
Η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας είναι ο Τουρισμός. Και η Ελλάδα χρωστάει τον τουρισμό της στην Μύκονο και την Σαντορίνη. Για τον ξένο τουρίστα, αυτή είναι η Ελλάδα των καρτ ποστάλ. Αυτή, και ο Ζορμπάς (1964) του Κυπρίου Μιχάλη Κακογιάννη με τον Μεξικανό Άντονυ Κουήν, τον Βρετανό Άλαν Μπέητς και τον Ελληνικό Εθνικό Θησαυρό, την Ειρήνη την Παππά.
Αν δεν ήταν ο Ζορμπάς, και οι καρτ ποστάλ της Μυκόνου, και της Σαντορίνης, δεν θα είχαν έρθει οι τουρίστες με τους αριθμούς στους οποίους έφτασαν από τις δεκαετίες των '70-'80. Ποιός τους ζήτησε να έρθουν, θα μου πείτε; Οι ίδιοι Έλληνες που ζητάνε εργοστάσια και δουλειά, και εισόδημα. Στην Ελλάδα το μόνο εργοστάσιο το οποίο δεν μπορούμε να καταστρέψουμε όσο και να προσπαθούμε είναι ο τουρισμός, γιατί δεν εξαρτάται από εμάς αλλά από την Γη που μας έλαχε και την ψυχή που γεννήσαμε όταν βρεθήκαμε μακρυά από την Αθήνα, και που ο Καζαντζάκης και ο Κακογιάννης συνέστησαν στους τουρίστες που έχουν τα λεφτά.
Τα αρχαία, θα μου πείτε. Ναι, τα αρχαία έρχονται να τα δουν το 15-25% και από αυτούς κανείς ξένος τουρίστας δεν βρίσκεται υπό την πλάνη ότι οι Ζορμπάδες που χορεύουν εύθυμοι στην παραλία και σπάνε πιάτα στο γιαλό, και τους πουλάνε τις θαλασσιές τις χάντρες, και κάνουν καμάκι στα μπαρ, έχουν σχέση με τα αρχαία περισσότερη από όση ο φύλακας ενός μουσείου που θέλει και πουρμπουάρ.

Σε αντίθεση με τις Μπενίτσες και τον Κάβο της Κέρκυρας, τα Μαλια της Κρήτης, το Φαληράκι της Ρόδου, και τόσα άλλα μέρη, όπου ο τουρισμός είναι μεθυσμένοι αδέκαροι τουρίστες, η Μύκονος ευλογήθηκε από την φύση και τους κατοίκους της με ένα συνδυασμό εικονογράφησης, αίσθησης και εμπειρίας που την κατατάσσει, στην διεθνή αντίληψη, σε ένα επίπεδο μοναδικότητας και τελειότητας πλατύτερης της ζωής -και φέρνει ξυπόλυτους και κρουαζιερόπλοια, ερωτευμένους και τζετ-σετ, σικ και αριστοκρατία, αλλά και το διεθνές εμπόριο που ψάχνει την τέλεια εικόνα -ανθρώπους που θέλουν να δουν και να ειδωθούν στο σωστό διεθνές σημείο, άνευ αναμνηστικών φωτογραφιών του οποίου δεν μπορούν να ζήσουν


Για μένα προσωπικά οι Κυκλάδες, και ιδιαίτερα το τρίγωνο Σύρος-Τήνος-Μύκονος είναι το κέντρο της Γης.
Αυτό και τα Βραχώδη Όρη. Για μένα.
Ο προ-προ-προ-προπεπάππους μου ήταν έμπορος Τηνιακός και είναι σε έναν από τους 8 τάφους δίπλα στο Ιερό της Μεγαλόχαρης, και, συμπτωματικά και άσχετα με αυτό, η μάνα μου γεννήθηκε στην Σύρο όταν ήταν στην Ερμούπολη ο παππούς μου διορισμένος από την Αθήνα για τα δημόσια έργα, στον μεσοπόλεμο. Έτσι μεγάλωσα πηγαίνοντας πάντα στο κέντρο της Γης, Πάσχα, καλοκαίρι, δελφίνι στα κρυστάλλινα νερά, κατσίκι στα βράχια, Αθηναίος στα μαγαζιά, κυκλαδίτης στις εκκλησιές και στις ταβέρνες, τρώγοντας με την μάνα μου μεσημεριανό στη Μύκονο μόνος μου γιατί δεν είχαμε λεφτά να φάμε και οι δύο μετά από το εισιτήριο από την Τήνο.
Αργότερα πήγα τον γιό μου να σκαρφαλώσει το καμπαναριό της Μεγαλόχαρης όπως το σκαρφάλωνα εγώ, έκανε και μια λειτουργία παπαδάκι στην Μεγαλόχαρη το 2000, ξέροντας την διαδικασία φαρσί από την Ορθόδοξη εκκλησία στην Μασαχουσέτη, και μπήκαμε σε ένα ξωκλησάκι στην Μύκονο, που ήταν ανοιχτό κοντά στην Άνω Μέρα, και το λειτουργήσαμε οι δυό μας. Εγώ διάβασα από το βαγγέλιο το αγαπημένο μου, εκεί που λέει ο Ιησούς να αφήσουν τα παιδιά να τον πλησιάσουν όταν οι μαθητές του θέλαν να τα διώξουν για να μην ενοχλούν τον δάσκαλο.
Και ανάμεσα, γνώρισα την Μύκονο με το Κολωνακιώτικο τζετ-σετ (τρομάρα τους), με τα περιοδικά, τις διαφημιστικές εταιρείες, την μόδα και το σικ πράμα. Και την γνώρισα με την φωτογραφική μου μηχανή εργαζόμενος για μια Αγγλική τουριστική εταιρεία που έφερνε τσάρτερ από το Γκαντγουηκ. Και είδα την ανατολή από το γιωτ κλαμπ πριν πάω την σχεδιάστρια του περιοδικού-μπροσούρας με το τζιπάκι στο αεροδρόμιο αφού είχαμε τραβήξει το εξώφυλλο για του χρόνου. Θυμάμαι ότι όταν βράδυ πήγαινα σε κανένα μπαρ ερχόταν και ο πράκτορας μας μαζί μου για να κλείσει το μάτι στον μαγαζάτορα ότι είμαι "δικός τους" να μη μου δώσει τις "μπόμπες" που δίνουν στους τουρίστες, αλλά κανονικό ποτό από κλειστό μπουκάλι.
Ο βράχος και το μελτέμι θα είχαν αφήσει την Μύκονο το φτωχότερο από τα νησιά, να όμως που ο Απόλλωνας και η Άρτεμις το διάλεξαν το νησί για να γίνει το πιο πλούσιο. Και όλοι στην Ελλάδα που παίρνουν γρόσι από την ΕΕ για τον αγρό ή την ψαρόβαρκα και αντί για κει τα ρίχναν τα λεφτά στην βίλλα Κατίνα και την μερσεντέ, θα έπρεπε να στέλνουν ευχαριστήρια στην Μύκονο γιατί η Μύκονος, και η Σαντορίνη, είναι η εικόνα από την οποία γνωρίζουν οι τουρίστες την Ελλάδα και αποφασίζουν να έρθουν να μας δώσουν τα λεφτά τους.













Αρέσει στους Έλληνες η Μύκονος; Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Και ποιός Έλληνας άλλωστε έχει πραγματικά καταλάβει πως τον βλέπουν οι ξένοι και τι σημαίνει τουρισμός. Και τώρα με την μαλακία του Καλλικράτη μάλιστα, τρέχα γύρευε. Τον τουρισμό δύο πράγματα θα τον σώσουν: Το γεγονός ότι την Γη μας δεν μπορούμε να την καταστρέψουμε όσες "μπόμπες" με πάγο και να σερβίρουμε μετά από τα μεσάνυχτα, και το γεγονός ότι άσχετα από το κράτος, τον Δήμο και το κακό συναπάντημα θα υπάρχουν πάντα έμποροι και ευσυνείδητοι και ασυνείδητοι που θα προσφέρουν το προϊόν που θέλει η αγορά.
Είναι φυσικό άλλωστε ο Έλληνας να μην την πάει την Μύκονο γιατί η Μύκονος από την μιά δεν προσφέρει αυτά που θέλει η Ελληνική οικογένεια στις διακοπές της, και από την άλλη έχει την ιδιαιτερότητα της, που ή σου αρέσει ή όχι. Ή την κάνεις κρεμαστάρια. Και, στο τέλος, αυτή είναι η μοναδικότητα που προσφέρει η Ελλάδα σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα μέρη του κόσμου:
ότι, κάθε μέρος, κάθε νησί, μα κάθε νησί μας, είναι διαφορετικό και σε φύση και σε ανθρώπους από το διπλανό.
Μπορείς να πας κάθε καλοκαίρι δέκα χρόνια στην Ελλάδα και να δεις κάτι εντελώς διαφορετικό από την περασμένη χρονιά, και να έχεις μια εμπειρία, και από τους ανθρώπους που θα συναντήσεις, τελείως διαφορετική από νησί σε νησί.
Και οι Έλληνες, σαν κότα και αυγό του παραπάνω θέματος που έθιξα, δεν πάνε ο ένας τον άλλον από τόπο σε τόπο: οι Τηνιακοί δεν τους πάνε και τόσο του Μυκονιάτες, ούτε οι Μυκονιάτες τόσο τους Συριανούς. Και οι υπόλοιποι δεν πάνε και τόσο τους Μυκονιάτες. Εγώ την αισθάνομαι την διαφορά από ότι ξέρω και αισθάνομαι ο ίδιος, αλλά από τα ταξίδια με τα οποία με ευλόγησε η ζωή έμαθα να αγαπώ αντί να κριτικάρω και έμαθα να αγαπώ αυτό που "υπάρχει" και όχι αυτό που θα ήθελα να δω...
Την αγαπώ πολύ την Μύκονο. It is a truly special and unique place, in my heart.



ΥΓ. Πάντα ήθελα να πάω στην Καραϊβική, και πήγα δυό φορές με κρουαζιερόπλοιο. Και αισθάνθηκα ντροπή, και αισθάνθηκα παρείσακτος, και ήθελα να με καταπιεί η γη και ο ωκεανός. Γιατί είδα την φτώχεια γύρω μου, τις παράγκες, την εξαθλίωση παντού, με τα υπερπολυτελή ανάμεσα, και τους τουρίστες με τα άσπρα σορτς, τα ροζ πουκαμισάκια, και τα πούρα να ρίχνουν 25 σεντς στα ξυπόλητα παιδιά που ζουν κάτω από μια λαμαρίνα. Στην Μύκονο και στην Ελλάδα δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα... ούτε καν σήμερα.


