Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Γιατί;








Οι προηγούμενες τέσσερεις αναρτήσεις προσκαλούν μια πολύ απλή ερώτηση:

Γιατί;

Η ικανότητα του ανθρώπινου νου να νοήσει, έστω και ανθρωπομορφικά, εμποδίζεται από τις τόσες διαφορές στην έκφραση εννοιών μεταξύ των διαλέκτων και διαφορετικής γλώσσας με τις οποίες εκφράζονται οι κοινωνίες, εξ’ ου και η αλληγορική εξήγηση της ασυνεννοησίας στον «πύργο της Βαβέλ».

Ένα υπέροχο παράδειγμα είναι ο μονόλογος του ‘Αμλετ τον οποίον οι Έλληνες μεταφράζουν ως «Να ζει κανείς ή να μην ζει». Ω, πόσο γελοία και δισδιάστατη η Ελληνική μετάφραση... «Be» σημαίνει «Υπάρχειν», «Ύπαρξη». «To be, or not to be» σημαίνει «Να υπάρχεις, ή να μην υπάρχεις». Στα Ελληνικά το αποδίδουμε σε ζωή και θάνατο ενώ στα Αγγλικά εννοεί την ύπαρξη έναντι της ανυπαρξίας. Λίγη μόνο σκέψη, έστω και Ελληνική, αποδίδει αμέσως την μέγιστη νοηματική διαφορά. Αντί για την παράδοση των όπλων με αυτοκαταστροφή, μας ανεβάζει στο να θεωρήσουμε το τι σημαίνει για μας η ύπαρξη. Γιατί να υπάρχουμε; Ποιός είναι ο Λόγος (όσον αφορά την λέξη "Λόγος" βλ., την προ-προηγούμενη ανάρτηση).
~

Από την μία μεριά, υπάρχει το Άπειρο και το Μηδέν, εκείνο το χωρίς όρια ή προσδιορισμό, και υπάρχει η υπόθεση ότι ο γραμμικός χρόνος (γραμμικός χρόνος είναι η συνειδητοποίηση της μονής κατεύθυνσης-ευθείας του πριν-τώρα-μετά) και οι τρεις διαστάσεις είναι μόνο ο «δικός» μας ανθρώπινος, βιολογικός χωροχρόνος «κατανόησης», ενώ, στην πραγματικότητα του σύμπαντος ο χρόνος είναι άλλη μία, τέταρτη διάσταση, και υπάρχουν και περισσότερες διαστάσεις, τις οποίες μην έχοντας την βιολογική ικανότητα να κατανοήσουμε τις αποδίδουμε στο άγνωστο και το Άπειρο.

Από την άλλη μεριά έχουμε την υπόθεση ότι οι τρεις διαστάσεις και ο χρόνος είναι το παν, έτσι όπως ακριβώς το βλέπουμε και το κατανοούμε, και, ότι όλα αυτά τα δημιούργησε κάποιος ή κάτι.

Είναι απαραίτητο για τον άνθρωπο να αποδώσει λόγο (λογική) στο πάν, αλλιώς το μυαλό «σταματά», ή μπλοκάρεται, άρα πρέπει ο άνθρωπος, το συγκεκριμένο αυτό είδος ζωής που αυτο-ονομάζουμε «άνθρωπο», να ρωτήσει το «Γιατί;»

Αν το σύμπαν είναι ακατανόητο σε εμάς και Άπειρο, με διαστάσεις τις οποίες δεν κατανοούμε, τότε, γιατί υπάρχει;

Αν το σύμπαν και την ζωή την δημιούργησε κάποιος (ένας Θεός;) ή κάτι (ευφυές σχέδιο;), τότε, γιατί δημιουργήθηκε;


(και, φυσικά, γιατί υπήρχε ο θεός, από πότε υπήρχε και που υπήρχε και «γιατί;» αποφάσισε ότι ήθελε παρέα, και ήθελε άραγε απλά παρέα, ή κάτι με το οποίο να παίζει να περνάει την ώρα του επί του οποίου να έχει πλήρη κυριαρχία... και γιατί υπάρχει Σατανάς και αν ο θεός είναι ανώτερος του Διαβόλου γιατί δεν τον στέλνει στο διάολο να ησυχάσει κι' εκείνος κι' εμείς... τόσα «γιατί;»... η υπόθεση Θεού συνεπάγεται πολύ περισσότερα «γιατί;» από το να είναι το σύμπαν τυχαίο, αλλά παραδόξως προτιμάμε τα πολλά «γιατί;» του θεού από το ένα «γιατί;» του άνευ νοήματος --προφανώς επειδή προτιμάμε να αφήνουμε πολλά «γιατί;» στην ακατανόητη από εμάς σκέψη και βούληση του «θεού» αντί να πρέπει εμείς να απαντήσουμε στο ένα «γιατί;» που όχι μόνο δεν έχει απάντηση ικανοποιητική για μας αλλά δεν είναι καν η σωστή ερώτηση)

Έχουμε την βιολογική, χημική ανάγκη να ρωτήσουμε «Γιατί;»
Μας είναι αδύνατο να νοήσουμε ότι για ολα αυτά γύρω μας δεν υπάρχει ούτε «γιατί;» ούτε «διότι».

Απόδειξη, του ότι έχουμε αυτή την παρανοϊκή «ανάγκη» είναι το ότι λέμε πως η εξέλιξη συμβαίνει προς έναν (οποιοδήποτε) σκοπό: Παραδείγματος χάριν, λέμε ότι ο χαμαιλέοντας αλλάζει χρώματα για να καμουφλαριστεί με το άμεσο περιβάλλον του και να προστατευτεί από τους «εχθρούς» του. Δεν λέμε όμως ότι ο χαμαιλέοντας προστατεύεται από τους εχθρούς του, και άρα επιζεί, επειδή έτυχε, τυχαία, να αναπτυχθεί έτσι ώστε να αλλάζει χρώματα που ταιριάζουν στο άμεσο περιβάλλον.

Έχουμε την ανάγκη να πούμε ότι τα τριαντάφυλλα έχουν αγκάθια για να προστατευτούν από τα μηρυκαστικά ζώα, αντί να πούμε ότι τα τριαντάφυλλα επέζησαν επειδή κατά σύμπτωση έχουν αγκάθια που απωθούν τα μηρυκαστικά.

Αυτά, για τον ίδιο λόγο για τον οποίον, αν και ξέρουμε ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, λέμε ότι ο ήλιος ανατέλει και δύει, σαν να κινείται εκείνος, στην σκέψη/αντίληψή μας.


Πιστεύουμε ότι έιμαστε κάτι το καταπληκτικό και ξεχωριστό, δημιουργημένο από τον Θεό καθ' ομοίωσή του (κι' ας χαρακτηρίζει το «Πιστεύω» την Ζωή/Υιό «γεννηθέντα, ου ποιηθέντα») αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν, ή κατανοούν την σημασία, του γεγονότος ότι ένα μεγάλο μέρος του προσχεδίου μας, του DNA μας, είναι ταυτόσημο με το DNA ακόμα και των δέντρων και των φυτών --και ότι το DNA των χιμπατζήδων και το δικό μας διαφέρουν κατά λιγότερο από 4%. Πράγμα που προτείνει μάλλον ότι ο άνθρωπος δημιούργησε τον Θεό κατά δική του ομοίωση, ώστε να βρει ο άνθρωπος την δικαιολογία να σταματήσει να ερευνά και να σκέπτεται εκείνα τα σκεπτικά που θα μείωναν την σημασία του στο σύμπαν.
Οι ερωτήσεις που κάνει ο άνθρωπος και οι υποθέσεις που προτείνει ως απαντήσεις έχουν πάντα να κάνουν με την πρωτεραιότητα της ύψιστης ΣΗΜΑΣΙΑΣ και κεντρικής θέσης του «Εγώ» στο σύμπαν την οποία αποδίδει ο άνθρωπος στον εαυτό του. Τίποτα άλλο. 

Και έχουμε την ανάγκη να πούμε ότι υπάρχει «σκοπός» στην ζωή μας, και επειδή δεν κατανοούμε τον σκοπό, λέμε ότι κάποιος μας δημιούργησε για δικό του σκοπό, τον αποκαλούμε «Θεό» και ο σκοπός μας είναι να τον υπακούμε και να τον υπηρετούμε.

Τα τελευταία 300.000 χρόνια που υπάρχουμε εμείς, ο Χόμο Σάπιενς, όπως υπάρχουμε σήμερα, υπήρχαν και άλλα ανθρωποειδή υπο-είδη που εξελίχτηκαν σαν κι’ εμάς: οι Νεαντερντάλ, οι Ντενίσοβαν, και οι Χόμο Φλορενσιένσις (τουλάχιστον αυτούς γνωρίζουμε. Μπορεί να υπήρχαν και περισσότερα υπο-είδη τα οποία δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα). Αλλά σήμερα υπάρχουμε μόνο εμείς. Τα άλλα υπο-είδη εξαφανίστηκαν. Είμασταν εμείς οι «επίλεκτοι», ή μήπως απλά επιζήσαμε περισσότερο από τους άλλους, ενσωματώνοντας μέρη του DNA τους μέσω διασταυρώσεων επειδή η δική μας βιολογία ήταν ελάχιστα πιο κυριαρχική/επικρατέστερη από την δική τους (οι διασταυρώσεις είναι άλλωστε αποδεδειγμένες: η κατάσταση του Διαβήτη [Ζάχαρο] στο πάνκρεας, παραδείγματος χάριν, αποδεδειγμένα προέρχεται από DNA των Νεαντερτάλ).

Ο βιολογικός εγκέφαλός μας, που λειτουργεί σαν υπολογιστής, και λειτουργεί τόσο πολύπλοκα, και δημιουργεί την ψευδαίσθηση του "Εγώ" και την ερώτηση του "τι, που και γιατί Είμαι"... --είναι τόσο "θαυμαστός" για μάς αυτός ο βιολογικός μας εγκέφαλος που του αποδίδουμε την έννοια «νους» (από την νόηση) ή την έννοια «ψυχή» (από την ανάγκη να ξεχωρίσουμε την σάρκα από το πνεύμα ώστε ο θάνατος της σάρκας να μην συνεπάγεται την λήξη του «Εγώ»). Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την απόλυτη ανάγκη να αποδίδει αιτία στην οποιαδήποτε ερώτηση, αλλιώς «βραχυκυκλώνει» και σταματά. Ο εγκέφαλός μας δεν έχει την απόλυτη ανάγκη να βρει απάντηση αλλά έχει την απόλυτη ανάγκη να αποδώσει αιτία στην οποιαδήποτε ερώτηση, έτσι ώστε να της δώσει λογική δομή, ώστε να την επεξεργαστεί (σαν απλός υπολογιστής που είναι). Καθώς ο εγκέφαλος επεξεργάζεται την ερώτηση, αν φτάσει σε σημείο να κουραστεί χωρίς να βρει αποδεδειγμένη απάντηση (ή δει ότι οδηγείται σε απάντηση που δεν του αρέσει), αποδίδει απάντηση υποθετική (αναπόδεικτη) και αφηρημένη, ώστε να αυτο-ικανοποιηθεί.
Εν τω μεταξύ τα παντα τα βλέπουμε υπό το πρίσμα της κατανόησής μας. Παραδείγματος χάριν, επειδή ένα πολύ μικρό μέρος του συνόλου του φάσματος μηκών κύμματος ενεργείας ερεθίζει το μάτι μας και δίνει στον εγκέφαλο την νοητή ψευδαίσθηση φωτινότητας και χρωμάτων, πιστεύουμε ότι υπάρχει φως, χωρίς να ενδιαφερόμαστε για το γεγονός ότι δεν υπάρχει φως και χρώματα αλλά ενέργεια της οποίας αντιλαμβανόμαστε ένα μικρό μέρος.

Αυτός είναι ο λόγος για την ύπαρξη θρησκειών και ψευδοεπιστημών. Γι’ αυτό υπάρχουν Θεοί, Μυθολογία, και παραπλανητικές δήθεν-θεωρίες: Επειδή πρέπει να δώσουμε ικανοποιητική, για το κάθε μυαλό, απάντηση σε ερωτήσεις τις οποίες ούτε μπορούμε να κατανοήσουμε δομικά, ούτε έχουμε στοιχεία να τις επεξεργαστούμε.

Δεν καταλαβαίνουμε ποιοι, που και γιατί είμαστε, άρα κάποιος ανώτερος από εμάς πρέπει να καταλαβαίνει, και εξ' ου να είναι ο δημιουργός μας. Αλλιώς το ανθρώπινο μυαλό πρέπει να αποδεχτεί ότι δεν υπάρχει «Γιατί;» παρά μόνο τυχαία εξέλιξη. Αυτό είναι κάτι που αν το αποδεχτεί θα χάσει κάθε σκοπό επιβίωσης, γι’ αυτό και το μυαλό αποδέχεται να σταματά, να εργάζεται, και επαφίεται στον «Θεό».

Στην τελική, αυτό προέρχεται από την ανάγκη πίστης. Άλλο να πιστεύει κανείς «κάτι», και άλλο να έχει κανείς πίστη «σε» κάτι. Η διαφορά είναι καθοριστική επειδή για να υπάρξει «πίστη» δεν μπορεί να υπάρχει ανάλυση -γεγονός πολύ βολικό όταν δεν μπορεί κανείς, ή δεν θέλει, να αναλύσει (γιατί ή δεν μπορεί ή δεν του αρέσει η απάντηση επειδή μειώνει την σημασία του ίδιου).


Εφηύραμε τον Θεό (ή το ευφυές σχέδιο/intelligent design) ώστε να αποδώσουμε σημασία στον ποιοί είμαστε. Το να είμαστε η αυτοσυνείδηση ενός Άπειρου αλλά τυχαίου σύμπαντος δεν μας αρκούσε ούτε μπορούμε να το κατανοήσουμε. Και η θέση μας σε αυτό μας φαίνεται ασήμαντη. Αν όμως μας δημιούργησε ο Θεός, η σημασία μας αυξάνεται, και δεν χρειάζεται και να κατανοήσουμε τίποτα άλλο.
Η ειρωνία είναι ότι πολλοί από εκείνους που έχουν την τόλμη νόησης να πιστεύουν ότι δεν υπάρχει αυτόνομος «θεός» ή ευφυής σχεδιασμός του σύμπαντος, επιλέγουν τον αυτοπροσδιορισμό «άθεος», ως έκφραση εκείνου του σκεπτικού που στην τελική δεν είναι τίποτα παραπάνω από την δική τους πίστη --το δικό τους δόγμα. Θα ήταν απαραίτητη, και για εκείνους, η ικανότητα να μην χρειάζονται έναν αυτοπροσδιορισμό, ομως τον χρειάζονται: έναν αυτοπροσδιορισμό ο οποίος στην ουσία, στην προκειμένη, δεν λέει τίποτα περοσσότερο από, απλά, το τι δεν πιστεύουν (το «α» του «άθεος»). Εμένα τον Δημήτρη δεν μ' ενδιαφλερει ρε φίλε το τι ΔΕΝ πιστεύεις! Δεν με ενδιαφέρει η θέση άρνησης. Κάτι θετικό και συνδετικό έχεις να πεις;

Το να μην χρειάζεται όμως κανείς να αυτοπροσδιοριστεί καν ως άθεϊστής ή άθεος προϋποθέτει ακόμα πλατύτερη γαλήνη και ισχυρότερη δύναμη αποδοχής του ότι δεν υπάρχει «γιατί» ούτε «διότι».
Το να καμουφλάρουν την σκέψη τους πίσω από μία ετικέτα που επιτίθεται στους άλλους χρησιμοποιώντας τον προσδιορισμό του τι δεν πιστεύουν οι ίδιοι, δεν είναι περισσότερο εποικοδομητικό από το να πιστεύουν σε οποιοδήποτε άλλο δόγμα --απλά το δόγμα τους είναι αρνητικό. Η δύναμις θα βρισκόταν εκεί όπου δεν θα χρειαζόταν την ενσωμάτωση της άρνησης-επίθεσης σε άλλους και θα παρουσιαζόταν σαν ένα απλό μέρος ενός τεράστειου και άπειρου συνόλου.
Προσέξτε: δεν εννοώ την αυταρέσκεια της μεγαλοπρεπούς θέσης του να «επιτρέπω» στους άλλους να πιστεύουν ότι θέλουν, αλλά την ταπεινωσύνη του να θεωρώ τον εαυτό μου μέρος ενός συνόλου όπου ο καθένας έχει ίσης αξίας γνώμη την οποία όλοι να μιραστούμε και όλοι να σεβόμαστε σαν ίσης αξίας με την δική μας. Αυτά των άθεων ότι έχουν την μεγαλοπρέπεια να επιτρέπουν στους άλλους να έχουν την δική τους γνώμη είναι αλλαζωνία του κώλου γιατί απλά αυτοσυγχαίρονται για την μεγαλοπρέπειά τους.

Όλες οι αποδείξεις γύρω μας φωνάζουν ότι δεν υπάρχει «Γιατί» (δεν τις ακούμε, δεν τις βλέπουμε και δεν τις συζητάμε).

Στο δικό μου το νιονιό, για μένα προσωπικά, το Άπειρο και τυχαίο σύμπαν είναι η πιο μεγαλειώδης έκφραση ομορφιάς --εκεί που δεν υπάρχει ανθρωπομορφικό «Γιατί;» (Είμαι βλέπετε αναρχικός, άρα το βρίσκω πολύ εύκολο να υπάρχω στην αναρχία του σύμπαντος). Και δεν βλέπω τους άλλους, ή την πίστη τους σαν ξεχωριστή από εμένα ούτε βλέπω εμένα αρνητικό εναντίων τους --το αφήνω σε εκείνους να αισθάνονται αρνητικοί εναντίων μου και από την πλευρά μου αισθάνομαι ένα με όλους και το παν, συμπληρωματικά, όχι αφαιρετικά. Ζήσε και άσε τους άλλους να ζήσουν, όλοι σαν ένα σύνολο μαζί, ο καθένας με τις ψυχικές του ανάγκες και τις απαραίτητες για τον καθένα κοινωνικές οργανώσεις.

Αντί να λέω ότι είμαι «άθεος», προτειμώ, για μένα, να ρωτήσω όλους ποιό είναι το πρόβλημα του να εννοήσουμε την λέξη «θεός» σαν την ποιητική έκφραση του τι δεν κατανοούμε, και ότι υπό αυτή την οπτική το ίδιο το σύμπαν είναι (σαν ποιητική έκφραση) «θεός» του οποίου τα άτομα που μας αποτελούν είναι προαιώνιο και ομοούσιο μέρος... 

Αν όχι τίποτα άλλο, άλλωστε, οι εκκλησίες και οι θρησκείες, έχουν συνεισφέρει περισσότερα στο να κρατάν κάποια ινία στην κοινωνία, τα οποία φέρουν στην κοινωνία κάποιους, έστω και θείους, νόμους, και προσφέρουν ένα παραμύθι χνουδωτής ασφάλειας, παρά το πόσα εγκλήματα έχουν διαπράξει --και έχουν διαπράξει οι θρησκείες, ιδίως ο Χριστιανισμός τον μεσαίωνα, αρκετά εγκλήματα απάνθρωπα κατά όσων δεν συμφωνούν μαζί τους, που στην τελική τα εγκλήματα των εκκλησιών έχουν ρίζες πολιτικές και οικονομικές και διόλου θείες (οι εξτρεμιστές ισλαμιστές του 21ου αιώνα είναι ερασιτέχνες μπροστά στα εγκλήματα και γενοκτονίες πεπραγμένα εκ των Χριστιανών του Μεσαίωνα και της Εποχής της Εξερεύνησης της Γης). Αλλά μπορεί να πει κανείς ότι τα θετικά είναι σημαντικότερα από τα αρνητικά, κοινωνικά τουλάχιστον.

~

Άσε που δεν υπάρχει καν «ύπαρξη». Η Ύπαρξη χρειάζεται απαραιτήτως, πριν, τώρα και μετά, για να συνειδητοποιηθεί. Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον. Το ότι υπάρχουμε, το συνειδητοποιούμε σε γραμμικό χρόνο: Σκέφτομαι, άρα υπάρχω, και η κάθε σκέψη συνέβη κλάσμα του δευτερολέπτου πριν τό «άρα» της συνειδητοποίησης της δομής του σκεπτικού.
Εν τω μεταξύ...
- Το Παρελθόν δεν υπάρχει παρά μόνο στην συνειδητοποιημένη μνήμη του τι έγινε κάποτε (έστω και πριν ένα κλάσμα του δευτερολέπτου).
- Το Μέλλον δεν υπάρχει γιατί δεν έχει συμβεί ακόμα.
- Θα μου πείτε ότι υπάρχει το Παρόν... Αλλά, πόσο χρόνο μακρύ είναι το Παρόν; Ένα μήνα; Μια μέρα; Ένα δευτερόλεπτο;
Όχι.
Το παρόν είναι απλά το σημείο επαφής του Παρελθόντος και του Μέλλοντος και σαν σημείο επαφής έχει μηδέν πάχος.
Άρα ούτε το Παρόν «υπάρχει».
Μπορεί άραγε το βιολογικό μυαλό να το κατανοήσει αυτό, τοιουτοτρόπως «κατανοώντας» την ανυπαρξία του;

Ολα ήταν τόσο ωραία στο ζωικό βασίλειο στην επιφάνεια του μικρού αυτού χαλικιού που περιοστρέφεται γύρω από ένα ασήμαντο άστρο σε μία χαμένη γωνιά ενός από τα τρισεκατομμύρια γαλαξίες... αλλά με την τυχαία εξέλιξη ο νους μας γεύτηκε το φρούτο της γνώσης, συνειδητοποίησε ότι ήταν γυμνός και ότι ο κόσμος συνεπάγει και δυστυχία, ανάλογα με το τι δεν έχει ο άνθρωπος από αυτά που συνειδητοποιεί και αποφασίζει ότι θα ήθελε να έχει, άρα δεν είναι πλέον στον παραδεισένιο Κήπο της Εδέμ. Το φρούτο της γνώσης ήταν «απαγορευμένο» εφ' όσον και για όσο θα θέλαμε να παραμείνουμε ευτυχισμένα ζώα. Η επιστροφή στον «παράδεισο» γίνεται μόνο όταν σταματάμε να σκεφτόμαστε (να πεινάμε για γνώση), ή... όταν δούμε την άπειρη γνώση σαν παράδεισο χωρίς να χρειαζόμαστε να δώσουμε, στην ίδια την γνώση, ορισμούς, αιτίες και «Γιατί;».
Και ναι, η γυναίκα είναι εκείνη που γέννησε το φρούτο του δέντρου της Γνώσης επειδή είναι η γυναίκα εκείνη που διαιωνίζει και αναπτύσει την ζωή και τις επόμενες γενεές και την εκπαίδευσή τους και την ανατροφή τους --παρά τα όποια βραβεία απαιτήσει ο άντρας για την δικιά του μαγκιά. Όπως λέει και το τραγούδι, κόντρα στην αρσενική αυτο-ικανοποίηση, «ίσως ο Θεός να είναι γυναίκα». Άλλωστε, ακόμα και στον Χριστιανισμό της Νίκαιας και της Νέας Ρώμης, και ιδιαίτερα της (παλαιάς) Ρώμης, για τον καθημερινό «πιστό» η πιο προσιτή έκφραση του Θείου είναι η μητέρα του θεού, η Παναγιά, αποδεικνύοντας έτσι ότι η ανθρώπινη ανάγκη που γέννησε τις γυναικείες θεότητες σε όλες τις θρησκείες, απλά έφερε την αίσθηση της ανάγκης για την Μητέρα (Γη) και στον Χριστιανισμό, ακριβώς όπως υπήρχε και στον Παγανισμό και σε όλες τις άλλες εκφράσεις πίστης και απόπειρες προστασίας από το αναπάντητο «Γιατί;».  Ή πρώτη και τελευταία λέξη του ανθρώπου: Μάνα! και ενδιάμεσα στην πρώτη και τελευταία λέξη του Χριστιανού: Παναγιά μου! Επειδή, έχουμε την ανάγκη για προστασία από το «Γιατί;».



(Η γνώμη χρειάζεται μόρφωση, αλλά η μόρφωση δεν είναι απαραίτητα παράγωγο μελέτης: είναι παράγωγο κατανόησης (μην ξεχνάμε ότι στα πανεπιστήμια σπουδάζουμε εκείνα που ανακάλυψαν άνθρωποι που δεν είχαν πάει καν σχολείο σε πολλές περιπτώσεις --ο Πυθαγόρας, φερ' ειπείν, δεν είχε πάρει ούτε μπακαλορεά ούτε λόουερ). Δεν υπάρχει πιο κωμικοτραγικό πράμα από το να λέει κανείς να ακούσουμε τι λέει κάποιος άλλος επειδή ο κάποιος άλλος είναι ...καθηγητής (με λοφία και περικεφαλαίες). Είπαμε! Είμαι Αναρχικός!)



Και, η απλούστερη πίστη/κατανόηση, αλλά με υπέρτατο μεγαλείο στην απλότητά της, ταπεινότερη, πλέον σφαιρικά τοποθετημένη και περισσότερο από όλες τις άλλες ικανή να μας δέσει με την φύση μας, σαν μέρη της φύσης, εκφράστηκε από τον άνθρωπο εκεί που δώσαμε το όνομα Βόρειος Αμερική.
Όταν ήμουν 19 χρονών, πριν φτάσω στον τόπο που ήταν πάντα η εστία μου, είχα γράψει ότι αν η ομορφιά είναι η αρμονία μεταξύ του περιβάλλοντος και της συνείδησης, τοτε ευτυχία πρέπει να είναι η συνειδητοποίηση ότι αυτή η αρμονία υπάρχει. 
Πόσο δύσκολο να αποδοθεί στα Ελληνικά, ή ακόμα και στα Αγγλικά, ο στόχος του ανθρώπινου όντος «να περπατά μέσα στην ομορφιά σαν μέρος της» («To walk in Beauty»), όπου ως «ομορφιά» εννοείται η πλήρης αρμονία μεταξύ των πάντων και του παντός, του Μεγάλου Πνεύματος (Great Spirit) που είναι το παν. Μία κατανόηση της ύπαρξης που δεν έχει ανάγκη το «γιατί;» 
Όταν η φύση υπάρχει σε αρμονία,
Όπου, το «γιατί;» δεν έχει σημασία.





















Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Γνώση;








Οι προηγούμενες τρεις αναρτήσεις πρότειναν το τι θα μπορούσε να μας ενδιαφέρει, και τι θαυμαστού συνόλου είμαστε μέρη.
Είμαστε ομοούσια μέρη ενός και μόνο συνόλου το οποίο ένα σύνολο μπορεί να γίνει αντιληπτό και με την
τριαδική υπόσταση του σύμπαντος, ζωής, και λειτουργικότητας (νόμοι της φυσικής και της εξέλιξης).
Ένα αδιαίρετο σύνολο με τρείς νοητές υποστάσεις όπου εμείς είμαστε τα ίδια τα άτομα που αποτελούν το σύμπαν και 
μπορούμε να συλλογιζόμαστε τι είμαστε επειδή η εξέλιξη μας επέτρεψε να φτάσουμε στο σημείο που φτάσαμε.

Η αλαζονεία όμως που απορρέει από την συνειδητοποίηση της ύπαρξης μας προτάσσει να θέλουμε να πιστεύουμε ότι
είμαστε κάτι το ξεχωριστό από το σύμπαν, ότι είμαστε το κέντρο του σύμπαντος,
και ότι ο Λόγος για τα πάντα ακολουθεί την δική μας λογική.
Και έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε ότι υπάρχει, ότι πρέπει να υπάρχει Λογος.
Μας είναι φοβερό να τολμήσουμε να σκεφτούμε ότι ίσως να μην υπάρχει αιτία άλλη από το τυχαίο.
Εκει που η ανθρώπινη λογική (ή, η σκέψη) σταματά, ξεκινά το πλαίσιο που πολλοί αποκαλούν "Θεό", ή "Ευφυή Σχεδίαση",
η ανάγκη για πιστοποίηση "Λόγου".
Ώστε να συμπληρώσουμε την ακατανόητη ύπαρξη πλαισιόνοντας ότι δεν κατανοούμε ως "Μυστήριο"
(Θεό του οποίου την "βούληση" δεν μπορούμε να κατανοήσουμε)
Μια "ύπαρξη" που μας κρατά κλειδωμένους σε τρεις διαστάσεις με γραμμικό χρόνο.



Λοιπόν, ποια είναι η ηλικία του Σύμπαντος, όπως την κατανοεί η ανθρώπινη εμπειρία του "χρόνου"; 

Σήμερα, το 2017 της Κοινής Εποχής, η επιστήμη πιστεύει ότι η πλέον πιθανή ηλικία του Σύμπαντος, δηλαδή το πότε έγινε το Μεγάλο Μπαμ, είναι 13,77 δισεκατομμύρια χρόνια. Ή, πριν 13.770.000.000 περιστροφές της Γης γύρω από τον ήλιο.

Στην Ανάρτηση «Ζωή» απλοποίησα το μέγεθος του γνωστού σύμπαντος αναφερόμενος στην ακτίνα 13,77 δισεκατομμύρια έτη φωτός. Θέλω να το αναλύσω λίγο περισσότερο, αυτό, για να αποδώσω την πληρότητα του τι πρεσβεύει η σημερινή επιστήμη: Τα 13,77 δισεκατομμύρια έτη φωτός είναι το πόσο «πριν» στον χρόνο μπορούμε να δούμε σήμερα, αλλά, αυτά που βλέπουμε 13,77 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά από εμάς ήταν εκεί πριν 13,77 δισεκατομμύρια χρόνια. Σήμερα βρίσκονται πολύ μακρύτερα επειδή το σύμπαν εξελίσσεται και φουσκώνει επί 13,77 δισεκατομμύρια χρόνια, οπότε, η επιστήμη σήμερα υπολογίζει (υποθέτει) ότι η πραγματική ακτίνα του γνωστού σύμπαντος είναι κάπου 46 δισεκατομμύρια έτη φωτός. Το παράδοξο της τιμής αυτής, ότι το σύμπαν φουσκώνει με ταχύτητα γρηγορότερη από την ταχύτητα του φωτός είναι επειδή το όριο της ταχύτητας του φωτός υφίσταται μέσα στο σύμπαν, όχι όμως στην εξάπλωσή του.

Αλλά ας επιστρέψω στο σημερινό θέμα:
(Το είδος μας υπάρχει στην σημερινή του μορφή 300.000 χρόνια, δηλαδή το 1/15.000 της ηλικίας της Γης και το 1/45.000 της ηλικίας του σημερινού σύμπαντος, όπου, αν η κάθε μας γενεά είναι 25 χρόνια, το είδος μας υπάρχει επί 12.000 γενεές, αλλά μόνο 180 γενεές από το χτίσιμο των πυραμίδων και 23 γενεές από την Αναγέννηση –λιγότερες από τρεις γενεές από την πρώτη πυρηνική βόμβα)

Πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας δύο σημαντικές λεπτομέρειες στον ορισμό αυτό:
  1. Η μονάδα με την οποία μετράμε τον χρόνο ισούται με μια πλήρη περιστροφή του πλανήτη Γη γύρω από το άστρο που ονομάζουμε ήλιο. Ο ήλιος όμως, και η Γη μας, υπάρχουν για 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, άρα το ένα έτος, η περιστροφή της Γης γύρω από τον ήλιο είναι μόνο μια ανθρώπινη αυθαίρετη μονάδα μέτρησης χρόνου.
  2. Εξετάζουμε μόνο το Γνωστό Σύμπαν. Αυτό είναι το σύμπαν σε τρεις διαστάσεις με γραμμικό χρόνο μιας κατεύθυνσης, που έχει ακτίνα ίση σε έτη φωτός με την ηλικία του. Δεν έχουμε όμως την παραμικρή ιδέα πόσο μεγαλύτερο είναι το συνολικό σύμπαν πέρα από εκείνο που μπορούμε να δούμε. Πιστεύουμε όμως ότι οπουδήποτε στο πραγματικό, συνολικό σύμπαν και να βρίσκεται κανείς, μπορεί να βλέπει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση σε απόσταση που να ισούται, σε έτη φωτός, την ηλικία του σύμπαντος.

Τέλος Πάντως (ή, αρχή): Πιστεύουμε ότι το τωρινό σύμπαν ξεκίνησε με ένα Μεγάλο Μπαμ. Και δεν μπορούμε να υποθέσουμε ούτε τι υπήρχε πριν το Μεγάλο Μπαμ ούτε τι προκάλεσε το Μεγάλο Μπαμ. Και όταν δεν μπορεί να χωρέσει κάτι το μυαλό μας, ονομάζουμε αυτό το κάτι "Θεό", ή "intelligent design" και βγαίνουνε παπάδες να τον λιβανίζουνε.

Από τις ωραιότερες αναμνήσεις μου είναι τα χρόνια που δίδαξα κατηχητικό στα παιδιά της Ελληνικής Ορθόδοξης ενορίας μας στην Μασαχουσέτη των ΗΠΑ. Είχα πει, όταν με ρώτησε ο εφημέριός μας αν θα ήθελα να το κάνω, ότι «Πολύ θα το ήθελα, όμως θέλω την τάξη των 14-15 χρονών γιατί αυτή είναι η ηλικία που η Αρχιεπισκοπή έχει καθορίσει για την ανάλυση του Συμβόλου της Πίστεως (του «Πιστεύω»), και επίσης, αν το αναλάβω, θα πηγαίνω στην τάξη με επιστημονικά βιβλία, βιβλία Φυσικής και Κοσμολογίας, και με βιβλία της NASA». Στο οποίο ο παπάς μας είχε αμέσως απαντήσει «Βεβαίως». Βλέπετε οι Ορθόδοξες εκκλησίες έξω από την Ελλάδα υπάγονται απ’ ευθείας στο Φανάρι και δεν υποκύπτουν αναγκαστικά στην πολιτική και τις μεθόδους της Ελληνικής Αυτοκέφαλης και Ανεγκέφαλης Εκκλησίας. 

Πιστεύουμε ότι το σύμπαν επεκτείνεται και ότι θα επεκτείνεται επ’ αόριστο, και, ότι μια μέρα, τρισεκατομμύρια χρόνια από τώρα, όλα τα άστρα θα κάψουν και το τελευταίο άτομο υδρογόνου και θα σβήσουν, ρίχνοντας το σύμπαν σε ένα απέραντο και αιώνιο σκοτάδι.

Πολύ, πολύ πριν γίνει αυτό, το ηλιακό μας σύστημα και η Γη μας θα έχουν σβήσει. Πιστεύουμε ότι ο ήλιος μας θα ξεκινήσει να γίνεται Κόκκινος Γίγας, και η διάμετρος του ήλιου θα γίνει μεγαλύτερη από την τροχιά της Γης, οπότε και η Γη θα βρίσκεται μέσα στον τεράστιο Κόκκινο Γίγαντα ήλιο, σε 7,6 δισεκατομμύρια χρόνια. Αν ο ήλιος δεν φτάσει να κατασπαράξει την Γη, και η Γη γλυτώσει, τότε ο ήλιος στο τέλος θα σβήσει και η Γη σιγά-σιγά θα τον πλησιάσει, ελαττώνοντας την ακτίνα της τροχιάς της μέχρι να πέσει στην επιφάνεια του σβησμένου ήλιου σε 100,000,000,000,000,000,000 χρόνια.

Αυτά ξέρουμε και πιστεύουμε τώρα. Πριν από αιώνες πιστεύαμε ότι η Γη είναι επίπεδη, ο ήλιος και η σελήνη γυρίζουν γύρω από την Γη και τα άστρα στον ουρανό βρισκόντουσαν εκεί για τέρψη μας και για να προβλέπουε την μοίρα μας και το μεγαλειώδες πεπρωμένο. Πριν πολλές χιλιετηρίδες πιστεύαμε ότι τα άστρα είναι τρυπίτσες στην κουβέρτα της νύχτας.

Οι απόγονοί μας (αν επιζήσει το είδος μας) σε πολλούς αιώνες ή χιλιετηρίδες από σήμερα, θα έχουν ανακαλύψει τόσα περισσότερα πράγματα, που, όταν θα διαβάζουν τι πίστευε η επιστήμη το 2017 θα τους φαίνονται όπως φαίνονται σε εμάς τα περί επίπεδης Γης.

Ήδη σήμερα μπορούμε να γελάσουμε με το πόσο ανθρωπομορφική και ανθρωποκεντρική είναι η επιστήμη μας. Παραδείγματος χάριν, λέμε ότι η ηλικία του σύμπαντος είναι 13,77 δισεκατομμύρια χρόνια ενώ θα έπρεπε να τα ονομάζουμε Γήινα χρόνια. Αν ζούσαμε στον Άρη, ο οποίος κάνει μια περιστροφή γύρω από τον ήλιο κάθε 686,98 Γήινες ημέρες, τότε θα λέγαμε ότι το σύμπαν έχει ηλικία 7,31 δισεκατομμύρια χρόνια, γιατί τα 13,77 Γήινα χρόνια ισούνται με 7,31 Αριανά χρόνια.

Λέμε ότι το σύμπαν έχει ηλικία 13,77 δισεκατομμύρια χρόνια επειδή έχουμε υπολογίσει σε 13 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια την ηλικία των πιο παλιών άστρων που έχουμε παρατηρήσει. Όμως, τα ίδια αυτά άστρα τα υπολογίζαμε ως 15 δισεκατομμυρίων ετών μέχρι πριν λίγα χρόνια, και τότε λέγαμε ότι το σύμπαν έχει ηλικία 15 δισεκατομμυρίων ετών.

Βγάλαμε την Θεωρία της Σχετικότητας που ισχύει από άτομα και επάνω, και την Κβαντική Μηχανική που ισχύει από άτομα και κάτω, αλλά οι δύο δεν συμφωνούν κι' ας αφορούν το ίδιο ένα σύμπαν.

Λέμε ότι οι αποδείξεις που έχουμε προτείνουν ότι το σύμπαν περιέχει ένα συγκεκριμένο βάρος συνολικής ύλης. Η ύλη όμως που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι πολύ λιγότερη από όσο θα έπρεπε να είναι. Γι’ αυτό και έχουμε εφεύρει την θεωρία ότι υπάρχει «Σκοτεινή Ύλη», δηλαδή ύλη που δεν μπορούμε να την δούμε.

Επίσης έχουμε διάφορες θεωρίες για την δομή του σύμπαντος, μιλώντας πότε για πολύ περισσότερες από τρεις διαστάσεις, πότε για δομή σπάγκων (string theory) και δεν είμαστε σίγουροι πως θα συμπεριφερόταν ο χρόνος αν ήταν διάσταση και όχι γραμμικός.

Στην τελική, η επιστήμη έφτασε να «μάθει» τόσα πολλά που, κατά το αρχαίο ρητό, έφτασε να κατανοήσει το πόσο λίγα γνωρίζει (και αυτό χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία από εκείνους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να σκεφτούν παρακάτω, ή δεν μπορούν να αφήσουν στην άκρη τον αθρωπομορφισμό τους και λένε ότι μας τα λέγανε και δεν τους πιστεύαμε όταν μας εξηγούσαν ότι μας έπλασε ο Θεούλης να του κρατήσουμε παρέα αλλά όταν έδωσε η Εύα στον Αδάμ το μήλο που της έδωσε ο Σατανάς γιναμε όλοι αμαρτωλοί και πρέπει να ζητάμε σχώρεση πρωί μεσημέρι βράδυ --α! και δε φταίει ο άντρας που έφαγε το μήλο αλλά η γυναίκα που του τό 'δωσε, και ζήσαμε εμείς σκατά κι' αυτοί χειρότερα).
Σήμερα έχουμε πολλές θεωρίες και εκδοχές για κάθε θεωρία, όπου το μόνο σταθερό είναι η διαφωνία μεταξύ επιστημόνων, αλλά, περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν, συνειδητοποιούμε ότι δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτα (και πάλι, πολλοί χρησιμοποιούν την άγνοια του είδους μας, και την ανικανότητα της λογικής μας να χωρέσει το Άπειρο και το τυχαίο, για να τα παρατήσουν).

Αυτά που ξέρουμε είναι αρκετά για να πηγαίνουμε κούτσα-κούτσα και στα τυφλά στην άμεση περιοχή μας του σύμπαντος και να χτίζουμε τεχνολογία που λειτουργεί τοπικά στον παρόντα χρόνο, καταστρέφοντας όμως τις πιθανότητες επιβίωσής μας καθώς αλλάζουμε την χημική σύσταση του περιβάλλοντος.



Σαν είδος ζωής, το μόνο που έχουμε καταφέρει είναι αφ’ ενός να έχουμε δημιουργήσει τερατώδη πείνα, ανισότητα και δυστυχία ανάμεσά μας, και έχουμε εφεύρει και κατασκευάσει αρκετές πυρηνικές βόμβες για να εξαλίψουμε κάθε ίχνος ζωής από την Γη πολλαπλάσιες φορές (εκτός από τις κατσαρίδες –εκείνες μπορούν να επιζήσουν και πυρηνικό πόλεμο). Τελικά, είμαστε, σαν είδος, ένα πικρό κοσμικό καλαμπούρι. Είμαστε ένα αποτυχημένο τυχαίο «πείραμα» της φύσης, ανίκανοι να αλληλοβοηθηθούμε και να είμαστε αρμονικά μέλη της αυτοσεινήδησης του σύμπαντος, και καθόμαστε και λέμε ότι ειμαστε οι ...εκλεκτοί του «θεού», τρομάρα μας.
Α! και, αν η φιλοσοφία μας, οι θρησκείες μας και η λογοτεχνία μας και η ανύψωση του «πνεύματός μας» είναι τόσο καταπληκτική, μα τον Σωκράτη, τον Βούδα, τον Γεσουά και τον Σαίξπηρ, γιατί υπάρχει το πνεύμα μόνο στις βιβλιοθήκες αλλά στην καθημερινότητα τα κάνουμε όλα σκατά επί χιλιετηρίδες και είμαστε έτοιμοι να αυτοαφανιστούμε αγωνιωδώς αυνανιζόμενοι;