Στις ΗΠΑ μονάχα, το «Ελληνικό» στραγγιστό γιαούρτι αντιπροσωπεύει αγορά μεγέθους $9,1 δισεκατομμυρίων (η παγκόσμια αγορά είναι συνολικά πολύ μεγαλύτερη).
Οι Έλληνες φυσικά, είτε από την Ελλάδα σαν κράτος ή σαν ιδιωτικός τομέας, είτε στο εξωτερικό, ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκαν την τεράστια αγορά καλών Ελληνικών προϊόντων. Αυτό άλλωστε θα προϋπόθετε σκέψη και εργασία. Είναι πολύ πιο εύκολο απλά να πηγαίνουμε σε διεθνή δικαστήρια να προσπαθούμε να απαγορεύσουμε στους άλλους να χρησιμοποιούν την λέξη «Ελληνικό» στον τίτλο του προϊόντος τους –αλλά όχι και να κάνουμε κερδοφόρα προσπάθεια οι ίδιοι! Αυτό θα ήταν ενάντια σε κάθε ελίκωση του DNA της φυλής.
Άλλωστε, η πιο επιτυχημένη μάρκα Ελληνικού γιαουρτιού στις ΗΠΑ, η μάρκα Τσομπάνι, χτίστηκε από ένα Τούρκο μετανάστη ο πατέρας του οποίου είχε στάνη έξω από ένα χωριό κάπου βόρεια της Άγκυρας. Το Τσομπάνι ξεκίνησε το 2007 και μέχρι το 2014 έβγαζε κάπου 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο…
Φαίνεται όμως ότι μετά από 7-8 χρόνια η τρέλα με το Ελληνικό γιαούρτι στις ΗΠΑ έχει αρχίσει να περνάει. Έχει άνοδο η προτίμηση σε ρευστό γιαούρτι που το πίνεις από πλαστικό μπουκαλάκι. Έρευνες δείχνουν ότι οι νέοι βαριούνται να βάζουν γιαούρτι σε μπωλ και μετά να πρέπει να πλένουν το μπωλ και το κουτάλι. Επίοης, για κάποιο λόγο, στις ΗΠΑ το Ελληνικό γιαούρτι έγινε γνωστό ως πρωινό με δημητριακά.
Εμείς δεν χρειάζεται ούτε σαν κράτος ούτε σαν ιδιώτες να ασχοληθούμε με αγορές και μάρκετινγκ που θα έφερναν κέρδη δισεκατομμυρίων σε γιαούρτι, ελιές, ελαιόλαδο, κρασί… Το γιαούρτι στην Αμερική το ανέλαβε Τούρκος, το ελαιόλαδο το πουλάμε ιδιωτικά και κρυφά με τον τόνο στους Ιταλούς οι οποίοι το μεταπωλούν σαν Ιταλικό, τις ελιές μας δεν τις ξέρει κανείς έξω, και το κρασί προσπαθήσαμε να το πουλήσουμε αλλά στην καμπάνια μας επιμέναμε ότι οι ξένοι πρέπει να μάθουν να στραμπουλάνε την γλώσσα τους προσπαθώντας να πουν «Aeeghiorgheetico». Για μας, έχει πολύ πιο αξία να ψηφίζουμε όποιον υπόσχεται προγράμματα από την έκθεση Θεσσαλονίκης και μετά να περιμένουμε την Ευρώπη να μας δίνει τη δόση μας κάθε μήνα από τις Βρυξέλες αφού μας αξιολογήσουν να δουν αν είμασταν καλά παιδιά, πρώτη φορά αριστερά, πάνω-κάτω και αλλήθωρα.



