midnight solitude-bench
dolmen-realms of love, dream of life a night-
mare, bodies turned to stone as heavy as the
moon,
with mother finally ******, and the last fantastic book
flung out of the tenement window, and the last
door closed at 4. A.M. and the last telephone
slammed at the wall in reply and the last fur-
nished room emptied down to the last piece of
mental furniture, a yellow paper rose twisted
on a wire hanger in the closet, and even that
imaginary, nothing but a hopeful little bit of
hallucination--
ah, Carl, while you are not safe I am not safe, and
now you're really in the total animal soup of
time--
and who therefore ran through the icy streets obsessed
with a sudden flash of the alchemy of the use
of the ellipse the catalog the meter & the vibrat-
ing plane,
who dreamt and made incarnate gaps in Time & Space
through images juxtaposed, and trapped the
archangel of the soul between 2 visual images
and joined the elemental verbs and set the noun
and dash of consciousness together jumping
with sensation of Pater Omnipotens Aeterna
Deus
to recreate the syntax and measure of poor human
prose and stand before you speechless and intel-
ligent and shaking with shame, rejected yet con-
fessing out the soul to conform to the rhythm
of thought in his naked and endless head,
the madman bum and angel beat in Time, unknown,
yet putting down here what might be left to say
in time come after death,
and rose reincarnate in the ghostly clothes of jazz in
the goldhorn shadow of the band and blew the
suffering of America's naked mind for love into
an eli eli lamma lamma sabacthani saxophone
cry that shivered the cities down to the last radio
with the absolute heart of the poem of life butchered
out of their own bodies good to eat a thousand
years.

II

What sphinx of cement and aluminum bashed open
their skulls and ate up their brains and imagi-
nation?
Moloch! Solitude! Filth! Ugliness! Ashcans and unob
tainable dollars! Children screaming under the
stairways! Boys sobbing in armies! Old men
weeping in the parks!
Moloch! Moloch! Nightmare of Moloch! Moloch the
loveless! Mental Moloch! Moloch the heavy
judger of men!
Moloch the incomprehensible prison! Moloch the
crossbone soulless jailhouse and Congress of
sorrows! Moloch whose buildings are judgment!
Moloch the vast stone of war! Moloch the stun-
ned governments!
Moloch whose mind is pure machinery! Moloch whose
blood is running money! Moloch whose fingers
are ten armies! Moloch whose breast is a canni-
bal dynamo! Moloch whose ear is a smoking
tomb!
Moloch whose eyes are a thousand blind windows!
Moloch whose skyscrapers stand in the long
streets like endless Jehovahs! Moloch whose fac-
tories dream and croak in the fog! Moloch whose
smokestacks and antennae crown the cities!
Moloch whose love is endless oil and stone! Moloch
whose soul is electricity and banks! Moloch
whose poverty is the specter of genius! Moloch
whose fate is a cloud of sexless hydrogen!
Moloch whose name is the Mind!
Moloch in whom I sit lonely! Moloch in whom I dream
Angels! Crazy in Moloch! Cocksucker in
Moloch! Lacklove and manless in Moloch!
Moloch who entered my soul early! Moloch in whom
I am a consciousness without a body! Moloch
who frightened me out of my natural ecstasy!
Moloch whom I abandon! Wake up in Moloch!
Light streaming out of the sky!
Moloch! Moloch! Robot apartments! invisible suburbs!
skeleton treasuries! blind capitals! demonic
industries! spectral nations! invincible mad
houses! granite cocks! monstrous bombs!
They broke their backs lifting Moloch to Heaven! Pave-
ments, trees, radios, tons! lifting the city to
Heaven which exists and is everywhere about
us!
Visions! omens! hallucinations! miracles! ecstasies!
gone down the American river!
Dreams! adorations! illuminations! religions! the whole
boatload of sensitive bullshit!
Breakthroughs! over the river! flips and crucifixions!
gone down the flood! Highs! Epiphanies! De-
spairs! Ten years' animal screams and suicides!
Minds! New loves! Mad generation! down on
the rocks of Time!
Real holy laughter in the river! They saw it all! the
wild eyes! the holy yells! They bade farewell!
They jumped off the roof! to solitude! waving!
carrying flowers! Down to the river! into the
street!

III

Carl Solomon! I'm with you in Rockland
where you're madder than I am
I'm with you in Rockland
where you must feel very strange
I'm with you in Rockland
where you imitate the shade of my mother
I'm with you in Rockland
where you've murdered your twelve secretaries
I'm with you in Rockland
where you laugh at this invisible humor
I'm with you in Rockland
where we are great writers on the same dreadful
typewriter
I'm with you in Rockland
where your condition has become serious and
is reported on the radio
I'm with you in Rockland
where the faculties of the skull no longer admit
the worms of the senses
I'm with you in Rockland
where you drink the tea of the breasts of the
spinsters of Utica
I'm with you in Rockland
where you pun on the bodies of your nurses the
harpies of the Bronx
I'm with you in Rockland
where you scream in a straightjacket that you're
losing the game of the actual pingpong of the
abyss
I'm with you in Rockland
where you bang on the catatonic piano the soul
is innocent and immortal it should never die
ungodly in an armed madhouse
I'm with you in Rockland
where fifty more shocks will never return your
soul to its body again from its pilgrimage to a
cross in the void
I'm with you in Rockland
where you accuse your doctors of insanity and
plot the Hebrew socialist revolution against the
fascist national Golgotha
I'm with you in Rockland
where you will split the heavens of Long Island
and resurrect your living human Jesus from the
superhuman tomb
I'm with you in Rockland
where there are twenty-five-thousand mad com-
rades all together singing the final stanzas of the Internationale
I'm with you in Rockland
where we hug and kiss the United States under
our bedsheets the United States that coughs all
night and won't let us sleep
I'm with you in Rockland
where we wake up electrified out of the coma
by our own souls' airplanes roaring over the
roof they've come to drop angelic bombs the
hospital illuminates itself imaginary walls col-
lapse O skinny legions run outside O starry
spangled shock of mercy the eternal war is
here O victory forget your underwear we're
free
I'm with you in Rockland
in my dreams you walk dripping from a sea-
journey on the highway across America in tears
to the door of my cottage in the Western night





fire escape, © 2004 Αποθήκη Σκέψης / Thoughts Warehouse

View from the fire escape
Philip Hasouris

Feet dangle off the fire escape
your ass imbedded through
black steel slates.
Every few minutes 
you adjust.

Cold crisp air rushes through your lungs
fighting for space with the smoke from
your fifth cigarette.
Number six is halfway out the pack.
Listen for conversations drifting upwards
just as quickly new ones take their place.

They’re having leftovers across the street,
how any different ways can you make chicken.
The mysteries of life.

Shades half drawn one floor up,
naked legs scurry back and forth,
catch a glimpse of a crack in the window.
Imagination runs wild.

Just left the lights are out.
Three Stooges on the tube.
They make me laugh.

Blue lights mix with the dark.
I know where they’re going.
It just amazes me
how someone puts up with that shit.
You won’t see her for a couple of days.
You adjust.

Faceless man
roams  on-coming traffic.
Bottle of diluted blue.
Rags in his hand.       
 Rags on his body.
A slight limp for added effect.
“Clean your windshield
Windshield clean.,”
minute and a half
from red to green.
Car sits on corner,
windows fogged,
like we don’t know what they’re doing.
Every once in a while,
drapes open an inch.
I hope I never have a girl.

Johnny Staxx
fly’s through the air,
damn that man can dance.
Three people watch,
then walk away.
Johnny’s hat collects small change.

Blue lights fade,
you won’t see him
for a couple of days.
What an asshole,
told me once his father did the same
keeps them in line.
I don’t know,
who he’s trying to convince.
Him or me.

Corner stores closing,
should have got another pack of butts.
Here comes old man Henry,
been alone for a couple of years,
doesn’t have much time left.
You can see the sadness,
even from up here.

They’re finished one floor up,
across the way.
She gives me a smile,
the cold air makes your checks red.

Rosario seeks the comfort of chalk.
Draws on sidewalks.
Black and white memories
brought to life in colors pastel.
Dreams the restless sleep
of wanderers.
For the moment her voice
rests here.

Clouds swivel milky white
reflection of thought.
Whispers brush, still air.

David walks
a man possessed.
One more appointment to fill his quota.
One more handshake to seal his fate.
David jogs,
out of breath.
Working stiff,
slips through  cracks.
Wife-- Two kids--
Five bucks.     small change.
Moon tells time.
It’s never over till the last deal’s done.
Signed-Sealed and Delivered.,
Three different pills to stay alive
Red. White. and Blue.
Living the American dream.

James always James
never
 Jim-Jimmy-Jimbo.
Glasses slide past nose.
Words reflect off  eyes.
Bear like grin growls.
Softness of voice soothes the half night.
I read his words on back of napkins.
Evening song vespers.

Beneath the cracked glass sky
voices penetrate the sound of silent screams
Park bench holds solitary figure,
wrapped in yesterdays news.
Chaos surrounds.
Detached she is the reincarnation of Bette Davis.
“I am translucent.”
.Michael waits,
 His name tucked away behind locked doors,
sings lullaby’s,
offers up prayers.
Cools the emptiness of heart.
Hushed breath against cracked glass.
Lays down, mothers arms.
Just out of reach.
Debbie listens for steps
turns her head
no matter how quiet.
Each flinch reminds her
no matter the pain.
Paper thin words.
Salt tear red,
trying to close open wounds.
Feels her heart slip, out of hands
“I hear myself argue”
“I hear my self deny”
“I hear myself
self destruct.”
 Shelter myself in colors.
Weeping hues.
Cast in shadows of black and white.

Herbert and Rose
Slip side door.
She clings to his smell
Till it wears off.
He looks back
catching last glimpse,
last kiss,
placing it to his lips
till it wears off..

Adelene dances to imaginary stars.
on the corner of delirium and lucid.
Everyone’s little secret,
the kind you put to your lips and go
shhhhhhhhhhhhh.
Adelene sings the blues
Bye - Bye-
Baby Blues.
 Reflects,  sadness in eyes
tears cannot wash away years,
and then she screamed,
ranting in syllables not understood.
Starring out into the ultimate zoo
who is the prisoner in her mind ?

Kid downstairs
doesn’t want to go to bed.
“Five more minutes -                  
 Five more minutes.”         Shut up.
Father Jack,
tries to save souls,
winding streets
dead end faces.
Looks to the heavens
raises his arms.
Screams.
“There’s just too many.”
No one hears
Father Jack.

Wayne and Lucy
stumble out from
Cauley’s Bar.
Kickin and scratchin.
stale smoke,
vomit dribbles,       corner mouth.
Cuts and bruises
map out blood ties.
A ritual started before they were born.
Second crowd of AA
 meanders out from
St. Mary’s.
Stale smoke,
luke warm coffee,
coins clenched.
The thought of one more day.
Exhausted time.
A ritual started before they were born.

The moon looks lonely watching us.
Maybe we’ll trade stories someday.
You adjust.

Jane summons
the determination
of balancing life.
Rising above the fire escape
beyond closed factories.
Leviathans that swallowed
whole families.
 Moments lost
between lost identities.
She holds memories.
Clutching Shasta daises.
Watching her
I realize.
She has the better view.

Chris and Sam find missing pieces.
Pass the night by way of shaded lanterns,
high tower castles
monotone voices.
Seek the gentleness of calm
fingers brush,
uncover lovers.
In that moment
another piece placed,
 maybe,   fifty or so years.
This puzzle will be complete

Dead center
our eyes meet.
 Causal nod.
Richard wails on the horn.
Tears and rage combine.
Perched behind solitary walls,
fluid noise seeps through porous stone,
fills the empty night.

Next door
 phone rings.
Irene answers in
Southern belle
or little girl lost.
Disguises for bill,
as thought’s collect.
“She’s not here”.
“Can I take a message”.
The tears are real
when her voice quivers.
God help me.
I wonder.
does he disguise his voice ?

Slammin’ of the die,
cracks the night
in back street alleys
where hope
rests in strangers hands,
then change,
when luck becomes cold,
and all you have left
is the change in your pocket.
Jingle-Jingle-
Shoot.

Down the block,
a line forms
for the midnight show,
some foreign film
with hidden messages.
I guess if you don’t understand it.
must be great.
There goes Jimmy Reaves
to his second job.
Graveyard shift.
If he keeps this up,
that’s were he’ll be.
Molly walks up and down
never crosses the street.
Keeps asking me
if I want to party.
I think she forgot
we use to play house
when we were kids.
Probably wants to forget
her childhood altogether.

Emily lives
on the
other side of the world
We send smoke signals
to each other.
Entrust glimpses of ourselves.
Secrets for safe keeping.


The light’s flick on in the kitchen
to the right up two floors.
some diet.
Half an apple pie,
bottle of Pepsi.

Dull brightness seeps out from the left.
Three stooges on the tube.
They make me laugh.







slide, © 2005 Αποθήκη Σκέψης / Thoughts Warehouse