


Έχοντας ήδη αποδεχτεί ήττα, στην προηγούμενη ανάρτηση, και έχοντας παραδεχθεί ότι δεν ανήκω εγώ εδώ, βρίσκω στην κατάσταση μια λυτρωτική ελαφρότητα, σαν να μπορώ να ξεφυσήσω σιγά-σιγά με ανακούφιση. Και βλέπω ότι δεν είναι όλα για κλάματα στο τόπο που νόμιζα δικό μου. Υπάρχουν και πράγματα που είναι για γέλια!
Πρώτο-πρώτο, το μεγάλο θέμα στις εφημερίδες, και σε πολλά μπλογκ και σχόλια! Το αποτεφρωτήριο!
Μπρε με δουλεύετε, ή δουλεύετε τον εαυτό σας; Στις χώρες που η αποτέφρωση είναι μέρος των καθημερινών επιλογών για τους κακαρώσαντας, που κλώτσησαν τον κουβά και αγόρασαν την φάρμα αφού ξεπούλησαν, και αποδήμησαν εις τόπον χλοερόν, κάθε Γραφείο Τελετών, που λέει ο λόγος, έχει κι ένα αποτεφρωτήριο ανάμεσα στην αίθουσα της τελετής και τον καμπινέ! Στην Αμερική μάλιστα παίζουν και την μουσική που άρεσε στον μακαρίτη ή την μακαρίτισσα από ένα φτηνό στέρεο καθώς ένας ιμάντας μεταφέρει σιγά-σιγά το φέρετρο προς το κρεματόριο στον πίσω τοίχο, καθώς κουνάνε τα μαντήλια οι συγγενείς στην αίθουσα.
Εσείς εκεί χρειάζεστε το κράτος να μπει μέσα να σας φτιάξει το ειδικό αποτεφρωτήριο της περιοχής νοτίου ψωροκώσταινας και θέλετε και επιστήμονες να αιτιολογήσουν και να ειδικεύσουν το σημαντικό επιχείρημα, τρομάρα σας;
Αυτό από μόνο του είναι για γέλια. Στην Αθήνα έχετε ένα φαρμακείο κάθε 40 μέτρα και ένα Γραφείο Τελετών σε κάθε γωνία, δίπλα στη ταβέρνα, και έγινε κρατικό θέμα και έβγαλε κόσμο στον δρόμο το να χτίσετε ένα φούρνο; Τα φίλτρα στις καμινάδες στο κάτω-κάτω Γερμανικά θα είναι, σαν το γάλα της Φάγε και της Δέλτα, άρα θα δουλεύουν στην εντέλεια και η ατμόσφαιρα θα είναι καθαρή σαν κοιλάδα του Ρήνου.
Αλλά αυτό που με έχει κάνει να λυθώ στα γέλια είναι οι διαφωτισμένοι διανοούμενοι που λένε καλαμπουράκια και ειρωνεύονται τους υποδεέστερους πνευματικά συμπολίτες τους που τολμούν να ακολουθούν πιστεύω τα οποία δεν αρμόζουν στον δυτικό κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα. Και δεν καταλαβαίνουν, οι διαφωτισμένοι αυτοί διανοούμενοι ότι είναι το ίδιο πράγμα με αυτούς τους οποίους ειρωνεύονται, μόνο απ' την ανάποδη.
Βλέπετε, για να είναι κανείς διαφωτισμένος διανοούμενος στην Ελλάδα την σήμερον ημέρα πρέπει να έχει κανείς την μόρφωση και την πνευματική ικανότητα να λέει ότι όταν πεθαίνει τον τρώνε τα σκουλήκια. Γεγονός; Και βέβαια γεγονός. Ποιοί θα τον φάνε τον Έλληνα όταν πεθάνει; οι Μάο-Μάο; Τα σκουλήκια θα τον φάνε, όπως θα φάνε και τους Μάο-Μάο. Αλλά, το να το εικονογραφεί κάποιος με τέτοια γραφικότητα στην ίδια αναπνοή με την οποία ειρωνεύεται τους άλλους που πιστεύουνε σε αγγελούδια και παράδεισους, προδίδει όχι διανοούμενο αλλά κάποιον με άδεια ψυχή και μίζερη, άδεια, αποτυχημένη προσωπική ζωή στα βάθη του παιδιού πού έχει πεθάνει μέσα του πριν πολλά χρόνια. Και ένα εκατομμύριο Ευρώ να έχει βγάλει στην Ελβετία, δεν βρίσκει στην ψυχή του μέσα τίποτα. Μηδέν. Και για να πείσει τον εαυτό του ότι αυτά που μόλις είπα δεν ισχύουν, κάθεται και εξηγεί με τον γραφικό τρόπο των σκουληκιών ότι δεν υπάρχει τίποτα. Για να κρύψει από τον εαυτό του το γεγονός ότι το τίποτα βρίσκεται μέσα του. Και αυτό που πραγματικά τους τσαντίζει είναι ότι εκείνα τα υποδεέστερα όντα που πιστεύουν στην οποιαδήποτε πίστη τους, πιστεύουν σε *κάτι*.
Το καλαμπουράκι είστε εσείς κύριοι που παριστάνετε ότι δεν είστε Έλληναράδες σαν αυτούς που ειρωνεύεστε. Και ναι: σήμερα παίρνω θέση, κάνω κριτική και λέω την γνώμη μου. Αυτή είναι η γνώμη μου.
Όσο για μένα, όταν θα 'χω πετάξει τούτο το θνητό περίβλημα και η ύπαρξη θα έχει λήξει για μένα δια παντός, ίσως έχω την τύχη να έχω σώας τας φρένας καθώς θα συμπαρασύρομαι προς το τελευταίο δευτερόλεπτο της εκτός συνειδητού χρόνου αιωνιότητας: του τελευταίου όνειρου. Εκτός αν με φάει κανείς Ελληναράς στην Πατρών-Κορίνθου και τελειώσουν όλα απότομα και άγαρμπα. Και μετά, προβάλλοντας τις δικές τους ελπίδες και φοβίες, άλλοι από τους συγγενείς και φίλους θα ελπίζουν ότι πήγα σε κάποιο παράδεισο, κάποιοι θα είναι σίγουροι ότι πήγα γραμμή στην κόλαση, μερικοί, ελπίζω θα χαμογελούν ικανοποιημένα με την ιδέα του ότι υπήρξα και πρόσφερα κάτι, και θα βρεθούν και κανασδυό να πουν ότι δεν προσέφερα τίποτα. Αλλά, ελπίζω μέχρι τότε να έχω αρκετό καιρό να κάνω κάμποσα ακόμα.
Όσο για το τι πρέπει να γίνει με το κουφάρι το δικό μου, υπάρχουν δύο σκέψεις.
Η μία είναι ένας λάκκος χωρίς φέρετρο, κάπου στα Βραχώδη Όρη, πάνω, κοντά στην γραμμή που τελειώνουν τα δέντρα, και μια ξύλινη ταύλα με τ' όνομα μου που θα την φάει ο χρόνος, σαν κι εμένα. Η άλλη είναι να με βάλουν σε μια βάρκα, με προσάναμμα, βενζίνη και πυροτεχνήματα, να ανάψουν το φυτίλι και να σπρώξουν την βάρκα από την παραλία καθώς θα δύει ο ήλιος. Πριν γίνουν όλα αυτά ελπίζω η επιστήμη να έχει ανακαλύψει ένα τρόπο να χρησιμοποιούνται τα όργανα διαβητικών ώστε να γίνω πάλι εθελοντής δότης, αλλά, με συμβολαιογραφική πράξη για χρήση οργάνων μόνο εκτός Ελλάδος.
Αν και στο τέλος με βλέπω στο νεκροταφείο του χωριού εδώ, μισό χιλιόμετρο έξω από το χωριό. Στα νεκροταφεία εδώ δεν έχουν μόνο τάφους μέσα στο χώμα: έχουν και τετραώροφες "πολυκατοικίες" για φέρετρα, το κάθε "διαμέρισμα" χωράει ένα φέρετρο κάθετα με την πρόσοψη, και το βράδυ έχουν και ηλεκτρικά καντηλάκια. Είναι πολύ ωραίο θέαμα από μακριά. Πριν δύο μήνες που οδηγούσαμε τον Κώστα στην Μπολόνια για το αεροπλάνο πριν τα χαράματα, είδε την "πολυκατοικία" του νεκροταφείου καθώς περνούσαμε, και είπε "κοίτα πως έχουν φωτίσει το κοτέτσι!" Και όταν του εξηγήσαμε ότι δεν είναι κοτέτσι λυθήκαμε και οι τρεις σε ασυγκράτητα γέλια -αλλά εκείνος είχε πνιγεί στην ντροπή της άγνοιάς του που την θεώρησε γκάφα ενώ εμείς ακόμα γελούσαμε και τώρα το λέμε "κοτέτσι" μόνιμα. "Ντροπή" είναι μια λέξη που λείπει από το λεξικό των Ελληναράδων διανοουμένων.
Δεν φοβάμαι τον θάνατο ούτε να μιλάω γι αυτόν. Είναι μέρος της ζωής. Είναι η ίδια "πόρτα" της γέννησης στην οποία μπαίνεις από την ανυπαρξία, μόνο που στον θάνατο την περνάς ανάποδα. Σε κάθε κινηματογράφο άλλωστε η Είσοδος είναι και Έξοδος. Εξαρτάται από πια πλευρά της πόρτας κοιτάς την φωτεινή επιγραφή.
Το θέμα είναι αν σε "γεμίζει" η ταινία.
Αυτό που με κάνει να μην φοβάμαι τον θάνατο, αλλά και να μην χρειάζομαι παραμυθάκια γι αυτόν, όπως επίσης να μην νοιώθω την ανάγκη να ειρωνεύομαι εκείνους που τα πιστεύουν, είναι η Μαργαρίτα. Και εκείνο που με έκανε έτσι και πριν την γνωρίσω είναι ότι είχα φέρει τον εαυτό μου σε ένα μονοπάτι από το οποίο είχα την ψυχική διαύγεια να την αναγνωρίσω όταν την γνώρισα.
Πρώτο-πρώτο, το μεγάλο θέμα στις εφημερίδες, και σε πολλά μπλογκ και σχόλια! Το αποτεφρωτήριο!
Μπρε με δουλεύετε, ή δουλεύετε τον εαυτό σας; Στις χώρες που η αποτέφρωση είναι μέρος των καθημερινών επιλογών για τους κακαρώσαντας, που κλώτσησαν τον κουβά και αγόρασαν την φάρμα αφού ξεπούλησαν, και αποδήμησαν εις τόπον χλοερόν, κάθε Γραφείο Τελετών, που λέει ο λόγος, έχει κι ένα αποτεφρωτήριο ανάμεσα στην αίθουσα της τελετής και τον καμπινέ! Στην Αμερική μάλιστα παίζουν και την μουσική που άρεσε στον μακαρίτη ή την μακαρίτισσα από ένα φτηνό στέρεο καθώς ένας ιμάντας μεταφέρει σιγά-σιγά το φέρετρο προς το κρεματόριο στον πίσω τοίχο, καθώς κουνάνε τα μαντήλια οι συγγενείς στην αίθουσα.
Εσείς εκεί χρειάζεστε το κράτος να μπει μέσα να σας φτιάξει το ειδικό αποτεφρωτήριο της περιοχής νοτίου ψωροκώσταινας και θέλετε και επιστήμονες να αιτιολογήσουν και να ειδικεύσουν το σημαντικό επιχείρημα, τρομάρα σας;
Αυτό από μόνο του είναι για γέλια. Στην Αθήνα έχετε ένα φαρμακείο κάθε 40 μέτρα και ένα Γραφείο Τελετών σε κάθε γωνία, δίπλα στη ταβέρνα, και έγινε κρατικό θέμα και έβγαλε κόσμο στον δρόμο το να χτίσετε ένα φούρνο; Τα φίλτρα στις καμινάδες στο κάτω-κάτω Γερμανικά θα είναι, σαν το γάλα της Φάγε και της Δέλτα, άρα θα δουλεύουν στην εντέλεια και η ατμόσφαιρα θα είναι καθαρή σαν κοιλάδα του Ρήνου.
Αλλά αυτό που με έχει κάνει να λυθώ στα γέλια είναι οι διαφωτισμένοι διανοούμενοι που λένε καλαμπουράκια και ειρωνεύονται τους υποδεέστερους πνευματικά συμπολίτες τους που τολμούν να ακολουθούν πιστεύω τα οποία δεν αρμόζουν στον δυτικό κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα. Και δεν καταλαβαίνουν, οι διαφωτισμένοι αυτοί διανοούμενοι ότι είναι το ίδιο πράγμα με αυτούς τους οποίους ειρωνεύονται, μόνο απ' την ανάποδη.
Βλέπετε, για να είναι κανείς διαφωτισμένος διανοούμενος στην Ελλάδα την σήμερον ημέρα πρέπει να έχει κανείς την μόρφωση και την πνευματική ικανότητα να λέει ότι όταν πεθαίνει τον τρώνε τα σκουλήκια. Γεγονός; Και βέβαια γεγονός. Ποιοί θα τον φάνε τον Έλληνα όταν πεθάνει; οι Μάο-Μάο; Τα σκουλήκια θα τον φάνε, όπως θα φάνε και τους Μάο-Μάο. Αλλά, το να το εικονογραφεί κάποιος με τέτοια γραφικότητα στην ίδια αναπνοή με την οποία ειρωνεύεται τους άλλους που πιστεύουνε σε αγγελούδια και παράδεισους, προδίδει όχι διανοούμενο αλλά κάποιον με άδεια ψυχή και μίζερη, άδεια, αποτυχημένη προσωπική ζωή στα βάθη του παιδιού πού έχει πεθάνει μέσα του πριν πολλά χρόνια. Και ένα εκατομμύριο Ευρώ να έχει βγάλει στην Ελβετία, δεν βρίσκει στην ψυχή του μέσα τίποτα. Μηδέν. Και για να πείσει τον εαυτό του ότι αυτά που μόλις είπα δεν ισχύουν, κάθεται και εξηγεί με τον γραφικό τρόπο των σκουληκιών ότι δεν υπάρχει τίποτα. Για να κρύψει από τον εαυτό του το γεγονός ότι το τίποτα βρίσκεται μέσα του. Και αυτό που πραγματικά τους τσαντίζει είναι ότι εκείνα τα υποδεέστερα όντα που πιστεύουν στην οποιαδήποτε πίστη τους, πιστεύουν σε *κάτι*.
Κανένας πραγματικός επιστήμονας, κανένας πραγματικά μορφωμένος άνθρωπος ο οποίος κατάλαβε αντί να αποστηθίσει την μόρφωσή του, κανένας συγγραφέας που είχε κάτι να προσφέρει, κανένας άνθρωπος που χρησιμοποίησε την γνώση σαν εργαλείο αντί σαν *βιτρίνα* δεν το θεώρησε απαραίτητο, ούτε να περιγράψει το σύμπαν του Δαρβίνου και του Αϊνστάιν σαν σκουλήκια που σε τρώνε, ούτε να πει ειρωνικά καλαμπουράκια για εκείνους που δεν σκεφτόντουσαν όπως εκείνος.
Το καλαμπουράκι είστε εσείς κύριοι που παριστάνετε ότι δεν είστε Έλληναράδες σαν αυτούς που ειρωνεύεστε. Και ναι: σήμερα παίρνω θέση, κάνω κριτική και λέω την γνώμη μου. Αυτή είναι η γνώμη μου.
Όσο για μένα, όταν θα 'χω πετάξει τούτο το θνητό περίβλημα και η ύπαρξη θα έχει λήξει για μένα δια παντός, ίσως έχω την τύχη να έχω σώας τας φρένας καθώς θα συμπαρασύρομαι προς το τελευταίο δευτερόλεπτο της εκτός συνειδητού χρόνου αιωνιότητας: του τελευταίου όνειρου. Εκτός αν με φάει κανείς Ελληναράς στην Πατρών-Κορίνθου και τελειώσουν όλα απότομα και άγαρμπα. Και μετά, προβάλλοντας τις δικές τους ελπίδες και φοβίες, άλλοι από τους συγγενείς και φίλους θα ελπίζουν ότι πήγα σε κάποιο παράδεισο, κάποιοι θα είναι σίγουροι ότι πήγα γραμμή στην κόλαση, μερικοί, ελπίζω θα χαμογελούν ικανοποιημένα με την ιδέα του ότι υπήρξα και πρόσφερα κάτι, και θα βρεθούν και κανασδυό να πουν ότι δεν προσέφερα τίποτα. Αλλά, ελπίζω μέχρι τότε να έχω αρκετό καιρό να κάνω κάμποσα ακόμα.
Όσο για το τι πρέπει να γίνει με το κουφάρι το δικό μου, υπάρχουν δύο σκέψεις.
Η μία είναι ένας λάκκος χωρίς φέρετρο, κάπου στα Βραχώδη Όρη, πάνω, κοντά στην γραμμή που τελειώνουν τα δέντρα, και μια ξύλινη ταύλα με τ' όνομα μου που θα την φάει ο χρόνος, σαν κι εμένα. Η άλλη είναι να με βάλουν σε μια βάρκα, με προσάναμμα, βενζίνη και πυροτεχνήματα, να ανάψουν το φυτίλι και να σπρώξουν την βάρκα από την παραλία καθώς θα δύει ο ήλιος. Πριν γίνουν όλα αυτά ελπίζω η επιστήμη να έχει ανακαλύψει ένα τρόπο να χρησιμοποιούνται τα όργανα διαβητικών ώστε να γίνω πάλι εθελοντής δότης, αλλά, με συμβολαιογραφική πράξη για χρήση οργάνων μόνο εκτός Ελλάδος.
Αν και στο τέλος με βλέπω στο νεκροταφείο του χωριού εδώ, μισό χιλιόμετρο έξω από το χωριό. Στα νεκροταφεία εδώ δεν έχουν μόνο τάφους μέσα στο χώμα: έχουν και τετραώροφες "πολυκατοικίες" για φέρετρα, το κάθε "διαμέρισμα" χωράει ένα φέρετρο κάθετα με την πρόσοψη, και το βράδυ έχουν και ηλεκτρικά καντηλάκια. Είναι πολύ ωραίο θέαμα από μακριά. Πριν δύο μήνες που οδηγούσαμε τον Κώστα στην Μπολόνια για το αεροπλάνο πριν τα χαράματα, είδε την "πολυκατοικία" του νεκροταφείου καθώς περνούσαμε, και είπε "κοίτα πως έχουν φωτίσει το κοτέτσι!" Και όταν του εξηγήσαμε ότι δεν είναι κοτέτσι λυθήκαμε και οι τρεις σε ασυγκράτητα γέλια -αλλά εκείνος είχε πνιγεί στην ντροπή της άγνοιάς του που την θεώρησε γκάφα ενώ εμείς ακόμα γελούσαμε και τώρα το λέμε "κοτέτσι" μόνιμα. "Ντροπή" είναι μια λέξη που λείπει από το λεξικό των Ελληναράδων διανοουμένων.
Δεν φοβάμαι τον θάνατο ούτε να μιλάω γι αυτόν. Είναι μέρος της ζωής. Είναι η ίδια "πόρτα" της γέννησης στην οποία μπαίνεις από την ανυπαρξία, μόνο που στον θάνατο την περνάς ανάποδα. Σε κάθε κινηματογράφο άλλωστε η Είσοδος είναι και Έξοδος. Εξαρτάται από πια πλευρά της πόρτας κοιτάς την φωτεινή επιγραφή.
Το θέμα είναι αν σε "γεμίζει" η ταινία.
Αυτό που με κάνει να μην φοβάμαι τον θάνατο, αλλά και να μην χρειάζομαι παραμυθάκια γι αυτόν, όπως επίσης να μην νοιώθω την ανάγκη να ειρωνεύομαι εκείνους που τα πιστεύουν, είναι η Μαργαρίτα. Και εκείνο που με έκανε έτσι και πριν την γνωρίσω είναι ότι είχα φέρει τον εαυτό μου σε ένα μονοπάτι από το οποίο είχα την ψυχική διαύγεια να την αναγνωρίσω όταν την γνώρισα.


