Αρχικά γραμμένο το 1937 από τον Abel Meeropol, το "Strange Fruit" είναι ένα σκοτεινό και βαθυστόχαστο τραγούδι που επικεντρώνεται στο λιντσάρισμα Αφροαμερικανών στα Νότια Κράτη της Αμερικής κατά την εποχή του Jim Crow.
Οι δυσοίωνοι στίχοι απεικονίζουν τα μαύρα θύματα ως φρούτα που κρέμονται από ένα δέντρο πριν σαπίσουν και αποσυντεθούν. Μια παρόμοια αφήγηση με το λιντσάρισμα και την επακόλουθη εξόντωση των θυμάτων.
Αν και διασκευασμένο από πληθώρα καλλιτεχνών, το "Strange Fruit" κέρδισε δημοτικότητα και προσοχή μετά τη διασκευή της Billie Holiday το 1939. Το τραγούδι πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε τραγούδι διαμαρτυρίας, το οποίο η Holiday συνέχισε να ερμηνεύει ζωντανά παρά τις σοβαρές απειλές που έλαβε από οργισμένους επικριτές. Η επιμονή της να συνεχίσει να ερμηνεύει το τραγούδι, αγνοώντας τα προσωπικά της διακυβεύματα, την οδήγησε στη φυλακή, της απαγόρευσε την είσοδο σε επιλεγμένα νυχτερινά κέντρα και έπαιξε σημαντικό ρόλο στον πρόωρο θάνατό της το 1959.
~~~
Ο ρατσιμος είναι ανθρώπινη φύση. Μόνο ο διαλογισμός μπορεί να εξουδαιτερώσει τον ρατσισμό. Ο πραγματικός και ειλικρινής ρατσιστής δεν είναι εκείνος, ή εκείνη, που φοράν καπέλο της MAGA ή αγκυλωτό σταυρό. Ο πραγματικός ρατσισμός ξεκινά από τον απλό, απλοϊκό λευκό άνθρωπο που κοιτάζει έναν μαύρο και έναν κινέζο και σκέπτεται ότι δεν μπορεί αυτοί να είναι ίδια ράτσα με εκείνον, παρόλα όσα εξηγεί η επιστήμη και η ανθρωπολογία περί της ράτσας χόμο σάπιενς.
~~~
Η συνεχής Ιστορία των Ενωμένων Κρατών της Αμερικής ξεκινά από το προπατορικό αμάρτημα της Αμερικής, την Δουλεία. Υπάρχει μια συνεχής, ευθεία γραμμή. Πάνω σε αυτή τη γραμμή, το 1865, και το 1965 είναι σαν χθες.
Όταν ο παλιός Νότος, «μια χώρα με γενναίους Ιππότες και Βαμβακοφυτείες και τις αγνές τους Κυρίες, τον Αφέντη και τον Σκλάβο», έχασε τον Εμφύλιο Πόλεμο την άνοιξη του 1865, και τα Συνομόσπονδα Κράτη αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ομοσπονδιακή Ένωση, μια ομάδα που περιλάμβανε πολλούς πρώην βετεράνους του στρατού των Συνομόσπονδων Κρατών ίδρυσε το πρώτο παράρτημα μιας κοινωνικής λέσχης στην πόλη Πουλάσκι του κράτους του Τενεσή το καλοκαίρι του 1865.
Ονόμασαν την κοινωνική αυτή λέσχη: «Ο Κύκλος της Οικογένειάς μας». Χρησιμοποίησαν την Ελληνική λέξη «κύκλος» αλλά δεν ήξεραν πως να την γράψουν ή πως να την προφέρουν. Την πρόφεραν Κούκλουξ και την έγραψαν Kuklux. Για «οικογένεια» χρησιμοποίησαν την Σκωτσέζικη λέξη Clan. Kuklux Clan. Πολύ σύντομα αλλάξανε το Kuklux σε δύο λέξεις αντί μια, και αλλάξανε το C της Clan σε K, ως Klan. Ku Klux Klan. KKK.
Μέχρι το τέλος του 1865 η Κου Κλουξ Κλαν είχε διαδοθεί στις περισσότερες πόλεις, σε όλα τα κράτη του παλιού Νότου. Η ΚΚΚ αντιπροσώπευε πλέον τον παλιό Νότο. Η ΚΚΚ συνέχισε την κληρονομιά του Λευκού, παλιού Νότου.
Τα επόμενα 160 χρόνια η Κου Κλουξ Κλαν, ή όπως την λένε σε συντομία: η Κλαν, πέρασε από εξελισσόμενες δομές. Καθώς περνούσε ο καιρός και ο λευκός εθνικισμός και ρατσισμός του παλιού Νότου θέριευε, η Κλαν έφτασε πάνω από 6 εκατομμύρια επίσημα, εγγεγραμμένα μέλη το 1920.
Την δεκαετία του 1920, στο απόγειο της δύναμής της, η Κου Κλουξ Κλαν πραγματοποίησε μαζικές, δημόσιες πορείες στην Ουάσινγκτον, ως επίδειξη δύναμης για το κίνημα του «100% Αμερικανισμού». Η πιο σημαντική από αυτές ήταν στις 8 Αυγούστου 1925, όταν μεταξύ 30.000 και 40.000 μελών διαδήλωσαν στην Λεωφόρο Πενσυλβάνια προς το Καπιτώλιο των ΗΠΑ.
Μέλη της Κου Κλουξ Κλαν δολοφόνησαν τρεις ακτιβιστές για τα πολιτικά δικαιώματα —τον Τζέιμς Τσέινι, τον Άντριου Γκούντμαν και τον Μάικλ Σβέρνερ— στις 21 Ιουνίου 1964, κοντά στη Φιλαδέλφεια του Μισισιπή. Οι ακτιβιστές απήχθησαν, πυροβολήθηκαν και θάφτηκαν σε ένα χωμάτινο φράγμα μετά την απελευθέρωσή τους από φυλακή της κομητείας Νεσόμπα.
Το FBI ανακαλύπτει τα πτώματα των τριών ακτιβιστών θαμένα, στο Μισσισσίπι το 1963.
Η Κλαν υπάρχει ακόμα. Ο πατέρας του Ντοναλντ Τραμπ, ο Φρεντ Τραμπ, ήταν μέλος, πάντως τα μέλη είχαν λιγοστέψει πολύ. Οι λέσχες μίσους ξαφνικά πολλαπλασιάστηκαν σε αριθμό με την εκλογή του Ομπάμα, και μετά πάλι με την εκλογή του Τραμπ το 2016.
Οι επί κεφαλής της Κλαν, μάλιστα, ήταν οι πρώτοι που έδωσαν επίσημα την υποστήριξή τους στην υποψηφιότητα του Τραμπ για πρόεδρος. Είπαν, το 2016, ότι όποιος δεν υποστηρίζει τον Τραμπ είναι προδότης της Ιδέας του Νότου.
Αριθμός ομάδων της Κου Κουξ Κλαν
Year
Number listed
1990
28
2010
221
2013
163
2014
72
2015
190
2016
130
2017
72
2018
51
2019
47
2020
25
2021
18
Η εκλογή του Ομπάμα ανέβασε τον αριθμο των ομάδων στις 221.
Η υποψηφιότητα του Τραμπ ανέβασε τις ομάδες από 72 σε 190
Ντέιβιντ Ντιουκ
Ο υποστηρικτής του Τραμπ, Ντέιβιντ Ντιουκ μπροστά από έναν φλεγόμενο σταυρό σε μια συγκέντρωση της Κου Κλουξ Κλαν στο Στόουν Μάουντεν Παρκ, Στόουν Μάουντεν, Τζόρτζια, το 1975, σαράντα χρόνια πριν υποστηρίξει τον πρώτο «Συνομόσπονδο» πρόεδρο της Αμερικής.
Ο Ντέιβιντ Ντιουκ, πρώην «μεγάλος μάγος» της Κου Κλουξ Κλαν και υποστηρικτής της λευκής υπεροχής, έχει εκφράσει την υποστήριξή του στον Ντόναλντ Τραμπ σε διάφορα σημεία από τον εκλογικό κύκλο του 2016, επικαλούμενος κυρίως τις κοινές απόψεις τους σε θέματα όπως η μετανάστευση και την πεποίθησή του ότι ο Τραμπ μιλάει εκ μέρους των «Ευρωπαίων-Αμερικανών».
Με Εκτελεστικές Διαταγές του Τραμπ, ιστορικά εκθέματα που αναφερόντουσαν στην Δουλεία έχουν εξαφανιστεί τον τελευταίο χρόνο απο Μουσεία, Σχολεία, πλατείες και Εθνικά Πάρκα.
Το να λέει κανείς ότι ο Εμφύλιος είναι αρχαία ξεχασμένη Ιστορία είναι απλά φαιδρό, αμόρφωτο, και δηλώνει πλήρη παν-άγνοια του τι είναι η Αμερική.
ΥΓ. Και λίγο Ελληναράδικο χιούμορ, εντελώς συμπτωματικό μια που οι Έλληνες
ως επί το πλείστο δεν σκάμπάζουν αυτό που πρόκειται τώρα να εξηγήσω:
Ο πολιτισμός των 11 κρατών του παλιού Αμερικανικού Νότου εξαρτάτο και
επιβίωνε από αγροτική οικονομία με μηδενικό κόστος εργατικού δυναμικού εφ’ όσον
το εργατικό δυναμικό του Νότου ήταν σκλάβοι τους οποίους απήγαγαν από την
Αφρική. Το πρόβλημα ήταν ότι οι σκλάβοι έπρεπε να φάνε κάτι κάθε μέρα για να
μην πεθάνουνε, να συνεχίσουν να δουλεύουνε, και το φαγητό τους έπρεπε να το
πληρώσουν οι ιδιοκτήτες τους. Η επιστήμη των οικονομικών πρότεινε να βρεθεί το
πιο φτηνό φαγητό με το οποίο να τους ταΐζουνε, και έτσι, οι ιδιοκτήτες των
σκλάβων φέρανε από την γενέτειρα των σκλάβων τους, την Αφρική, ένα λαχανικό
πάμφθηνο που άρεσε στους Αφρικανούς. Ένα λαχανικό που το λένε Okra. Μέχρι σήμερα στην Αμερική το να πεις σε κάποιον
Αφρικανό-Αμερικανό να φάει Okra θεωρείται ρατσιστική
ύβρης.
Αυτό είναι συμπωματικά ιδιαίτερα ευτυχές για Ελληνόφωνες με αίσθηση του
Ελληνικού χιούμορ επειδή, στα Ελληνικά, το λαχανικό Okra λέγεται Μπάμια.
Έτσι, Έλληνες με πνεύμα μπορούν να πουν
τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, Μπάμια, ή Ομπάμια. Δεν θα μάθουμε όμως ποτέ αν οι
πνευματώδεις αυτοί Έλληνες τον λένε Ομπάμια σαν ρατσιστική βρισιά γνωρίζοντας
τι σημαίνει το έξυπνο αυτό λογοπαίγνιο, ή αν το κάνουν κατά λάθος χωρίς να
έχουν ιδέα περί της ιστορίας του λαχανικού Okra στην Αμερική, όπως
συνήθως δεν έχουν ιδέα ως προς το τι συμβαίνει μέσα στην Αμερική ούτως ή άλλως.
Βέβαια… αν δεν το ξέρανε και τώρα το μάθανε, η Ελληνική απάντηση είναι συνήθως:
«Να κι’ αν είναι ρατσιστικό, να κι’ αν δεν είναι! Οι Δημοκρατικοί φταίνε επειδή
είναι γουώκ! (αφυπνισμένοι)»
Μετά από την ολική και κατά κράτος νίκη του Οσάμα Μπιν Λάντεν κατά των
Ενωμένων Κρατών της Αμερικής στις πρωινές ώρες της 11 Σεπτεμβρίου 2001, η
Αμερική για πρώτη φορά στην Ιστορία της ένοιωσε κάτι πρωτόγνωρο για εκείνη.
Ένοιωσε φόβο. Τα επόμενα οκτώ χρόνια της θητείας του ρεπουμπλικάνου προέδρου Μπους (του «W») είδαν ανήκουστους νόμους παραβίασης της ιδιωτικότητας, σε επίπεδο
αντισυνταγματικό, αιτιολογημένους σαν Εθνική Ασφάλεια στον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είχε σκοπό άλλο από τον έλεγχο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με στόχο το πετρέλαιο.
Επίσης τα οκτώ αυτά χρόνια είδαν πλήρες ξεχαρβάλωμα οποιασδήποτε πειθαρχίας και
λογικής στο τραπεζικό σύστημα, που οδήγησε στο κραχ στεγαστικών δανείων και αξίας ακίνητων περιουσιών του 2008.
Ο Δημοκρατικός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, που τώρα έχει μείνει στην Ιστορία σε
θέση μεταξύ έβδομης και ενδέκατης καλύτερων προέδρων ανάμεσα στους 46 προέδρους της Αμερικής, ανάλογα με το ποια ακαδημαϊκή αρχή κάνει την αξιολόγηση, αφ’ ενός κυριολεκτικά έσωσε την Αμερικανική οικονομία από την καταστροφή που ως
συνήθως είχαν φέρει οι Ρεπουμπλικάνοι, με πλέον τρανταχτά παραδείγματα το 1929 και το 2008, αλλά, αφ’ εταίρου, λόγω του χρώματος του
δέρματός του ήταν η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι του παλιού Νότου, η πολιτιστική κληρονομιά του οποίου είναι σπαρμένη σήμερα και σε βοριότερα κράτη του midwest.
Τα υπόλοιπα
είναι γνωστά. Αφού ο Ντόναλντ Τραμπ πέρασε πέντε χρόνια αφρίζοντας στο στόμα ότι ο Ομπάμα δεν είχε γεννηθεί λέει στην Αμερική, ισχυρισμός που διαψεύτηκε, κατέβηκε από την κυλιόμενη σκάλα του Πύργου
Τραμπ στις 16 Ιουνίου του 2015 και ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για πρόεδρος, λέγοντας ότι οι
μη-λευκοί μετανάστες είναι εγκληματίες και βιαστές. Η αντεπίθεση του παλιού Νότου είχε ξεκινήσει προσελκύοντας έναν συνδυασμό ρατσιστών, εθνικιστών, χριστοφασιστών, αμόρφωτων και ηλιθίων.
Και τώρα είμαστε εκεί που είμαστε, εν μέσω ρατσιστικής υστερίας, με την γκεστάπο του Τραμπ (ICE, Immigration and Customs Enforcement, «Υπηρεσία Επιβολής Νόμων Μετανάστευσης και Τελωνίων») να δολοφονεί Αμερικανούς στους δρόμους και να μπαίνει σε σπίτια χωρίς δικαστικό ένταλμα, όπου η λεγόμενη «κυβέρνηση» ακολουθεί εύκολα εξακριβωμένα κατά γράμμα βήματα της εγκαθίδρυσης της Ναζιστικής Γερμανίας (τον Ναζισμό και τον ρατσισμό κι' αν τους πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς).
Το τι αντιπροσωπεύει ο Τραμπ, με λίγη μόρφωση και γνώση του θέματος το
αναγνωρίζει αμέσως ο οποιοσδήποτε.
Ποιοι όμως τον ψηφίζουν, τον Τραμπ;
Στην Αμερική ο πληθυσμός αναγνωρίζεται βάση του πότε γεννήθηκε ο καθένας με
σημασιολογικές ονομασίες των γενεών.
Οι γενιές μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που ορίζονται από διακριτές
κοινωνικές, τεχνολογικές και οικονομικές μετατοπίσεις, διαμόρφωσαν τον σύγχρονο
κόσμο, μεταβαίνοντας από την ανοικοδόμηση μετά τον πόλεμο στην ψηφιακή εποχή.
Τα ονόματα των γενεών από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο καθορίστηκαν σε μεγάλο
βαθμό από συγγραφείς, επαγγελματίες του μάρκετινγκ και κοινωνικούς ερευνητές,
παρά από έναν επίσημο φορέα. Βασικά πρόσωπα περιλαμβάνουν τους Neil Howe και
William Strauss (γνωστούς ως Silent/Millennials), Douglas Coupland (Gen X) και
Mark McCrindle (Gen Alpha), με το Κέντρο Ερευνών Pew να θέτει συχνά καθοριστικά
όρια.
Σημείωση: Στις σήμερα αποδεκτές ονομασίες και περιγραφές των γενεών όπως ακριβώς αναφέρονται πρακάτω, σημειώνεται σε παρένθεση η εμβέλεια των ετών κατά τα οποία γεννήθηκαν. Τα χρόνια κατά τα οποία η κάθε γενεά ήταν ενεργή ως προς τα κοινά, πολιτικά, οικονομικά, κλπ., ξεκινά περίπου 16 χρόνια μετά το πρώτο έτος γέννησης και φτάνει μέχρι περίπου 70 χρόνια μετά το τελευταίο έτος γέννησης, με περισσότερο ένεργά τα 24-60 χρόνια στον ίδιο υπολογισμό.
The Lost Generation(γεννημένοι 1883–1900): Η Χαμένη Γενιά αναφέρεται στην ομάδα συγγραφέων, καλλιτεχνών και νεαρών ενηλίκων που ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Επινοήθηκε από την Gertrude Stein και έγινε δημοφιλής από τον Ernest Hemingway στο βιβλίο του The Sun Also Rises, και υποδηλώνει την εκτεταμένη απογοήτευση, τον κυνισμό και την έλλειψη στόχου που ένιωθαν όσοι είδαν τις παραδοσιακές αξίες, την ηθική και τους κοινωνικούς κανόνες να καταρρέουν από τις φρικαλεότητες του πολέμου.
The Greatest
Generation(γεννημένοι
1900–1924): Το όνομα επινοήθηκε από τον Tom Brokaw στο βιβλίο του, του
1998, για να τιμήσει τη γενιά που πολέμησε στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο,
αντικαθιστώντας τον όρο G.I. Generation. Η γενεά αυτή διαμορφώθηκε από τη Μεγάλη Ύφεση και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Χαρακτηρίζονται από την ανθεκτικότητα, τον πατριωτισμό και τη θυσία τους. Ως η γενιά που πολέμησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο νικώντας τον Φασισμό και τον Ναζισμό, και έχτισε την ευημερία μετά τον πόλεμο, χαρακτηρίζονται από ισχυρή εργασιακή ηθική, λιτότητα και βαθύ αίσθημα προσωπικής ευθύνης, έχοντας μεγαλώσει σε ακραίες οικονομικές δυσκολίες.
The Silent
Generation (γεννημένοι 1925–1945): Επινοήθηκε σε ένα άρθρο του περιοδικού
Time το 1951 για να περιγράψει τους προσεκτικούς νεαρούς ενήλικες που
ενηλικιώθηκαν κατά τη διάρκεια του Κορεατικού Πολέμου και του Μακαρθισμού. Η ετικέτα «Σιωπηλοί» επινοήθηκε επειδή θεωρούνταν λιγότερο επαναστατικοί, πιο ήσυχοι και πιο επικεντρωμένοι στην σκληρή εργασία/τήρηση κανόνων σε σύγκριση με την προηγούμενη γενιά. Αξίες: Εκτιμούν την αφοσίωση, την προσοχή, την οικονομική ασφάλεια και τον σεβασμό για την εξουσία.
Baby Boomers
(γεννημένοι 1946–1964): Ονομάστηκαν για τη δραματική αύξηση (έκρηξη) του ποσοστού
γεννήσεων μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (το "baby boom"). Άσκησαν
επιρροή στο κίνημα για τα πολιτικά και τα εκλογικά δικαιώματα της δεκαετίας των '60, στην
αντικουλτούρα των '60 που πήγαζε από τα '50 και στην άνοδο του καταναλωτισμού. Οι baby boomers έχουν διαμορφώσει βαθιά την οικονομία και την κοινωνία, οδηγώντας τις καταναλωτικές αγορές, ενθαρρύνοντας την επέκταση των προαστίων και, καθώς τώρα συνταξιοδοτούνται, επιβαρύνουν κοινωνικά συστήματα όπως το Medicare και την Κοινωνική Ασφάλιση. Ο τεράστιος πλούτος τους έχει επηρεάσει τις επενδυτικές τάσεις, ενώ η αποχώρησή τους από το εργατικό δυναμικό δημιουργεί ελλείψεις εργατικού δυναμικού και, αντίστροφα, πληθωριστικές πιέσεις λόγω της συνεχιζόμενης ζήτησης για υπηρεσίες.
- Αξιοσημείωτη και καθοριστική υποκουλτούρα των καταναλωτικών Baby Boomers, κίνημα από ανάμεσα από τους Baby Boomers, όχι ξεχωριστή γενιά, στάθηκαν οι Hippies(Χίπηδες), 1965-1975, επίσης ονομαζόμενοι «παιδιά
των λουλουδιών». Αυτοί, οι hippies, ήταν Baby Boomers με τις ρίζες
τους στην αντικουλτούρα των Beat της δεκαετίας του 1950, μια αντικουλτούρα-λογοτεχνικό κίνημα που απέρριπτε τον κομφορμισμό μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τον καταναλωτισμό και τις παραδοσιακές κοινωνικές αξίες. Το κίνημα των hippies εμφανίστηκε επίσημα στην Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του 1960, κυρίως στην
γειτονιά Χέιτ-Άσμπερι του Σαν Φρανσίσκο, και ενεργοποιήθηκαν στο απόγειό τους μεταξύ 1967 και 1970. Υποστήριζαν την «δύναμη των λουλουδιών»,
την ειρήνη, «peace and love», την κοινοτική διαβίωση, τον περιβαλλοντισμό και τη σεξουαλική
απελευθέρωση με ελευθερία στην αγάπη (απελευθέρωση των συναισθημάτων απο τους κανόνες της λευκής κοινωνίας), ενώ απέρριπταν τον κομφορμισμό και τον προαστιακό τρόπο ζωής
των γονιών τους. Η «στιγμή» του κινήματος αυτού ήταν το
φεστιβάλ μουσικής του Γούντστοκ το 1969. Οι Hippies επηρέασαν σημαντικά τη μόδα (μακριά μαλλιά,
μεταχειρισμένα ρούχα), τη μουσική (ροκ εν ρολ) και τη διατροφή, ενώ
πυροδότησαν την κουλτούρα χρήσης ψυχεδελικών ναρκωτικών για την επέκταση της συνείδησης: turn on, tune in, and drop out («ενεργοποίησε τον νου σου, συντονίσου και βγες έξω από το κατεστημένο»). - Βασικοί πολιτιστικοί «ηγέτες» του κινήματος των hippies της δεκαετίας του 1960 ήταν οι υποστηρικτές των ψυχεδελικών ουσιών Timothy Leary και Ken Kesey, ο ποιητής Allen Ginsberg και ο μουσικός Bob Dylan (το αληθινό όνομα του Bob Dylan ήταν Robert Allen Zimmerman [Εβραϊκό όνομα: Shabtai Zisl ben Avraham], γενημένος στις 24 Μαΐου 1941 στην πόλη Duluth του κράτους της Minnesota), οι οποίοι διαμόρφωσαν το ήθος της αντικουλτούρας για την απελευθέρωση, τον πειραματισμό με ναρκωτικά και το αντιπολεμικό αίσθημα. Άλλες σημαντικές προσωπικότητες ήταν ο πολιτικός ακτιβιστής των Yippie, Abbie Hoffman, ο μουσικός Jimi Hendrix και ο κοινοτικός οργανωτής Wavy Gravy. Η διασταύρωση των hippies με την φολκ μουσική έγινε με την συνεργασία και την σχέση της Joan Baez με τον Bob Dylan. Η αποδοχή του Bob Dylan εκ μέρους της ήδη διάσημης Joan Baez γύρω στο 1963 ομαλοποίησε και ανάδειξε το κίνημα που θα λεγόταν hippies λίγα χρόνια αργότερα. - Μετά το 1970, το κίνημα των hippies παρήκμασε καθώς τα μέλη του εντάχθηκαν στο εργατικό δυναμικό, επέστρεψαν στο σχολείο ή στράφηκαν προς πιο εξειδικευμένα πολιτικά, περιβαλλοντικά και κινήματα επιστροφής στη γη, με πολλά να υιοθετούν κυρίαρχους τρόπους ζωής στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ενώ η οργανωμένη, αστική αντικουλτούρα εξασθένισε, τα ιδανικά της στη μόδα, τη μουσική και τον τρόπο ζωής απορροφήθηκαν από την κυρίαρχη κουλτούρα. - Το κυρίως σώμα των babyboomers και το κίνημα των hippies, που λειτούργησαν παράλληλα και σε συνδυασμό οι μεν με το δε, αναμόρφωσαν
ριζικά την κοινωνία και την οικονομία, οδηγώντας σε μαζική καταναλωτική ζήτηση,
προωθώντας φιλελεύθερες κοινωνικές μετατοπίσεις και πρωτοπορώντας στην ψηφιακή
καινοτομία. Έφεραν επανάσταση στον πολιτισμό μέσω του περιβαλλοντισμού, του
φεμινισμού και των αντιπολεμικών διαμαρτυριών, ενώ η οικονομική τους επιρροή
μετατράπηκε από τη δημιουργία προαστιακής εξάπλωσης στη διαχείριση καθαρού
πλούτου περίπου 78 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Generation X
(γεννημένοι 1965–1980): Έγινε δημοφιλής ονομασία από το βιβλίο του Douglas Coupland
του 1991, Generation X: Tales for an Accelerated Culture, αν και ο όρος
χρησιμοποιήθηκε νωρίτερα. Συχνά αποκαλούνται «παιδιά με κλειδί της πόρτας»
λόγω των υψηλών ποσοστών διαζυγίων και των εργαζόμενων γονέων κατά την
παιδική τους ηλικία, και χαρακτηρίζονται από ανεξαρτησία, αυτοδυναμία,
τεχνολογική προσαρμοστικότητα και έντονη έμφαση στην ισορροπία μεταξύ
επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Millennials/Gen Y
(γεννημένοι 1981–1996): Επινοήθηκε από τους συγγραφείς Neil Howe και
William Strauss στο βιβλίο τους Generations του 1991. Αντιπροσωπεύουν μια
σημαντική, τεχνολογικά καταρτισμένη ομάδα εργατικού δυναμικού, η οποία
συχνά χαρακτηρίζεται ως «ψηφιακά ιθαγενής» και ενηλικιώθηκε γύρω στις
αρχές της χιλιετίας.
Generation Z, ή «Zoomers» (γεννημένοι 1997–2012): Αναδύθηκε ως
συνέχεια της Generation X/Millennials, μερικές φορές αποκαλούμενης
Homeland Generation. H πρώτη πλήρως
«ψηφιακά ιθαγενής» γενιά, που χαρακτηρίζεται από την ανατροφή τους με
smartphones, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνεχή συνδεσιμότητα. Είναι
γνωστοί για την πραγματιστική τους φύση, την οικονομική τους
επιφυλακτικότητα και την κοινωνική τους συνείδηση, δίνοντας συχνά
προτεραιότητα στην ψυχική υγεία και την αυθεντικότητα έναντι των
παραδοσιακών επαγγελματικών πορειών.
Generation Alpha
(γεννημένοι 2013–μέσα δεκαετίας 2020): Επινοήθηκε από τον κοινωνικό
ερευνητή Mark McCrindle, γνωστή ως τα πρώτα παιδιά που γεννήθηκαν σε μια
εποχή ευρείας διάδοσης της ψηφιακής τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής
δικτύωσης και των οποίων η παιδική ηλικία διαταράχθηκε από την πανδημία
Covid-19.
Αυτά τα ονόματα γενεών συχνά προκύπτουν από πολιτιστικά σχόλια (όπως άρθρα
περιοδικών ή μυθιστορήματα) και παγιώνονται από ερευνητές αγοράς και
κοινωνιολόγους με την πάροδο του χρόνου.
Εκτός από τις παραπάνω γενεές, στην Αμερική ονομάζεσαι και με το ποιός ήταν πρόεδρος όταν γεννήθηκες. Οι γονείς μου ήταν Roosevelt-babies (1934, Silent Generation), η μητέρα του Κώστα και εγώ είμαστε Eisenhower-babies (1957, 1958, Baby Boomers), η Μαργαρίτα είναι Nixon-Baby (1970, Generation X), ο Κώστας ήταν Bush-Baby (1990, Millennial), και ο Ρικάρντο είναι BushW-Baby (2004 Generation Z).
Ποιά, λοιπόν, είναι η γενεά που ψήφισε τον Τραμπ περισσότερο από τις άλλες;
Η γενεά με κατά 6% περισσότερους ψηφοφόρους του Τραμπ από τις άλλες γενεές, σύμφωνα με δημογραφικές μελέτες, είναι η Generation X, με
δεύτερη σε ψηφοφόρους Τραμπ τους Baby Boomers.
Και δυστυχώς, πράγματι, η Generation X έχει πολύ χαμηλότερο επίπεδο παιδείας και μόρφωσης από τους Baby Boomers, αρα είναι περισσότερο εύτρωτοι από τις μπαρούφες που πετάνε μερικοί θυμωμένοι και απογοητευμένοι γηρεότεροι Baby Boomers. Η Gen X δεν έχει εμπειρία, δεν έχει ιδέα τι φέρνει η ξενοφοβία, ο εθνικισμός... ο ρατσισμός. ...η ένδοξη αναβίωση της Ναζιστικής Γερμανίας και του παλιού Αμερικανικού Νότου, το αυγό του φειδιού. «Με βάση τις δημοσκοπήσεις εξόδου και τα στοιχεία των ψηφοφόρων από τις προεδρικές εκλογές του 2020 και του 2024, η Γενιά Χ (γεννημένη περίπου την περίοδο 1965-1980) έχει αναδειχθεί ως η γενιά με τα υψηλότερα ή μεταξύ των υψηλότερων επιπέδων υποστήριξης προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Στις εκλογές του 2024, οι ψηφοφόροι ηλικίας 45-64 ετών (που σε μεγάλο βαθμό αποτελούν τη Γενιά Χ) τάχθηκαν υπέρ του Τραμπ έναντι της Καμάλα Χάρις με διαφορά 6 μονάδων (52% έναντι 46%), μια μεγαλύτερη διαφορά από αυτή που είχε μεταξύ των Baby Boomers.» Η Generation X ηταν επίσης υπεύθηνη για το ξεσάλωμα καταναλωτισμού 1980-2000 που ξεκίνησαν και θεμελίωσαν πρωτύτερα οι Baby Boomers.
Ενδιαφέρον δημογραφικό γεγονός: Τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας και τα πιο σταθερά ποσοστά γεννήσεων βρίσκονται στη Μεσοδυτική Αμερική και τον Νότο της Αμερικής.
Προσωπικά, σαν Αμερικανός, οι ήρωές μου είναι η Greatest Generation και πολλά μαθήματα ζωής τα πήρα από την Silent Generation, καθώς συνταξιοδοτήθηκα κιόλας από την New Deal του Φρανκλίνου Ρούζβελτ. Είμαι βέβαια Baby Boomer, και κρυπτο-χίπης, το κρυφό μου όνειρο γύρω στο 1979 ήταν να χτίσω μια κομούνα στα βουνά, αφού σπούδασα οικονομικά (χαρτορίχτρες με κρυστάλλινες σφαίρες που λένε ότι βολεύει την όποια πολιτική πεποίθηση τους πληρώνει), κοινωνιολογία (περισσότερος Λένιν και λιγότερος Μαρξ), νομικά (για να βρεις δικαιοσύνη πρέπει να έχεις τα λεφτά να την αγοράσεις) και ιστορία (την γράφει ο νικητής), και τα απέρριψα, I dropped out, αλλά οι ρίζες των αρχών μου είναι πρωτύτερες. Βλέπετε, δίνω ακόμη σημασία και αναθέτω αξία στην μόρφωση, την λεπτομερή γνώση της Ιστορίας, στην ακρίβεια της έκφρασης, γαμώτο, στην σωστή επαγγελματική έρευνα (πως θα παρίστανα τον χτίστη συστημάτων βάσεων στοιχείων σε υπολογιστές αν δεν σεβόμουνα τα στοιχεία και την δομή τους --άλλωστε, ένας επαγγελματίας δεν έχει την ικανότητα να εργαστεί ερασιτεχνικά μόνο και μόνο επειδή πρόκειται για ένα απλό μπλογκάκι), και δίνω ιδιαίτερη σημασία στις αδιάψευστες πληροφορίες. Και στην Ηθική.
Τίποτα δεν στεναχωρεί, τίποτα δεν μαυρίζει την καρδιά μου περισσότερο από την προχειρότητα και την ανευθυνότητα στις πληροφορίες και την έκφραση, και την επιμονή σε ανακρίβειες, την αδιαφορία και ανικανότητα έρευνας, σε συνδυασμό με παντελή έλλειψη σεβασμού για το τι διαφορετικό ή περισσότερο είναι πιθανό να γνωρίζει ένας συνομιλητής, επειδή, όσο καλό μυαλό και καρδιά και να έχει ένας αγαπημένος άνθρωπος, όταν είναι ανίκανος να μάθει κάτι που δεν το ήξερε, ή να διορθώσει κάτι που το γνώριζε λάθος (ίσως επειδή φοβάται να δει ότι δεν γνώριζε κάτι, ή ότι κάτι το γνώριζε λανθασμένα --ενδόμυχη ανασφάλεια), οι ανεξέλενγκτα λάθος πληροφορίες στις οποίες επιμένει θα οδηγήσουν σε αυταπόδεικτα λάθη σκεπτικού (όχι θέμα γνώμης αλλά θέμα εγκυρότητας των πληροφοριών στις οποίες στηρίζεται η γνώμη), και το μουλάρωμα θα οδηγήσει σε προσωπική αυτο-απομόνωση στο μοναχικό πυρηνικό καταφύγιο της ρήσης: «δεν μ' ενδιαφέρει, εγώ λέω ότι μ' αρέσει». Εν τω μεταξύ, εγώ, ο Δημήτρης, αισθάνομαι ότι είμαι ένας υπέροχος αναχρονισμός, ein herrlicher Anachronismus, επειδή η ολόψυχη, αυθόρμητη απάντησή μου στην αυτο-απομόνωση του άλλου, ακόμα και τώρα, εν έτι 2026, 59 χρόνια μετά από το Σαν Φρανσίσκο, είναι πάντα και παραμένει: Peace, man. Take it easy, friend.
~~~
If you're going to San Francisco,
be sure to wear some Flowers in your hair. (May 1967)
Hippie girl with flowers in her hair,
San Benedetto in Alpe, Italy, 2009 ...το πνεύμα του Σαν Φρανσίσκο, 1967, επιζεί σε μια κομούνα στα βουνά της Ιταλίας, εδώ κοντά μας.
«Μπορείς να παραγγείλεις ότι θέλεις στο εστιατόριο της Αλίκης»
(εκτός από την Αλίκη) το φημισμένο και κλασσικό τραγούδι 18 λεπτών του Άρλο Γκάθρι (1967): (ο Άρλο είναι ο γιός του θρυλικού Γούντι Γκάθρι που έγραψε το This land is your land)
Haight-Ashbury το σταυροδρόμι της οδού Haight και της οδού Ashbury,
γειτονιά στο San Francisco, California, η γενέτειρα του κινήματος των hippies. Baby boomers who turned-on, tuned-in, and dropped out.
Woodstock, 1969 26 μέρες μετά την προσελήνωση του Apollo 11
Woodstock φεστιβάλ μουσικής και τέχνης, 15-18 Αυγούστου 1969
Αγρόκτημα γαλακτοκομικών προϊόντων του Μαξ Γιάσγκουρ, Μπέθελ, κράτος της Νέας Υόρκης, νοτιοδυτικά της πόλης του Γούντστοκ.
Καλλιτέχνες:
15-16 Αυγούστου:
Richie Havens, Swami Satchidananda, Sweetwater, Bert Sommer, Tim Hardin, Ravi Shankar, Melanie, Arlo Guthrie, Joan Baez,
16-17 Αυγούστου:
Quill, Country Joe McDonald, Santana, John Sebastian, Keef Hartley Band, The Incredible String Band, Canned Heat, Mountain, Grateful Dead, Creedence Clearwater Revival, Janis Joplin with the Kozmic Blues Band, Sly and the Family Stone, The Who, Jefferson Airplane,
17-18 Αυγούστου: Joe Cocker and the Grease Band Country Joe and the Fish, Ten Years After, The Band, Johnny Winter, Blood, Sweat & Tears, Crosby, Stills, Nash & Young, Paul Butterfield Blues Band, Jimi Hendrix / Gypsy Sun & Rainbows.
CROSBY, STILLS, NASH Woodstock, 1971
--τραγούδι της Joni Mitchell
Well, I came upon a child of God
He was walking along the road
And I asked him, "Tell me, where are you going?"
And this he told me
Said, "I'm going down to Yasgur's Farm
Gonna join in a rock 'n' roll band
Got to get back to the land
Set my soul free"
We are stardust, we are golden
We are billion-year-old carbon
And we've got to get ourselves
Back to the garden
Well, then can I walk beside you?
I have come to lose the smog
And I feel myself a cog
In somethin' turning
And maybe it's the time of year
Yes, and maybe it's the time of man
And I don't know who I am
But life is for learning
We are stardust, we are golden
We are billion-year-old carbon
And we got to get ourselves
Back to the garden
We are stardust, we are golden
We are billion-year-old carbon
And we got to get ourselves
Back to the garden
By the time we got to Woodstock
We were half a million strong
And everywhere was a song
And a celebration
And I dreamed I saw the bomber jet planes
Riding shotgun in the sky
Turning into butterflies
Above our nation
We are stardust, we are golden
We are caught in the devil's bargain
And we've got to get ourselves
Back to the garden
Joni Mitchell - Woodstock (1969 live)
America I’ve given you all and now I’m nothing.
America two dollars and twentyseven cents January 17, 1956.
I can’t stand my own mind.
America when will we end the human war?
Go fuck yourself with your atom bomb.
I don’t feel good don’t bother me.
I won’t write my poem till I’m in my right mind.
--Allen Ginsberg, "America", ποίημα γραμμένο στο πανεπιστήμιο του Berkeley, California, το 1956
«Το ποίημα του Allen Ginsberg, που εκδόθηκε το 1956, με τίτλο 'Αμερική' ήταν κρίσιμο για την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960, λειτουργώντας ως μια θεμελιώδης, προφητική κριτική του καταναλωτισμού, του μιλιταρισμού και της συμμόρφωσης της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Προέβλεψε τα αντικαθεστωτικά, αντιπολεμικά και υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων αισθήματα της δεκαετίας, παρέχοντας μια φωνή για την απογοήτευση από τις κυρίαρχες αμερικανικές αξίες.
Το ποίημα αμφισβητεί την αμερικανική εξωτερική πολιτική, τον Μακαρθισμό και τη νοοτροπία του «περιοδικού του χρόνου», δημιουργώντας προηγούμενο για τη ριζοσπαστική διαφωνία της δεκαετίας των '60.
Επιτίθεται στον υλισμό της εποχής και την πίεση για συμμόρφωση, ενσαρκώνοντας την εξέγερση της γενιάς των Beat ενάντια στο «Αμερικανικό Όνειρο» των προαστίων.
Μέσω του συνομιλιακού, ωμού και συχνά χιουμοριστικού του στυλ, απευθύνθηκε άμεσα στο έθνος ως προσωπική οντότητα, συνδυάζοντας την πολιτική οργή με την ευαλωτότητα. Θίγει φυλετικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, προβλέποντας τις κοινωνικές αναταραχές της επόμενης δεκαετίας.
Το έργο του Γκίνσμπεργκ, μαζί με το ποίημα "Howl", λειτούργησε ως καταλύτης για το κίνημα της δεκαετίας του '60 αμφισβητώντας την πολιτική και καλλιτεχνική εξουσία, προτρέποντας σε μια μετατόπιση από την απάθεια στην ενεργό συμμετοχή κατά της αδικίας.»
~~~
Ο Άρλο και ένας φίλος από την παρέα ψάχνουν να βρουν ένα μέρος κάπου στην δυτική Μασαχουσέτη όπου να πετάξουν περίπου μισό τόνο σκουπιδιών μετά το καταπληκτικό φαγοπότι της ημέρας των ευχαριστιών στην εκκλησία που είχε αγοράσει η Αλίκη για να ζήσει με τον άντρα της.
Αργότερα, ο Άρλο παρουσιάζεται σε κέντρο επιλογής στην Νέα Υόρκη για να δούνε αν είναι αρκετά ηθικός να τον κατατάξουν στον στρατό, για να κάψει γυναίκες, παιδιά, σπίτια και χωριά στο Βιετνάμ
Η Αλίκη στην πόρτα της εκκλησίας, 4 Van Deusenville Road στο Great Barrington της Μασαχουσέτης. Παλαιότερα γνωστή ως Old Trinity Church, αγοράστηκε από τον Arlo Guthrie το 1991 και τώρα στεγάζει το Guthrie Center, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που φιλοξενεί εκδηλώσεις της κοινότητας και μουσικές παραστάσεις.
Είδα τον Άρλο, live, να τραγουδάει το Alice's Restaurant σε μια εκκλησία στο Καίμπριτζ της Μασαχουσέτης το 1991, και το 1996 το στομάχι μου έπεσε πάνω στο δικό του το στομάχι καθώς στρίβαμε μια γωνία στην έκθεση MacWorld στην Βοστόνη, ο ένας πάνω στον άλλον. Αμέσως ζήτησε συγγνώμη και εγώ αμέσως ανεφώνησα: Άρλο!
Τα γεγονότα εξελίσσονται γρηγορότερα από όσο μπορεί κανείς να τα παρακολουθήσει.
Αντί για λόγια, σήμερα θα επικαλεστώ την βοήθεια της τέχνης.
Η τέχνη μπορεί να πει χίλιες λέξεις με μια εικόνα.
Επικαλούμαι, λοιπόν,
Την τέχνη του λόγου του Βίκτωρα Ουγκό, του μέσου του Δέκατου Ένατου αιώνα,
Την τέχνη του θεάτρου, την ποίησης και της μουσικής του τέλους του Εικοστού αιώνα, και,
Την τέχνη της ηθοποιίας και του κινηματογράφου του Εικοστού Πρώτου αιώνα,
Παρουσιάζοντάς σας τον Παιάνα του Λαού,
από το μιούζικαλ Λε Μιζεράμπλ.
Τους υποτίτλους τους έφτιαξα εγώ σε μετάφραση δική μου μια και, όπως πάντα,
ότι έτοιμη Ελληνική μετάφραση βρήκα ήτανε μπούρδα.
Το κάδρο και το μοντάζ επίσης δικά μου με την σουίτα μου του ψηφιακού μοντάζ.
Μετά από την Βενεζουέλα, το Νταβός, την Μινεάπολη, και άλλα πολλά, μα πολλά, η νύχτα φαίνεται ότι βρίσκει την αντίσταση του φωτός, πολύ, πολύ πιο σύντομα από όσο περίμεναν μερικοί-μερικοί. Στην Αμερική τα έμπιστα μέσα ενημέρωσης, και ο λαός στα κοινωνικά δίκτια ήδη άρχισαν να παρουσιάζουν ανοικτά το ότι η δικτατορία και ο ναζισμός που βλέπουμε, και που υποστηρίζεται πολιτικά και κοινωνικά, ως ανοικτός πλέον ρατσισμός, από τον Νότο και τους αγράμματους, ανιστόρητους, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Ο Τρίτος πόλος, ο δικαστικός, αργά αλλά σταθερά βάζει φρένο στον ψυχοπαθή μίνι-Χίτλερ.
Θα δείξει πολύ πιο σύντομα από όσο ελπίζαμε. Δυστυχώς θα χρειαστεί ανοικτός εμφύλιος αλλά αν είναι αναγκαίος θα έρθει.
Το αποτέλεσμα της Εποχής της Διαφώτισης δεν μπορεί να μηδενιστεί από τους χαζοχαρούμενους ημιμαθείς που στέκονται έναντι στην πρόοδο της Ιστορίας, έναντι στην ισότητα και την οικουμενικότητα παρουσιάζοντας ανιστόρητες σοφιστείες αμάθειας για σοφία.