Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Μόρφωση


Μιλάμε συχνά για μόρφωση.

Θα ήθελα να ειδικεύσω και να εξιχνιάσουμε σε τι έννοια, σε τι διαδικασίες αναφερόμαστε.
Για να εκφραστώ πιο απλά, βάζω εδώ τρεις φωτογραφίες τις οποίες θεωρώ, μεταφορικά, ως:

  1. Σχολείο
  2. Γνώση
  3. Μόρφωση



1.
Σχολείο



2.
Γνώση



3.
Μόρφωση


Γνώση κατέχουν πολλοί, όσοι έχουν πτυχία που έλαβαν από αποστήθιση.
Στην μόρφωση όμως φτάνουν πολύ λιγότεροι.

Η γνώση, η μάθηση είναι ένας ογκόλιθος από μάρμαρο,
ενώ η μόρφωση είναι το
 γλυπτό, το άγαλμα, η ομορφιά που ο τεχνίτης, ή, η τεχνίτις,
φανερώνει από μέσα από τον μαρμάρινο ογκόλιθο διαμορφώνοντάς τον
επί πολύ καιρό, ίσως και χρόνια.



(μπορεί βέβαια κανείς να φανερώσει και αυτό,)


(τις σκοτεινές τέχνες της πνευματικής καταπίεσης)
(
κάτι το κακόβουλο έρχεται κατά 'δώ, που είπε και ο Σαίξπηρ δια στόματος Μακμπέθ)
(something wicked this way comes)



Αν η γνώση δεν διαμορφωθεί σε μόρφωση, απλά παραμένει ένα ντουβάρι.
(ή, χειρότερα, γίνεται μια 
χαιρέκακη, κακεντρεχής φαντασίωση)


Η λέξη «μόρφωση» προέρχεται από την ελληνιστική λέξη «μόρφωσις», η οποία βασίζεται στο ρήμα «μορφῶ»/«μορφώω» (δίνω μορφή) και αυτό από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό «μορφή».

Η ρίζα «μορφή» σήμαινε το εξωτερικό σχήμα, την όψη ή την εικόνα ενός αντικειμένου. Το ρήμα «μορφώω» σήμαινε το πλάσιμο ή τη δημιουργία σχήματος. Εμφανίζεται η «μόρφωσις» ως η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διαμορφώνω.

Μόρφωση, σημαίνει το να αποκτά κάποιος μια νέα, «όμορφη» και ολοκληρωμένη μορφή, ξεπερνώντας την αδιαμόρφωτη κατάσταση.

Στο πέλαγος της νεοελληνικής άγνοιας και αδιαφορίας για λεπτομέρεια και νόημα, στην οποία κατάντησαν τα πάλαι ποτέ πλούσια Αρχαία Ελληνικά, ο κοσμάκης ταυτίζει την γνώση με την μόρφωση σαν νά 'ναι το ίδιο πράμα.

Στα Ελληνικά, όμως, η γνώση και η μόρφωση... αμ' δεν είν' το ίδιο πράμα, γαμώτο.
Και το μόνο που σημαίνουν τα πτυχία είναι ότι κάποιος αποστήθισε αρκετά για να πάρει έναν βαθμό.


Επίσης, σημείωση, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι και μιλώ, πας κάπου να μάθεις πράματα, και αυτό το μέρος όπου μαθαίνεις πράματα το λέω «σχολείο», και αυτούς που στα μαθαίνουν τους λέω «δασκάλους» και «δασκάλες». Τα εξιδεικευμένα ονόματα, όπως πανεπιστήμια, γυμνάσια, λύκεια, καθηγητές, καθηγήτριες, κλπ., κατά την γνώμη μου χρησιμεύουν μόνο ως λοφία σε περικεφαλαία και δεν με ενδιαφέρουν. Το ότι δάσκαλοι και δασκάλες μεταφέρουν γνώση σε μαθητές και μαθήτριες σε σχολεία μου αρκεί. Κι όταν είμαι άρρωστος, ψάχνω για γιατρό, όχι για Ιατρό.


Και, δεν είναι όλοι οι «δάσκαλοι» και όλες οι «δασκάλες» ίδιας αξίας, ούτε τα «σχολεία» είναι ίδιας αξίας.

Ενάμιση χρόνο τώρα στο χωριουδάκι μας μαθαίνω Αγγλικά σε δύο γειτονόπουλα, τον Φιλίππο, τώρα 11 χρονών και την αδελφούλα του την Τζώρτζια, τώρα 9 χρονών.

Την πρώτη φορά που κάναμε μάθημα με τον Φιλίππο του είχα δώσει λίγη δουλειά να ετοιμάσει στο σπίτι για το επόμενο μάθημα. Έμαθα ότι είχε στεναχωρηθεί γιατί είχε φοβηθεί ότι με είχε απογοητεύσει. Πως και το σκέφτηκες αυτό Φιλίππο μου, τον ρώτησα χαμογελώντας και αγκαλιάζοντάς τον; Έμαθα ότι η δασκάλα στο σχολείο τους είχε πει ότι η «δουλειά για το σπίτι» είναι η τιμωρία τους όταν είναι κακά παιδιά. Κι' εγώ του είχα δώσει δουλειά να κάνει, άρα πίστεψε ότι μου έδωσε την εντύπωση κακού παιδιού.

Α, του λέω, αυτό είναι το Ιταλικό σχολείο. Εμείς εδώ στο μικρό μας σχολείο στο σπιτάκι μας μαθαίνουμε Αγγλικά, που είναι πολύ διαφορετικό σχολείο, μόνο δικό μας. Εδώ, για μας, η δουλειά δεν είναι τιμωρία αλλά είναι περιπέτεια ανακάλυψης όλων των πραγμάτων που εσύ θέλεις να μάθεις. Και εγώ  δεν είμαι ο «δάσκαλός» σου αλλά ο βοηθός σου, να σε βοηθώ όσο μπορώ να ανακαλύψεις εσύ, ότι θέλεις εσύ να μάθεις. Και υπάρχουν τόσα θαυμαστά και πολλά από τα οποία να διαλέξεις τι θέλεις να μάθεις. 

(και εξήγησα στην μητέρα του την γνώμη μου ότι η δασκάλα που τους το είπε αυτό, ότι η δουλειά για το σπίτι είναι τιμωρία, είναι μια ηλίθια εγκληματίας, γνώμη με την οποία η μητέρα του συμφώνησε γιατί ξέρει κι’ εκείνη δυό γράμματα και ελπίζει και σε εμένα να βοηθήσω τα παιδιά της)

Ανακάλυψα, το 2025, ότι του αρέσει η ποίηση και του σύστησα τον Αμερικανό ποιητή Ρόμπερτ Φροστ.

Καθώς καιγόταν το σπίτι μας στις 24 Ιουνίου 2026, πέντε το πρωί, και καθόμουνα στο πεζοδρόμιο, ήρθε ο Φιλίππο και στάθηκε μπροστά μου, με κοίταξε, μ' ένα ύφος ήρεμο και ενήλικο, και πολύ σοβαρά μου είπε: «Δημήτρη, θυμάμαι το ποίημα». Και μου απήγγειλε στα Αγγλικά:

Δυο δρόμοι χώρισαν σ’ ένα δασάκι, κι’ εγώ,
Εγώ πήρα τον λιγότερο περπατημένο,
Κι’ αυτό έχει κάνει όλη την διαφορά.

Two roads diverged in a wood, and I—
I took the one less traveled by,
And that has made all the difference.

Τότε τον αγκάλιασα και δάκρυσα λίγο. Σκέφτηκα ότι ένα χρόνο πρωτύτερα όταν είχαμε διαβάσει το ποίημα του Φροστ, ίσως για κάποιο λόγο ο Φιλίππο να είχε βρει κουράγιο στα λόγια του ποιήματος, και εκείνη την στιγμή, καθώς καιγόταν το σπίτι μας, ήθελε ίσως να δώσει το ίδιο κουράγιο σ' εμένα.

Αρχές Σεπτεμβρίου 2026 τώρα, ετοιμαζόταν να πάει γυμνάσιο, τέσσερα χωριά πιο κάτω προς την πόλη και αναρωτιόταν πως θα είναι οι δάσκαλοι, αν θα είναι καλύτεροι από του δημοτικού. Ποιός ξέρει, του είπα. Μπορεί! Όμως αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι είναι οι δάσκαλοι αλλά ποιός είσαι εσύ.

«Εγώ είμαι ένα παιδάκι» είπε. Τι μπορώ να κάνω; Δεν είσαι παιδάκι του λέω. Είσαι ο Φιλίππο. Μα τι μπορώ εγώ να κάνω, ξαναρώτησε. Τι δύναμη έχω; Στάσου όρθιος, του είπα. Στάθηκε όρθιος με τα χεράκια του το ένα μέσα στο άλλο μπροστά του. Απαλά χώρισα τα χεράκια του και τα έβαλα ίσια στα πλευρά του. Χαμογέλασα. Σήκωσε λίγο το κεφάλι σου, του είπα. Το σήκωσε λίγο. Τότε με θαυμασμό του είπα: Είδες τι έκανες!; Με κοίταξε απορημένος. Στάθηκες όρθιος του απάντησα. Είσαι ο Φιλίππο!

Έλαμψε το πρόσωπό του σαν να τον χτύπησε αστραπή. ΚΑΤΑΛΑΒΑ τι εννοείς, Δημήτρη! φώναξε.

Τώρα ξεκίνησε γυμνάσιο, που στην Ιταλία το λένε Μεσαίο, πριν το Λύκειο, όπου ήλπιζε τα πράγματα να είναι καλύτερα. Μου έστειλε μήνυμα ότι τα ίδια είναι και ότι επιμένουνε να αποστηθίζουν τα παιδιά χωρίς να τους εξηγούν τι αποστηθίζουν. Κανένα πρόβλημα, του πρότεινα. Εσύ δεν θα κοιτάς όλη την παράγραφο ούτε καν όλη την φράση, αλλά κάθε μια λέξη ξεχωριστά από τις άλλες. Και θα ψάχνεις στον θησαυρό ή το λεξικό να βρεις την έννοια κάθε ξεχωριστής λέξης, τι σημαίνει, και μετά θα σκεφτείς τι μπορεί να σημαίνουν όλες οι διαφορετικές λέξεις μαζί, η μία δίπλα στην άλλη, στην φράση. Θα γίνεις χτίστης, χτίζοντας κάθε φράση μια λέξη μετά την άλλη. Και από ‘βδομάδα θα τα βρούμε και μαζί.



Πολλοί μπορούν να αποστηθίσουν, και πολλοί γνωρίζουν τον στοίχο:
- Να ζει κανείς ή να μην ζει,
όπως μεταφράστηκε από κάποιο ντουβάρι στα Ελληνικά.
Ιστορικά, ξέρουμε ποιος και ποιοι Έλληνες το μεταφράσανε, αλλά μη λέμε ονόματα και θίγουμε υπολήψεις των ξερόλων.

Πόσοι όμως θα συλλογιστούν ότι η σωστή απόδωση από τα Αγγλικά στα Ελληνικά είναι:
- Υπάρχειν, ή μη υπάρχειν;

Πόσοι κατανοούν την διαφορά μεταξεί του να ζω, 
του να υπάρχω, την ύπαρξη και το απαρέμφατο του ενεστώτα του ρήματος υπάρχω: «Υπάρχειν».

(Ξέρω, ξέρω στα νεοελληνικά δεν χρησιμοποιείτε τέτοια πράματα -ωχ, ρε αδερφέ! δε βαριέσαι τώρα...)

Γραμματική Αναγνώριση (Κλίση)

  • Ρήμα: ὑπάρχω, όχι «ζω». Be έγραψε ο βάρδος, όχι Live.



    Η πρώτη έκδοση σε μορφή quarto (Q1) του *Άμλετ* του Σαίξπηρ δημοσιεύτηκε το 1603

    Ποια, άραγε νά 'ναι η διαφορά μεταξύ της ζωής και της ύπαρξης;

  • Έγκλιση: Απαρέμφατο (άκλιτος ρηματικός τύπος)
  • Χρόνος: Ενεστώτας
  • Φωνή: Ενεργητική

To Be, or not to be, that is the question, μεταφράζεται, σωστά, στα Ελληνικά:
- Υπάρχειν, ή μη υπάρχειν, αυτή είναι η ερώτηση.
Σε δεύτερη επιλογή μετάφρασης: Ύπαρξη ή ανυπαρξία.
Σε τρίτη επιλογή: Να υπάρχει κανείς ή να μην υπάρχει.
Το: Να ζει κανείς ή να μην ζει είναι απλά να γελάς με τον μεταφραστή. Είναι αστείο.
Όποτε Έλληνας λέει Να ζει κανείς ή να μην ζει, νομίζοντας ότι απαγγέλει Σαίξπηρ, είναι να ξεκαρδίζεσαι κλαίγοντας.

Και, στο όνομα όλων των αταίριαστων της κοινωνίας,  δεν ειναι «ιδού η απορία»!
That is the question, σημαίνει: Αυτή είναι η ερώτηση.
Ποιος να ξέρει, ποιος να ξέρει, την διαφορά μεταξύ ερώτησης και απορίας;
Question, εγραψε ο βάρδος, όχι wonderment, ή doubt, ή perplexity.
Θα του πούνε άραγε οι Έλληνες μεταφραστές του Σαίξπηρ τι εννοούσε; 

Άρα:
Ερώτηση: Ποιο είναι το βαθύτερο, πολυδιάστατο νόημα του ερωτήματος:
«To be, or not to be, that is the question.»

Απάντηση: Συνήθως απλουστεύεται στο «να αυτοκτονήσω, ή όχι;» — κάτι που αποτελεί μέρος του ζητήματος, αλλά όχι το σύνολό του. Είναι γενικά αποδεκτό ότι ο Άμλετ συλλογίζεται το να αυτοκτονήσει ή όχι.

Αξίζει να διακρίνουμε ορισμένες πτυχές:

Το ρήμα υπερβαίνει την ίδια την περίσταση. Ο Άμλετ, τον οποίον μάλιστα οι Έλληνες στις αρχές του εικοστού αιώνα τον λέγανε Αμλέτο, δεν λέει/ρωτάει «να ζήσω ή να πεθάνω». Χρησιμοποιεί το ρήμα της ύπαρξης (Be) στην καθαρή απαρεμφατική του μορφή, χωρίς να συνδέεται με κάποιο υποκείμενο. Το ερώτημα τίθεται απρόσωπα, ως μια γενική θέση για την ίδια την ύπαρξη και όχι ως ζήτημα που αφορά τα βραδινά σχέδια ενός Δανού πρίγκιπα. 

Οι εναλλακτικές λύσεις δεν διαχωρίζονται με σαφήνεια. Ο Άμλετ αναρωτιέται αν είναι πιο ευγενές για τον νου να υπομένει κανείς παθητικά την δυστυχία ή να «σηκώσει όπλα ενάντια σε μια θάλασσα συμφορών και, αντιστεκόμενος, να τις τερματίσει». Η φράση «να σηκώσει όπλα» παραπέμπει σε αντίσταση. Έτσι, η επιλογή της δράσης και η επιλογή της αυτοκτονίας συγχέονται, και η γραμματική δομή δεν επιτρέπει τον πλήρη διαχωρισμό τους. Αυτή η σύγχυση επιτελεί έναν συγκεκριμένο ρόλο: για τον Άμλετ, η αποφασιστική δράση και η αυτοκαταστροφή έχουν γίνει πλέον δυσδιάκριτες.

Και,

ποιά είναι τα δεινά που συγκεκριμένα αναφέρει ο Άμλετ;

  • τα μαστιγώματα και οι περιφρονήσεις του χρόνου,
  • η αδικία του δυνάστη,
  • η περιφρόνηση του αλαζόνα,
  • οι πόνοι του περιφρονημένου έρωτα,
  • η καθυστέρηση της δικαιοσύνης,
  • η αυθάδεια της εξουσίας,
  • και οι ταπεινώσεις που υφίσταται η υπομονετική αξία από τους ανάξιους

Είναι αυτοί, άραγε, λόγοι για αυτοκτονία ή, μήπως, για επανάσταση;
Πόσοι σκέφτονται ότι το έργο πιθανόν να μίλαγε, μεταφορικά, για επανάσταση κάτω από την μύτη της Ελισάβετ της Πρώτης στο κοινό ενός θεάτρου στη μέση του Ελισαβετιανού Λονδίνου του 1601;
Σε κάθε περίπτωση, η «Συνωμοσία της Πυρίτιδας» του 1605, τέσσερα χρόνια μετά την πρεμιέρα του Άμλετ, δύο χρόνια μετά τον θάνατο της Ελισάβετ της Πρώτης, ήταν μια συνωμοσία μιας ομάδας Άγγλων Ρωμαιο-Καθολικών με στόχο την δολοφονία του βασιλιά Τζέημς του Πρώτου και την ανατίναξη του Κοινοβουλίου, που απέτυχε.
Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς μπας και την εποχή της πρεμιέρας του Άμλετ η Αγγλία σιγόβραζε.
Όταν αναρωτιέται κανείς 
«Αν είναι πιο ευγενές για το πνεύμα να υπομένει τα βέλη και τα χτυπήματα μιας σκληρής μοίρας, ή να σηκώσει όπλα ενάντια σε μια θάλασσα συμφορών και, αντιστεκόμενο, να τους δώσει τέλος» μπορεί να εννοεί αυτοκτονία, μπορεί όμως να εννοεί και επανάσταση όχι πνευματική αλλά πολιτική.

Ναί δεν το γνωρίζουμε, είναι απλά μια ερώτηση που κάνω εγώ, αλλά η φιλοσοφία, και ως εκ τούτου η μόρφωση, φτάνει να υπάρχει μόνο όταν γίνονται ερωτήσεις. Όχι όταν μουλαρώνουμε πάνω σ' ένα ντουβάρι μάρμαρο πεποισμένοι ότι κατέχουμε την αλήθεια. Η μόνη απάντηση, η μόνη αλήθεια, είναι ότι πρέπει συνεχώς να γινονται ερωτήσεις.

Το ερώτημα αλλάζει μορφή στην πορεία. Ξεκινά ως ερώτημα για το θάρρος και καταλήγει ως ερώτημα για τη γνώση. Και, περεταίρω, την μόρφωση. Αυτό που συγκρατεί τους ανθρώπους δεν είναι το ότι ο θάνατος είναι κακός, αλλά το ότι ο θάνατος είναι ανεξερεύνητος — ο θάνατος είναι «η ανεξερεύνητη χώρα από την αγκαλιά της οποίας κανένας ταξιδιώτης δεν επιστρέφει». 

«Έτσι η συνείδηση μας κάνει όλους δειλούς,
κι έτσι το φυσικό χρώμα της αποφασιστικότητας
μαραίνεται κάτω από την ωχρή χροιά της σκέψης,
και εγχειρήματα μεγάλης εμβέλειας και σημασίας,
εξαιτίας αυτού, αλλάζουν πορεία
και χάνουν το όνομα της πράξης.
»

«Προτιμούμε να υπομένουμε μάλλον τα δεινά που έχουμε, παρά να καταφεύγουμε σε άλλα που δεν τα γνωρίζουμε.»

Προτιμούμε να επιμένουμε σε αυτό το οποίο η γνώση μας αφήνει να βλέπουμε μπροστά μας: την διαφορά ηλικίας, την διαφορά χρώματος δέρματος, την διαφορά χαρακτηριστικών, την διαφορά πίστης, την διαφορά ιστορίας, την διαφορά φύλου... την διαφορά πλούτου, την διαφορά καταγωγής, τα λαϊκιστικά θέσφατα και τα σάντουιτς ενός ψέματος ανάμεσα σε δυό αλήθειες, η μιας αλήθειας ανάμεσα σε δύο ψέματα, ή την παράλειψη μιας σημαντικής αλήθειας η οποία θα έδινε άλλο νόημα σε άλλες αλήθειες αν αναφερότανε κι' αυτή μαζί τους, από μέρος των επιτήδειων, παρά να χρησιμοποιήσουμε την σκέψη, και την ιδία μας την πείρα σαν σφυρί και σμίλη πάνω στον μαρμάρινο ογκόλιθο, πάνω στο ντουβάρι.



Τα παραπάνω έκανα δεκαετίες να φτάσω να τα σκεφτώ ολοκληρωμένα,
αν και ποτέ δεν ολοκληρώνεται τίποτα πραγματικά,
καμια σκέψη δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί εντελώς ολοκληρωμένη, καθως...

«τα πάντα ρεῖ
» («όλα ρέουν» ή «τα πάντα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και αλλαγή»)
(Ηράκλειτος, 535-475 ΠΚΕ, Έφεσος, Ιωνία).

Ή... συνάμα:
«μηδέν μεταβάλλεσθαι» (τίποτα δεν αλλάζει)
(Παρμενίδης, 515-470 ΠΚΕ, Ελεατική Σχολή).

Και, μιά δεκαετία τώρα τα λέω...



Τέλος, απλά, και ειρηνικά, κάποτε, πάντα, έρχεται η ανάπαυση της ομορφιάς.
Της ομορφιάς που μπορεί να φανερώσει κανείς διαμορφώνοντας ένα ντουβάρι μάρμαρο.



Η Σοφία Αφεντάκη (1855-1873), Κοιμωμένη, στον θάνατό της από φυματίωση, 18 ετών.
Έργο δημιουργημένο 1877-1878/80, Γιαννούλης Χαλεπάς (1851-1938).
Ο Χαλεπάς άρχισε να το φιλοτεχνεί όταν ο ίδιος ήταν 26 χρονών.
Τώρα, στο Α' Νεκροταφειο Αθηνών, στον οικογενειακό τάφο, βρίσκεται αντίγραφο.
Το πρωτότυπο μαρμάρινο έργο μεταφέρθηκε Μάρτιο 2017 για λόγους προστασίας και συντήρησης
στην Γλυπτοθήκη της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου και φυλάσσεται.



Ο Γιαννούλης Χαλεπάς επισκέπτεται την Κοιμωμένη του, 30 Αυγούστου 1930





~~~





Έχω, υποκειμενικά, για μένα, αξιολογήσει λεπτομερώς τις παρουσιάσεις του μονόλογου του Άμλετ από φημισμένους ηθοποιούς. Παραδόξως, η παρουσίαση που πρόσφερε ο Λώρενς Ολίβιε δεν φτάνει, κατά την γνώμη μου, ούτε καν κοντά στις κορυφαίες αποδόσεις. Πρέπει να παραδεχτώ ότι η πιο άξια απόδοση που έχω παρακολουθήσει είναι του Ρίτσαρντ Μπάρτον, του 1964. Σκηνοθετημένη από τον Τζων Γκίλντγουντ στο Μπρόντγαιη.





Τα δύο σημαντικότερα λεπτά και είκοσι δευτερόλεπτα της Δυτικής Λογοτεχνίας,
ανάλογα με το πως θα διαμορφώσει κανείς το χτίσμα, το νόημα των λέξεων:

To be, or not to be--that is the question: 
Whether 'tis nobler in the mind to suffer 
The slings and arrows of outrageous fortune 
Or to take arms against a sea of troubles 
And by opposing end them. To die, to sleep-- 
No more--and by a sleep to say we end 
The heartache, and the thousand natural shocks 
That flesh is heir to. 'Tis a consummation 
Devoutly to be wished. To die, to sleep-- 
To sleep--perchance to dream: ay, there's the rub, 
For in that sleep of death what dreams may come 
When we have shuffled off this mortal coil, 
Must give us pause. There's the respect 
That makes calamity of so long life. 
For who would bear the whips and scorns of time, 
Th' oppressor's wrong, 
the proud man's contumely 
The pangs of despised love, 
the law's delay, 
The insolence of office, 
and the spurns That patient merit of th' unworthy takes, 
When he himself might his quietus make 
With a bare bodkin? Who would fardels bear, 
To grunt and sweat under a weary life, 
But that the dread of something after death, 
The undiscovered country, from whose bourn 
No traveler returns, puzzles the will, 
And makes us rather bear those ills we have 
Than fly to others that we know not of? 
Thus conscience does make cowards of us all, 
And thus the native hue of resolution 
Is sicklied o'er with the pale cast of thought, 
And enterprise of great pitch and moment 
With this regard their currents turn awry 
And lose the name of action.






~~~









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου