
Ο γιός μου ήταν
13 χρονών. Είχε ήδη έρθει με τη μάνα του στην Ελλάδα, Αύγουστο, και εγώ θα
ακολουθούσα, να τους βρω στην Αθήνα, να πάρω τον γιό μου, και οι δυό μας να
πάμε σε όλες τις Κυκλάδες με τα σακίδια μας, πριν γυρίσουμε για να χρησιμοποιήσουμε
τα εισιτήρια μας και στο Καλλιμάρμαρο και στο καινούργιο, να δούμε από κοντά
τους Ολυμπιακούς οι οποίοι θα έδιναν μέτρο ποιότητας για να συγκρίνονται οι
επόμενοι (μέχρι που φτάσαμε στο σκυλάδικο της τελετής κλεισίματος, αλλά αυτό
είναι άλλη ιστορία).
Ήταν Αύγουστος του 2004 και ήσουνα περήφανος να είσαι Έλληνας.
Ήταν Αύγουστος του 2004 και ήσουνα περήφανος να είσαι Έλληνας.

Στην Σαντορίνη
μείναμε σε ένα ξενοδοχείο στο Φυροστεφάνι, με δωμάτια σαν να ήταν σκαλισμένα
στο βράχο του γκρεμού, με το μπαλκόνι εκατοντάδες μέτρα πάνω από τα βαθυγάλαζα
νερά.

Μετά από μια
βόλτα με το τουριστικό Υποβρύχιο δίψασα από την οικονομία στον κλιματισμό και το
άρωμα του Ευρωπαϊκού ιδρώτα... Πάω στο μπαρ και ζητάω μια Coca Cola light.
Ο τύπος ακουμπάει
το κουτί μπροστά μου στο μπαρ και λέει "4 Ευρώ"
- Συγγνώμη; ρωτάω
αμήχανος.
- Τέσσερα Ευρώ
(ανυπόμονα)
- Μα ξέρετε ότι
οι τουρίστες στους οποίους τα πουλάτε μπορούν να βρουν αυτό το κουτάκι σε άλλες
τουριστικές χώρες με ένα ευρώ ή λιγότερο; Γιατί να ξανάρθουνε του χρόνου;
Παίρνει πίσω το
κουτάκι.
- Τέσσερα Ευρώ
και όποιος τα πληρώσει. Εγώ το χειμώνα πάω στην Ευρώπη και τα χαλάω!
Έμεινα άναυδος. Του δίνω 5
Ευρώ. Μου δίνει το κουτάκι της Κόκα Κόλας και ένα Ευρώ ρέστα. Παίρνω το κουτάκι
και του δίνω πίσω το Ευρώ.
- Κρατήστε τα
ρέστα, του λέω. Θα τα χρειαστείτε.
Αργότερα πήραμε
μια βάρκα που μας πήγε στην Κόκκινη Άμμο. Εκεί ήταν δυό τρία ταβερνάκια πάνω
στο κύμα. Πάω στο τελευταίο το ομορφότερο και λέω στον γιό μου, Κώστα, τώρα θα
φας Ελληνικό φαΐ!
- Καλαμαράκια
έχετε;
- Βεβαίως!
- Για να τα
δούμε;
- Ορίστε!
Τα βλέπω, τα
κοιτάω και μετά τα ξανακοιτάω...
- Καλέ τούτα τα
καλαμάρια έχουν βγει από μυθιστόρημα του Ιουλίου Βέρν! Από εδώ κοντά τα
βγάλατε;
- Όχι! μου λέει η
κυρία υπερήφανα! Είναι κατεψυγμένα από την Ιαπωνία!
- ... μάλιστα.
Παϊδάκια έχετε;
- Βεβαίως!
- Για να τα
δούμε;
- Ορίστε!
Τα βλέπω, τα
κοιτάω και μετά τα ξανακοιτάω...
- Κάπως ...μεγάλα
και παχιά δεν είναι;
- Νέας Ζηλανδίας!
Η συζήτηση
συνεχίζεται με τα ίδια αποτελέσματα. Στο τέλος λέω παρακαλεστά στην κυρία:
- Είμαστε από την
Αμερική και θα ήθελα ο γιός μου να φάει κάτι δικό μας, ντόπιο... τι έχετε που
να είναι ντόπιο; Αυγά; ντομάτες; τίποτα;
- Παραπονεμένη
μου λέει η κυρία:
- Μόνο γάλα από
την αγελάδα. Να το βράσουμε...
- Ευχαριστούμε,
της λέω.
Δεν είδα ούτε την
αγελάδα ούτε το άρμεγμα, και ούτε ήξερα τι κάνει μια αγελάδα πίσω από ένα
ταβερνάκι στην Κόκκινη Άμμο, αλλά το γάλα καλό ήτανε. Το ψωμί, προχθεσινό.
Επιστρέψαμε το
αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο, στην εταιρία ενοικιάσεως, και τους είπα ότι έπρεπε
να είμαστε στο λιμάνι σε μιάμιση ώρα. Πώς να πάμε? Ταξί ήταν όλα αγκαζέ. Η
κοπέλα δεν ήξερε πως να πάμε, ούτε κανείς κατέβασε καμιά καλή ιδέα μέχρι που ο
παρκαδόρος λέει "Περίμενε!". Και ο γιός μου και εγώ πήγαμε στο λιμάνι
από το γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων καθισμένοι στραβοπόδαρα, πιασμένοι γερά πίσω στην μικρή καρότσα ενός πολύ θορυβώδους
τρίκυκλου που οδηγούσε ο παππούς του παρκαδόρου. Πήρε μόνο 25 Ευρώ. Για τα 5
χιλιόμετρα. Το 2004.

Μετά πήγαμε στην Ίο, Πάρο,
Νάξο, Τήνο, και Μύκονο. Παντού βρήκα γνωστούς από το '85-'89, τότε που μου είχανε δώσει στα νησιά το παρατσούκλι "Ο Μαραντόνα της φωτογραφίας", γιατί έτρεχα συνέχεια -αλλά σαν τον Βέγγο, όχι τον Μαραντόνα -τέλος πάντων.
Βρήκαμε πάντα καλά δωμάτια σε ξενοδοχεία που υποτίθετο ότι ήταν
"πλήρη", όπου με θυμόντουσαν, και ένα μου το δώσανε και δωρεάν για τα
χρόνια τα παλιά. Σε ένα εστιατόριο στη Μύκονο ο ιδιοκτήτης, που είχε γκριζάρει από τότε που τον θυμόμουνα, δεν πήρε δεκάρα για το μεσημεριανό μας. Ούτε ήθελε να ακούσει για λογαριασμό.



Θυμάμαι,βγαίνοντας από το γρήγορο στη Νάξο στο λιμάνι, μεσάνυκτα, ήμουν κουρασμένος και
δεν συνειδητοποίησα αμέσως τι γινόταν καθώς με έπιασε ένας μικρός πανικός: Ένα
λεφούσι έτρεχε κατά πάνω μας. Κυρίως γιαγιάδες, γυναίκες και νεαροί.
- Ρουμς! Ρουμς! Κάμαρα! Τζίμερ! Τζίμερ! Οι λέξεις που φωνάζανε ήταν γραμμένες και με μαρκαδόρο σε κομμάτια χαρτόνι που κουνούσαν στον αέρα. Δυό τρείς με ακούμπησαν να τους προσέξω. Μια μεσήλικας γυναίκα με έπιασε από το μανίκι και δεν με άφηνε: "Σε παρακαλώ! Έλληνας είσαι; Δωμάτιο 40 Ευρώ για τους δυό σας! Γιός σου είναι το παληκάρι; Φτου για το κακό το μάτι! Έλα, μη φεύγεις!"
- Ρουμς! Ρουμς! Κάμαρα! Τζίμερ! Τζίμερ! Οι λέξεις που φωνάζανε ήταν γραμμένες και με μαρκαδόρο σε κομμάτια χαρτόνι που κουνούσαν στον αέρα. Δυό τρείς με ακούμπησαν να τους προσέξω. Μια μεσήλικας γυναίκα με έπιασε από το μανίκι και δεν με άφηνε: "Σε παρακαλώ! Έλληνας είσαι; Δωμάτιο 40 Ευρώ για τους δυό σας! Γιός σου είναι το παληκάρι; Φτου για το κακό το μάτι! Έλα, μη φεύγεις!"

















