Τέσσερεις και είκοσι πέντε τα χαράματα, Τετάρτη 24 Ιουνίου, στεκόμουνα στο
καλντερίμι και κοίταζα το σπίτι μας. Από την πίσω μεριά της στέγης με τα
κεραμίδια, μια εξωπραγματική λάμψη και από την λάμψη, στο μήκος της σκεπής,
μαύρος πίσσα καπνός να σηκώνεται πυκνός με φόντο τον μπλε σκούρο ουρανό πριν
την αυγή. Θυμάμαι πεντακάθαρα ότι εκείνη την στιγμή, η πρώτη ενστικτώδης σκέψη
που βγήκε από τα σωθικά μου ήτανε «Η ζωή μας ξεκινά από την αρχή. Ένα
καινούργιο ξεκίνημα». Αργότερα η Μαργαρίτα μου είπε ότι αισθάνθηκε το ίδιο
ακριβώς.
Η πυροσβεστική είναι τρία χωριά πιο κάτω, 30 χιλιόμετρα κορδέλες. Τρία πυροσβεστικά, ένα με επεκτεινόμενη σκάλα από πάνω, εικοσιένας πυροσβέστες, ο αρχηγός της πυροσβεστικής με το δικό του όχημα και ένα ασθενοφόρο έφτασαν στις πέντε και πέντε τα χαράματα. Η σκεπή του σπιτιού είχε ήδη καταρρεύσει και πέσει στο καθιστικό και την κρεβατοκάμαρά μας.
Συνήθως, πάντα έχω πίεση σταθερή εκατόνείκοσι-τόσο πάνω από εβδομήντα-τόσο. Στο ασθενοφόρο με μετρήσανε 132 πάνω από 80. Η Μαργαρίτα είχε φτάσει 138 πάνω από 90.
Ο πρώτος πυροσβέστης που έτρεξε κι' ανέβηκε μέσα στο σπίτι χρειάστηκε να τον κουβαλήσουν δύο που τον ακολουθούσαν και να τον βγάλουν έξω να του δώσουν οξυγόνο. Το κράνος του είχε αρχίσει να επηρεάζεται από την τρομερή και αφύσικη ζέστη, πιο καυτή από οποιαδήποτε συνηθισμένη πυρκαγιά, καθως προξενηθηκε από την ηλεκτρική κακή και ασταθή παροχή του χωριού στον μετασχηματιστή και συντονιστή σταθερής τάσης UPS, που συμπεριελάμβανε λίθιο και χημικά. Το UPS πολύ δυνατό, κόστους 240 Ευρώ, δεν άντεξε πια και τα 'φτυσε.
Αυτό είναι το κράνος του. Κοιτάξτε πως τα μπροστινά εμβλήματα έχουν αρχίσει να λειώνουν και το κράνος να ραγίζει.
Η πυρκαγιά άρχισε να ελέχγεται όταν ανέβηκαν δύο πυροσβέστες πάνω από το σπίτι με την πλατφόρμα στην άκρη της επεκτεινόμενης σκάλας, και δυό κάνουλες.
Όλα κάηκαν. Έπιπλα αντίκες, κειμήλια από τις οικογένειές μας, έργα τέχνης, βιβλία, σλάιτς, βιντεοκασέτες, κομπιούτερ, αντικείμενα από τα 18 μας χρόνια μαζί… τα έγραφα μας από τρεις χώρες. Τα πάντα. Δεν έμειναν κάρβουνα, καμένα έπιπλα ή λειωμένα σίδερα. Εξαϋλώθηκαν τα πάντα από την υπερβολική χημική φωτιά. Όλα τώρα επιζούν για πάντα στην ψυχή μας.
~~~
Λίγο πριν τις τέσσερεις και τέταρτο το πρωί η Μαργαρίτα ξύπνησε από θορύβους τσκ, πφ, τσφ στο καθιστικό. Βγήκε από το υπνοδωμάτιο να δει και είδε μια λάμψη σαν ήλιο κάτω από το γραφείο μου που ήταν το UPS και το κομπιούτερ. Έριξε δυό κουβάδες νερό αλλά μιας χημικής φωτιάς λιθίου δεν της καίγεται καρφάκι να της ρίχνεις νερό. Ξύπνησα από τις φωνές της Μαργαρίτας «Όχι! ‘Όχι!» και πήγα γυμνός κι’ εγώ με τα σώβρακα από το υπνοδωμάτιο. Εκείνη έτρεξε κάτω από τις σκάλες να βγούμε έξω φωνάζοντας να πάω μαζί της, έξω που είχανε μαζευτεί και οι γείτονες.
Έμεινα επάνω και με την κουζίνα πίσω μου, το μπάνιο δεξιά μου και την σκάλα αριστερά μου κοίταζα το καθιστικό μπροστά μου. Η φωτιά ήταν τρομερά λαμπερή και δεν είχε φλόγες: ήταν περισσότερο σαν ήλιος. Σκεφτόμουνα «Τι μπορώ να κάνω; Τι πρέπει να κάνω;» Αργότερα μου είπανε ότι δεν το σκεφτόμουνα μόνο αλλά το φώναζα. Τότε με την φωτιά μπροστά μου άρχισα να νοιώθω να τσουρουφλίζεται η πλάτη μου. Κατάλαβα αμέσως ότι ήταν από ρεύμα backdraft, όπως μεταδίδεται μια φωτιά σε ένα σπίτι. Σύντομα δεν άντεχα το τσουρούφλισμα και κατέβηκα τις σκάλες όπου με περιμένανε η Μαργαρίτα και η γειτόνισσα η Μιχαέλα με ρούχα του συζύγου της να φορέσω. Από την αναφορά βγήκε ότι η Μαργαρίτα σώθηκε για έξι λεπτά και εγώ για δευτερόλεπτα.
Μέρες αργότερα θυμήθηκα την σκηνή και σκέφτηκα, που τώρα το λέμε και γελάμε, ότι, σαν καπετάνιος δεν εγκατέλειπα το καράβι κι’ ας είχε ζώσει η φωτιά την γέφυρα.
…αλλά ήταν το δικό μας καράβι.
Τώρα θα το ξαναχτίσουμε, καινούργιο και ακόμα πιο ευτυχισμένο, γιατί έιμαστε ζωντανοί. Ίσως το ίδιο, μάλλον θα αγοράσουμε εδώ δίπλα.
Εφτά το πρωί, οι γείτονες από το απέναντι μεγάλο σπίτι του 19ου αιώνα μας δώσαν τα κλειδιά και είπανε ο πάνω όροφος δικός σας, για όσο το χρειάζεστε. Άλλοι γείτονες συναγωνιζόντουσαν σε ποιανού το σπίτι θα κάνουμε ντους. Και σχεδόν κάθε βράδυ κάποιοι μας έχουν τραπέζι.
Κατά τις 10 το πρωί ήθελα να μπω στο σπίτι να δω αν υπήρχε κάτι που να μπορώ να σώσω. Αλλά δεν μ' αφήνανε να μπω χωρίς προστατευτικό σακάκι και κράνος, και δύο να με κρατάνε από τα μπράτσα να περπατήσω στο ίδιο μας το σπίτι, ανάμεσα στα ερείπια της σκεπής που είχε πέσει. Εδώ, με το κόκκινο κράνος, ο αρχηγός των πυροσβεστών.
ΥΓ. Τα κινητά των δύο σιμ το καθένα τα αντικαταστήσαμε ίδια μέρα. Το σιμ του Κοσμοτέ το είχανε αντικαταστήσει σε λιγότερο από εικοσιτετράωρο. Το Ιταλικό σιμ έκανε τρεις μέρες. Τα δύο Αμερικανικά έφτασαν ήδη στην Φλόριδα και σύντομα θα είναι εδώ. Την προηγούμενη ανάρτηση για τις 1.500 αναρτήσεις του μπλογκ την είχα έτοιμη από μέρες και την δημοσίευσα από το καινούργιο κινητό στις 26 Ιουνίου. Την σημερινή την έγραψα από το κινητό. Το καινούργιο κομπιούτερ θα πάρει δέκα μέρες ακόμα να συναρμολογηθεί από τελευταίας τεχνολογίας μέρη που ήδη αγόρασα.
~~~
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου