Η τοπική αναισθησία έχει αρχίσει να περνάει, αλλά πόνος τίποτα. Πάλι φαίνεται κάνανε καλή δουλειά οι γιατροί μας στο Δημόσιο Νοσοκομείο εδώ στη Romagna. Όχι πόνος, ακόμα, αλλά ούτε και η φαγούρα που είχα καμιά εικοσαριά χρόνια σε μια περίεργη μεγάλη ελιά στην πλάτη κάτω από τον δεξί μου ώμο. Μπάι-μπάι ελιά! Τα ράμματα βγαίνουν σε δυό βδομάδες.
Όταν πρωτογύρισα στην Ελλάδα το 2007 έβγαλα από το συρτάρι τα παλιά μου ένσημα του ΙΚΑ και το βιβλιάριο αλλά η μάνα Ελλάς έν έδινε περίθαλψη σε κάποιον που εργαζόταν για μια Αμερικανική εταιρία της οποίας και ο πρόεδρος και ο θυρωρός ήταν το ίδιο άτομο. Εις τον ιδιωτικόν τομέα ατύχησα το ίδιο οικτρά αλλά για άλλο λόγο. Κανείς δεν με ασφάλιζε λόγω ζαχάρου. Ψέματα! Μια πωλήτρια μου είπε να το πάρω, να πληρώσω την κάλυψη δυό χρόνια χωρίς να την χρησιμοποιήσω και σε δύο χρόνια να «πάθω» ζάχαρο. Της εξήγησα ότι τα Ελληνικά μου δεν ήταν τόσο καλά για να καταλάβω τι άκουσα και αποφάσισα ότι θα συνέχιζα αυτό που άρχισα στην Αμερική μετά το διαζύγιο, χωρίς περίθαλψη, όπου, σκεφτόμενος τα Βραχώδη Όρη και τον Τερεμάια Τζόνσον έβγαινα κάθε πρωί να γδάρω την αρκούδα μου ξέροντας ότι κάποιο πρωινό, μια μέρα, η αρκούδα θα γδάρει εμένα.
Μόλις έγινα μόνιμος κάτοικος Ιταλίας, η Romagna μου έδωσε κάρτα δωρεάν υγείας. Με την οποία κάρτα, και ιδού η ειρωνεία, μπορώ να έχω δωρεάν περίθαλψη στην Ελλάδα και άλλες χώρες. Έτσι, τώρα, όποτε περνάω στην Αθήνα μπροστά από κανένα ΙΚΑ ή καμιά ασφαλιστική εταιρεία κάνω τσ-τσ! Νιάααα-νια-νια-νιάααα-νια...
Εκτός από τον μόνιμο γιατρό, η πρώτη ιδιαίτερη περίπτωση για την οποία χρησιμοποίησα την κάρτα μου ήταν όταν πήγαμε να δούμε τον σπεσιαλίστα Ντοτόρε που κοίταξε με μια κάμερα μέσα στην μύτη μου, δεξιά, αριστερά, βαθύτερα, έκανε ένα Μ-χμ!! Και είπε στην γυναίκα μου: Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει αναπνεύσει ποτέ στη ζωή του! Πες τα Χρυσόστομε! ανεφώνησα! Έχει το δικαίωμα να αναπνέει! Ναι! Ναι! Ναι! Φωνάζω. Θα χειρουργήσω! ανακοινώνει. Ήρωά μου, λέω εγώ.
Όταν ήρθε ή σειρά μου έξι μήνες αργότερα τον Μάιο του 2009, μπαίνοντας στο χειρουργείο ξάπλα, πριν την ολική άκουσα να παίζει μουσική και θυμήθηκα τον «Γιατρό» με τον Γουίλιαμ Χερτ, όπου παίζανε μέσα στο χειρουργείο ανοικτής καρδιάς το «Γιατί δεν γινόμαστε φέσι να πηδηχτούμε» του Τζίμη Μπάφετ, και έδωσα στον αναισθησιολόγο μου παραγγελιά για Μπητλς. Μετά παραδόθηκα στα τοπία των χωραφιών με φράουλες καθώς έπλεα διαμέσου του σύμπαντος.
Ξύπνησα με τη μύτη βουλωμένη, πράγμα που το περίμενα γιατί, όπως μου είχε εξηγήσει από πριν ο Ντοτόρε, θα είχα δυό πώματα στην μύτη μου να κρατάνε τα ρουθούνια στο σωστό σχήμα καθώς θρέφαν οι πληγές. Φίλοι από την Ελλάδα που είχαν κάνει την ίδια εγχείρησούλα μού ‘χανε πει έρε πόνο που έχεις να τραβήξεις! Λοιπόν, τίποτα. Ούτε ένα τόσο δα πονάκι. Ούτε μετά την επέμβαση ούτε κατά την ανάρρωση. Ντοτόρε το άτιμο! Καλά, καμιά ενοχλησούλα που και που, αλλά δεν πόνεσα ποτέ.
Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση όμως ήταν το νοσηλευτικό προσωπικό, οι γιατροί και το ίδιο το νοσοκομείο. Κάτι μεταξύ λουξ ξενοδοχείου και νοσοκομείου με ανθρώπους που βλέπανε τους ασθενείς σαν... ανθρώπους. Για να μην πω ότι το δωμάτιο ήταν δίκλινο, με ιδιαίτερη τουαλέτα σαν ξενοδοχείο και τηλεόραση με χειροκοντρολ μπροστά σε κάθε ένα από τα δύο κρεβάτια. Και το φαγητό, καλό! Η κακομοίρα η μάνα μου στην ιδιωτική κλινική στην Αθήνα, που πήρε 30.000 Ευρώ (όλης της ζωής τους τις οικονομίες) για 18 μέρες, δεν την είχε τόσο καλά όπως αυτή η δωρεάν περίθαλψη στην Romagna.
Ήρθε η ώρα να βγάλουμε τα ταμπόν από τη μύτη μου. Κάθισα στην καρέκλα του ιατρείου με την ενστικτώδη εντύπωση ότι τα ταμπονάκια πρέπει να είχαν μέγεθος και σχήμα σαν φίλτρα τσιγάρου περίπου. Του Ντοτόρε του είχε δημιουργηθεί φαίνεται η εντύπωση ότι είχα χιούμορ και είχε πει καμιά δυό φορές στην γυναίκα μου «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας», που είναι μεγάλο κομπλιμάν και χάνει στη μετάφραση.
Βγάζει τα ταμπόν ένα-ένα τραβώντας τα με ένα σχοινάκι που είχε κρύψει σε κάθε ρουθούνι, και, με το που βγήκανε, είδα ότι ήτανε δυό μπανάνες η καθεμιά μεγαλύτερη από το μεγάλο μου δάχτυλο! Πως χωρούσαν βρε αυτά στα ρουθουνάκια μου;!
Αλλά ακόμα ανέπνεα από το στόμα. Καθόταν μπροστά δεξιά μου, και κοιτούσα ίσια μπροστά. Να αναπνεύσω; Τον ρωτάω. Σι! Μου λέει. Παίρνω την πρώτη ανάσα.
Μετά την δεύτερη.
Καθηλωμένος στην καρέκλα να κοιτάζω μπροστά. Τρίτη ανάσα. Πρωτόγνωρο πράγμα. Δεν υπήρχε τίποτα, κανένας φραγμός μεταξύ των πνευμονιών μου και του αέρα γύρω μου.
Σέκος ακόμα, κοιτάζοντας μπροστά, το δεξί μου χέρι κουνήθηκε μόνο του και βρήκε τον ώμο του Ντοτόρε. Γέλασε και είπε: «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας!» και σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο και άρχισε κάτι να γράφει.
Σηκώθηκα, πήγα προς το γραφείο, τον ακούμπησα στο χέρι, γύρισε, τον σήκωσα όρθιο, και καθώς στεκόταν ο Ντοτόρε μπροστά μου βάζω ένα χέρι γύρω από τη μέση του, με το άλλο του πιάνω το δεξί σε στάση βάλς και αρχίζω να τον χορεύω γύρω-γύρω αναπνέοντας από τα ρουθούνια με τα φρύδια σηκωμένα. Είχε λυθεί στα γέλια και έλεγε: «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας!»
Θυμήθηκα εκείνη τη φορά 25 χρόνια νωρίτερα που είχα σταθεί μπροστά σε τέσσερεις γιατρούς του ΙΚΑ και τους είχα ζητήσει να εγκρίνουν μια πλαστική για το μέτωπό μου που είχε βγει από ένα αυτοκίνητο χρησιμοποιώντας το παρμπρίζ. Και δύο μήνες αργότερα ήταν σαν ανάγλυφος χάρτης των Iμαλαϊων. Οι γιατροί του ΙΚΑ είχαν λυθεί στα γέλια και λέγανε: «ρε, γυναίκα είσαι να θέλεις να καλοπισθείς;!»
Μ’ αρέσει να κάνω τους γιατρούς μου να γελάνε.
Σήμερα, με το που τελείωσε η αφαίρεση της περίεργης ελιάς από την πλάτη μου, δωρεάν φυσικά, ευχαρίστησα την γιατρό για μια θαυμάσια δουλειά που δεν ένοιωσα τίποτα, και μετά της έδειξα την ντουλάπα με τα γυάλινα φύλα ακριβώς μπροστά από εκεί που ήταν το κεφάλι μου καθώς ήμουνα μπρούμυτα στο τραπέζι. Της εξήγησα πως μέσα στο τζάμι έβλεπα σαν καθρέφτη τα πάντα που έκανε στην αναίσθητη πλάτη μου. Και γελάσαμε, η γιατρός, η γυναίκα μου, η νοσοκόμα κι εγώ.
Και μετά λυθήκανε στα γέλια όταν τους είπα πως ανησύχησα λίγο, μόνο όταν είδα τη γιατρό να εργάζεται με τα χέρια της και το σκαρπέλο στην πλάτη μου καθώς κουβέντιαζε με την γυναίκα μου με το κεφάλι της γυρισμένο πίσω, να την κοιτάει καθώς μιλούσαν!
Όταν πρωτογύρισα στην Ελλάδα το 2007 έβγαλα από το συρτάρι τα παλιά μου ένσημα του ΙΚΑ και το βιβλιάριο αλλά η μάνα Ελλάς έν έδινε περίθαλψη σε κάποιον που εργαζόταν για μια Αμερικανική εταιρία της οποίας και ο πρόεδρος και ο θυρωρός ήταν το ίδιο άτομο. Εις τον ιδιωτικόν τομέα ατύχησα το ίδιο οικτρά αλλά για άλλο λόγο. Κανείς δεν με ασφάλιζε λόγω ζαχάρου. Ψέματα! Μια πωλήτρια μου είπε να το πάρω, να πληρώσω την κάλυψη δυό χρόνια χωρίς να την χρησιμοποιήσω και σε δύο χρόνια να «πάθω» ζάχαρο. Της εξήγησα ότι τα Ελληνικά μου δεν ήταν τόσο καλά για να καταλάβω τι άκουσα και αποφάσισα ότι θα συνέχιζα αυτό που άρχισα στην Αμερική μετά το διαζύγιο, χωρίς περίθαλψη, όπου, σκεφτόμενος τα Βραχώδη Όρη και τον Τερεμάια Τζόνσον έβγαινα κάθε πρωί να γδάρω την αρκούδα μου ξέροντας ότι κάποιο πρωινό, μια μέρα, η αρκούδα θα γδάρει εμένα.
Μόλις έγινα μόνιμος κάτοικος Ιταλίας, η Romagna μου έδωσε κάρτα δωρεάν υγείας. Με την οποία κάρτα, και ιδού η ειρωνεία, μπορώ να έχω δωρεάν περίθαλψη στην Ελλάδα και άλλες χώρες. Έτσι, τώρα, όποτε περνάω στην Αθήνα μπροστά από κανένα ΙΚΑ ή καμιά ασφαλιστική εταιρεία κάνω τσ-τσ! Νιάααα-νια-νια-νιάααα-νια...
Εκτός από τον μόνιμο γιατρό, η πρώτη ιδιαίτερη περίπτωση για την οποία χρησιμοποίησα την κάρτα μου ήταν όταν πήγαμε να δούμε τον σπεσιαλίστα Ντοτόρε που κοίταξε με μια κάμερα μέσα στην μύτη μου, δεξιά, αριστερά, βαθύτερα, έκανε ένα Μ-χμ!! Και είπε στην γυναίκα μου: Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει αναπνεύσει ποτέ στη ζωή του! Πες τα Χρυσόστομε! ανεφώνησα! Έχει το δικαίωμα να αναπνέει! Ναι! Ναι! Ναι! Φωνάζω. Θα χειρουργήσω! ανακοινώνει. Ήρωά μου, λέω εγώ.
Όταν ήρθε ή σειρά μου έξι μήνες αργότερα τον Μάιο του 2009, μπαίνοντας στο χειρουργείο ξάπλα, πριν την ολική άκουσα να παίζει μουσική και θυμήθηκα τον «Γιατρό» με τον Γουίλιαμ Χερτ, όπου παίζανε μέσα στο χειρουργείο ανοικτής καρδιάς το «Γιατί δεν γινόμαστε φέσι να πηδηχτούμε» του Τζίμη Μπάφετ, και έδωσα στον αναισθησιολόγο μου παραγγελιά για Μπητλς. Μετά παραδόθηκα στα τοπία των χωραφιών με φράουλες καθώς έπλεα διαμέσου του σύμπαντος.
Ξύπνησα με τη μύτη βουλωμένη, πράγμα που το περίμενα γιατί, όπως μου είχε εξηγήσει από πριν ο Ντοτόρε, θα είχα δυό πώματα στην μύτη μου να κρατάνε τα ρουθούνια στο σωστό σχήμα καθώς θρέφαν οι πληγές. Φίλοι από την Ελλάδα που είχαν κάνει την ίδια εγχείρησούλα μού ‘χανε πει έρε πόνο που έχεις να τραβήξεις! Λοιπόν, τίποτα. Ούτε ένα τόσο δα πονάκι. Ούτε μετά την επέμβαση ούτε κατά την ανάρρωση. Ντοτόρε το άτιμο! Καλά, καμιά ενοχλησούλα που και που, αλλά δεν πόνεσα ποτέ.
Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση όμως ήταν το νοσηλευτικό προσωπικό, οι γιατροί και το ίδιο το νοσοκομείο. Κάτι μεταξύ λουξ ξενοδοχείου και νοσοκομείου με ανθρώπους που βλέπανε τους ασθενείς σαν... ανθρώπους. Για να μην πω ότι το δωμάτιο ήταν δίκλινο, με ιδιαίτερη τουαλέτα σαν ξενοδοχείο και τηλεόραση με χειροκοντρολ μπροστά σε κάθε ένα από τα δύο κρεβάτια. Και το φαγητό, καλό! Η κακομοίρα η μάνα μου στην ιδιωτική κλινική στην Αθήνα, που πήρε 30.000 Ευρώ (όλης της ζωής τους τις οικονομίες) για 18 μέρες, δεν την είχε τόσο καλά όπως αυτή η δωρεάν περίθαλψη στην Romagna.
Ήρθε η ώρα να βγάλουμε τα ταμπόν από τη μύτη μου. Κάθισα στην καρέκλα του ιατρείου με την ενστικτώδη εντύπωση ότι τα ταμπονάκια πρέπει να είχαν μέγεθος και σχήμα σαν φίλτρα τσιγάρου περίπου. Του Ντοτόρε του είχε δημιουργηθεί φαίνεται η εντύπωση ότι είχα χιούμορ και είχε πει καμιά δυό φορές στην γυναίκα μου «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας», που είναι μεγάλο κομπλιμάν και χάνει στη μετάφραση.
Βγάζει τα ταμπόν ένα-ένα τραβώντας τα με ένα σχοινάκι που είχε κρύψει σε κάθε ρουθούνι, και, με το που βγήκανε, είδα ότι ήτανε δυό μπανάνες η καθεμιά μεγαλύτερη από το μεγάλο μου δάχτυλο! Πως χωρούσαν βρε αυτά στα ρουθουνάκια μου;!
Αλλά ακόμα ανέπνεα από το στόμα. Καθόταν μπροστά δεξιά μου, και κοιτούσα ίσια μπροστά. Να αναπνεύσω; Τον ρωτάω. Σι! Μου λέει. Παίρνω την πρώτη ανάσα.
Μετά την δεύτερη.
Καθηλωμένος στην καρέκλα να κοιτάζω μπροστά. Τρίτη ανάσα. Πρωτόγνωρο πράγμα. Δεν υπήρχε τίποτα, κανένας φραγμός μεταξύ των πνευμονιών μου και του αέρα γύρω μου.
Σέκος ακόμα, κοιτάζοντας μπροστά, το δεξί μου χέρι κουνήθηκε μόνο του και βρήκε τον ώμο του Ντοτόρε. Γέλασε και είπε: «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας!» και σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο και άρχισε κάτι να γράφει.
Σηκώθηκα, πήγα προς το γραφείο, τον ακούμπησα στο χέρι, γύρισε, τον σήκωσα όρθιο, και καθώς στεκόταν ο Ντοτόρε μπροστά μου βάζω ένα χέρι γύρω από τη μέση του, με το άλλο του πιάνω το δεξί σε στάση βάλς και αρχίζω να τον χορεύω γύρω-γύρω αναπνέοντας από τα ρουθούνια με τα φρύδια σηκωμένα. Είχε λυθεί στα γέλια και έλεγε: «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας!»
Θυμήθηκα εκείνη τη φορά 25 χρόνια νωρίτερα που είχα σταθεί μπροστά σε τέσσερεις γιατρούς του ΙΚΑ και τους είχα ζητήσει να εγκρίνουν μια πλαστική για το μέτωπό μου που είχε βγει από ένα αυτοκίνητο χρησιμοποιώντας το παρμπρίζ. Και δύο μήνες αργότερα ήταν σαν ανάγλυφος χάρτης των Iμαλαϊων. Οι γιατροί του ΙΚΑ είχαν λυθεί στα γέλια και λέγανε: «ρε, γυναίκα είσαι να θέλεις να καλοπισθείς;!»
Μ’ αρέσει να κάνω τους γιατρούς μου να γελάνε.
Σήμερα, με το που τελείωσε η αφαίρεση της περίεργης ελιάς από την πλάτη μου, δωρεάν φυσικά, ευχαρίστησα την γιατρό για μια θαυμάσια δουλειά που δεν ένοιωσα τίποτα, και μετά της έδειξα την ντουλάπα με τα γυάλινα φύλα ακριβώς μπροστά από εκεί που ήταν το κεφάλι μου καθώς ήμουνα μπρούμυτα στο τραπέζι. Της εξήγησα πως μέσα στο τζάμι έβλεπα σαν καθρέφτη τα πάντα που έκανε στην αναίσθητη πλάτη μου. Και γελάσαμε, η γιατρός, η γυναίκα μου, η νοσοκόμα κι εγώ.
Και μετά λυθήκανε στα γέλια όταν τους είπα πως ανησύχησα λίγο, μόνο όταν είδα τη γιατρό να εργάζεται με τα χέρια της και το σκαρπέλο στην πλάτη μου καθώς κουβέντιαζε με την γυναίκα μου με το κεφάλι της γυρισμένο πίσω, να την κοιτάει καθώς μιλούσαν!





