Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Medicine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Medicine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Η Εγχείρησις επέτυχε!








Η τοπική αναισθησία έχει αρχίσει να περνάει, αλλά πόνος τίποτα. Πάλι φαίνεται κάνανε καλή δουλειά οι γιατροί μας στο Δημόσιο Νοσοκομείο εδώ στη Romagna. Όχι πόνος, ακόμα, αλλά ούτε και η φαγούρα που είχα καμιά εικοσαριά χρόνια σε μια περίεργη μεγάλη ελιά στην πλάτη κάτω από τον δεξί μου ώμο. Μπάι-μπάι ελιά! Τα ράμματα βγαίνουν σε δυό βδομάδες.

Όταν πρωτογύρισα στην Ελλάδα το 2007 έβγαλα από το συρτάρι τα παλιά μου ένσημα του ΙΚΑ και το βιβλιάριο αλλά η μάνα Ελλάς έν έδινε περίθαλψη σε κάποιον που εργαζόταν για μια Αμερικανική εταιρία της οποίας και ο πρόεδρος και ο θυρωρός ήταν το ίδιο άτομο. Εις τον ιδιωτικόν τομέα ατύχησα το ίδιο οικτρά αλλά για άλλο λόγο. Κανείς δεν με ασφάλιζε λόγω ζαχάρου. Ψέματα! Μια πωλήτρια μου είπε να το πάρω, να πληρώσω την κάλυψη δυό χρόνια χωρίς να την χρησιμοποιήσω και σε δύο χρόνια να «πάθω» ζάχαρο. Της εξήγησα ότι τα Ελληνικά μου δεν ήταν τόσο καλά για να καταλάβω τι άκουσα και αποφάσισα ότι θα συνέχιζα αυτό που άρχισα στην Αμερική μετά το διαζύγιο, χωρίς περίθαλψη, όπου, σκεφτόμενος τα Βραχώδη Όρη και τον Τερεμάια Τζόνσον έβγαινα κάθε πρωί να γδάρω την αρκούδα μου ξέροντας ότι κάποιο πρωινό, μια μέρα,  η αρκούδα θα γδάρει εμένα.

Μόλις έγινα μόνιμος κάτοικος Ιταλίας, η Romagna μου έδωσε κάρτα δωρεάν υγείας. Με την οποία κάρτα, και ιδού η ειρωνεία, μπορώ να έχω δωρεάν περίθαλψη στην Ελλάδα και άλλες χώρες. Έτσι, τώρα, όποτε περνάω στην Αθήνα μπροστά από κανένα ΙΚΑ ή καμιά ασφαλιστική εταιρεία κάνω τσ-τσ! Νιάααα-νια-νια-νιάααα-νια...

Εκτός από τον μόνιμο γιατρό, η πρώτη ιδιαίτερη περίπτωση για την οποία χρησιμοποίησα την κάρτα μου ήταν όταν πήγαμε να δούμε τον σπεσιαλίστα Ντοτόρε που κοίταξε με μια κάμερα μέσα στην μύτη μου, δεξιά, αριστερά, βαθύτερα, έκανε ένα Μ-χμ!! Και είπε στην γυναίκα μου: Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει αναπνεύσει ποτέ στη ζωή του! Πες τα Χρυσόστομε! ανεφώνησα! Έχει το δικαίωμα να αναπνέει! Ναι! Ναι! Ναι! Φωνάζω. Θα χειρουργήσω! ανακοινώνει. Ήρωά μου, λέω εγώ.

Όταν ήρθε ή σειρά μου έξι μήνες αργότερα τον Μάιο του 2009, μπαίνοντας στο χειρουργείο ξάπλα, πριν την ολική άκουσα να παίζει μουσική και θυμήθηκα τον «Γιατρό» με τον Γουίλιαμ Χερτ, όπου παίζανε μέσα στο χειρουργείο ανοικτής καρδιάς το «Γιατί δεν γινόμαστε φέσι να πηδηχτούμε» του Τζίμη Μπάφετ, και έδωσα στον αναισθησιολόγο μου παραγγελιά για Μπητλς. Μετά παραδόθηκα στα τοπία των χωραφιών με φράουλες καθώς έπλεα διαμέσου του σύμπαντος.

Ξύπνησα με τη μύτη βουλωμένη, πράγμα που το περίμενα γιατί, όπως μου είχε εξηγήσει από πριν ο Ντοτόρε, θα είχα δυό πώματα στην μύτη μου να κρατάνε τα ρουθούνια στο σωστό σχήμα καθώς θρέφαν οι πληγές. Φίλοι από την Ελλάδα που είχαν κάνει την ίδια εγχείρησούλα μού ‘χανε πει έρε πόνο που έχεις να τραβήξεις! Λοιπόν, τίποτα. Ούτε ένα τόσο δα πονάκι. Ούτε μετά την επέμβαση ούτε κατά την ανάρρωση. Ντοτόρε το άτιμο! Καλά, καμιά ενοχλησούλα που και που, αλλά δεν πόνεσα ποτέ.

Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση όμως ήταν το νοσηλευτικό προσωπικό, οι γιατροί και το ίδιο το νοσοκομείο. Κάτι μεταξύ λουξ ξενοδοχείου και νοσοκομείου με ανθρώπους που βλέπανε τους ασθενείς σαν... ανθρώπους. Για να μην πω ότι το δωμάτιο ήταν δίκλινο, με ιδιαίτερη τουαλέτα σαν ξενοδοχείο και τηλεόραση με χειροκοντρολ μπροστά σε κάθε ένα από τα δύο κρεβάτια. Και το φαγητό, καλό! Η κακομοίρα η μάνα μου στην ιδιωτική κλινική στην Αθήνα, που πήρε 30.000 Ευρώ (όλης της ζωής τους τις οικονομίες) για 18 μέρες, δεν την είχε τόσο καλά όπως αυτή η δωρεάν περίθαλψη στην Romagna.

Ήρθε η ώρα να βγάλουμε τα ταμπόν από τη μύτη μου. Κάθισα στην καρέκλα του ιατρείου με την ενστικτώδη εντύπωση ότι τα ταμπονάκια πρέπει να είχαν μέγεθος και σχήμα σαν φίλτρα τσιγάρου περίπου. Του Ντοτόρε του είχε δημιουργηθεί φαίνεται η εντύπωση ότι είχα χιούμορ και είχε πει καμιά δυό φορές στην γυναίκα μου «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας», που είναι μεγάλο κομπλιμάν και χάνει στη μετάφραση.

Βγάζει τα ταμπόν ένα-ένα τραβώντας τα με ένα σχοινάκι που είχε κρύψει σε κάθε ρουθούνι, και, με το που βγήκανε, είδα ότι ήτανε δυό μπανάνες η καθεμιά μεγαλύτερη από το μεγάλο μου δάχτυλο! Πως χωρούσαν βρε αυτά στα ρουθουνάκια μου;!

Αλλά ακόμα ανέπνεα από το στόμα. Καθόταν μπροστά δεξιά μου, και κοιτούσα ίσια μπροστά. Να αναπνεύσω; Τον ρωτάω. Σι! Μου λέει. Παίρνω την πρώτη ανάσα.

Μετά την δεύτερη.

Καθηλωμένος στην καρέκλα να κοιτάζω μπροστά. Τρίτη ανάσα. Πρωτόγνωρο πράγμα. Δεν υπήρχε τίποτα, κανένας φραγμός μεταξύ των πνευμονιών μου και του αέρα γύρω μου.

Σέκος ακόμα, κοιτάζοντας μπροστά, το δεξί μου χέρι κουνήθηκε μόνο του και βρήκε τον ώμο του Ντοτόρε. Γέλασε και είπε: «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας!» και σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο και άρχισε κάτι να γράφει.

Σηκώθηκα, πήγα προς το γραφείο, τον ακούμπησα στο χέρι, γύρισε, τον σήκωσα όρθιο, και καθώς στεκόταν ο Ντοτόρε μπροστά μου βάζω ένα χέρι γύρω από τη μέση του, με το άλλο του πιάνω το δεξί σε στάση βάλς και αρχίζω να τον χορεύω γύρω-γύρω αναπνέοντας από τα ρουθούνια με τα φρύδια σηκωμένα. Είχε λυθεί στα γέλια και έλεγε: «Πολύ μου αρέσει ο άντρας σας!»

Θυμήθηκα εκείνη τη φορά 25 χρόνια νωρίτερα που είχα σταθεί μπροστά σε τέσσερεις γιατρούς του ΙΚΑ και τους είχα ζητήσει να εγκρίνουν μια πλαστική για το μέτωπό μου που είχε βγει από ένα αυτοκίνητο χρησιμοποιώντας το παρμπρίζ. Και δύο μήνες αργότερα ήταν σαν ανάγλυφος χάρτης των Iμαλαϊων. Οι γιατροί του ΙΚΑ είχαν λυθεί στα γέλια και λέγανε: «ρε, γυναίκα είσαι να θέλεις να καλοπισθείς;!»

Μ’ αρέσει να κάνω τους γιατρούς μου να γελάνε.

Σήμερα, με το που τελείωσε η αφαίρεση της περίεργης ελιάς από την πλάτη μου, δωρεάν φυσικά, ευχαρίστησα την γιατρό για μια θαυμάσια δουλειά που δεν ένοιωσα τίποτα, και μετά της έδειξα την ντουλάπα με τα γυάλινα φύλα ακριβώς μπροστά από εκεί που ήταν το κεφάλι μου καθώς ήμουνα μπρούμυτα στο τραπέζι. Της εξήγησα πως μέσα στο τζάμι έβλεπα σαν καθρέφτη τα πάντα που έκανε στην αναίσθητη πλάτη μου. Και γελάσαμε, η γιατρός, η γυναίκα μου, η νοσοκόμα κι εγώ.

Και μετά λυθήκανε στα γέλια όταν τους είπα πως ανησύχησα λίγο, μόνο όταν είδα τη γιατρό να εργάζεται με τα χέρια της και το σκαρπέλο στην πλάτη μου καθώς κουβέντιαζε με την γυναίκα μου με το κεφάλι της γυρισμένο πίσω, να την κοιτάει καθώς μιλούσαν!








Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Αναστήλωση







Λοιπόν δεν μπορείς ποτέ να επαναπαυθείς σε μια ρουτίνα ευτυχίας γιατί όλο και 'κει που δεν το περιμένεις έρχεται  μια απότομη στροφή και κάνεις αμάν να κρατήσεις το αυτοκίνητο στο δρόμο. Και το πιο ενδιαφέρον είναι πως σε τέτοιες στιγμές φαίνονται οι καλοί φίλοι ανάμεσα σε αυτούς που νόμιζες ότι είχες και εκείνους που δεν ήξερες ότι είχες.

Έτσι και την περασμένη Δευτέρα το βράδυ είχε η γυναίκα μου ένα ιατρικό περιστατικό, που ήταν τελικά σοβαρότερο απ' όσο φαινόταν στην αρχή, και θα γινόταν πολύ σοβαρό αν δεν είχαμε πάει με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο στις 3 το πρωί. Όλα τελικά πάνε καλά, ξεκουράζεται αναπαυτικά στον καναπέ δίπλα στο γραφείο μου και το τζάκι, και γυρνά στην δουλειά από Δευτέρα.

Είμαι ευγνώμων και για τα σχόλιά σας αλλά και την ηθική υποστήριξη και συμβουλές που μας προσέφερε η Ρία, η οποία με βοήθησε μεταξύ άλλων και με τη αίσθηση ότι υπήρχε ένας άνθρωπος που μιλούσε την γλώσσα μου και ήταν και στον κλάδο της ιατρικής.

Τώρα θα μου πείτε τι πρόβλημα υπήρχε στην Emilia-Romagna, όπου το δημόσιο νοσοκομείο μας του Forli, είναι το δεύτερο καλύτερο της Ευρώπης και το σύστημα υγείας μας είναι το καλύτερο της Ιταλίας, ή, τουλάχιστον, έτσι πιστεύουμε; Κανένα πρόβλημα με το νοσοκομείο, κανένα πρόβλημα με το ασθενοφόρο που σκαρφάλωσε στο βουνό και ήταν στην πόρτα μας 48 λεπτά μετά το τηλεφώνημα.

Το πρόβλημα παρουσιάστηκε από εκεί που δεν το περίμενες μεταξύ της πρώτης ενόχλησης και του τηλεφωνήματος για ασθενοφόρο.

Όπως θα έχετε διαβάσει, η γιατρός μας ήταν και προσωπική φίλη, ήμασταν και στο σπίτι της για δείπνο την περασμένη εβδομάδα, και την νύχτα της Δευτέρας προς Τρίτη ήταν και η διανυκτερεύουσα γιατρός της περιοχής.

Καθώς η γυναίκα μου υπέφερε όλο και περισσότερο της είπα ότι πρέπει να τηλεφωνήσουμε στη φίλη μας την γιατρό. Η γυναίκα μου που είναι πολύ σκληρό καρύδι και δεν την ρίχνουν καταστάσεις εύκολα, δεν ήθελε να την ενοχλήσει αλλά εγώ επέμεινα. Της έστειλε λοιπόν ένα SMS στις 11:50 το βράδυ, περιγράφοντας την κατάσταση ακριβώς, μια που είχε ξαναπαρουσιαστεί με ηπιότερη μορφή πριν 4-5 χρόνια. Καμιά απάντηση. Μόλις μετά τα μεσάνυκτα της τηλεφώνησε. Η Γιατρός σήκωσε το τηλέφωνο και το έκλεισε αμέσως χωρίς να μιλήσει. Λίγα λεπτά μετά έστειλε SMS  στη γυναίκα μου να "πίνει πολλά υγρά".

Η γυναίκα μου υπέφερε όλο και περισσότερο με τα λεπτά που περνούσαν, και, όπως μου συμβαίνει σε περιπτώσεις ανάγκης, άλλαξα ταχύτητα προς το πλέον ήρεμο, λογικό και υπολογισμένο, να δω τι πρέπει να γίνει περασμένα μεσάνυκτα στα βουνά της Ιταλίας.

Google, emergency medical hotline. Αριθμός τηλεφώνου στην Ουάσινγκτον. Παίρνω αμέσως, σε λιγότερο από δύο λεπτά μιλούσα με γιατρό. Περιγράφω την περίπτωση και ζητώ συμβουλές. Μου απαντάει φυσικά ο γιατρός ότι δεν μπορεί να συμβουλεύσει συγκεκριμένα χωρίς να δει την ασθενή ή χωρίς να μιλάει με γιατρό που την βλέπει εκείνη τη στιγμή -επίσης με ρώτησε αν έχω κάρτα μέλους της υπηρεσίας τους, που δεν είχα. Λέω εγώ, "το καταλαβαίνω απόλυτα αλλά: Δεν έχει αυτή τη στιγμή σημασία αν είμαι μέλος. Είμαι Αμερικανός, είναι μεσάνυκτα στα βουνά της Ιταλίας και η γυναίκα μου χρειάζεται την βοήθειά σας". Και βοήθησε, μου εξήγησε ότι πρέπει αμέσως να πάει σε νοσοκομείο χωρίς καθυστέρηση και τι να κάνω για να αισθάνεται καλύτερα μέχρι να φτάσει στο νοσοκομείο.

Όταν η γιατρός σου και φίλη σου που απέχει 12 χιλιόμετρα σε στέλνει να φουντάρεις, βρίσκεται γιατρός 7.000 χιλιόμετρα μακριά. Και την επομένη και μεθεπομένη, βρίσκεται  βοήθεια και πρακτική και ηθική από μέηλ από 1.500 χιλιόμετρα μακριά.

Τέλος πάντων, ήρθε το ασθενοφόρο, πήγαμε στο νοσοκομείο 3 το πρωί, κατά τις 8 η κατάσταση είχε σταθεροποιηθεί, και περάσαμε δυό μέρες στο σπίτι της μαμάς και του μπαμπά ένα χιλιόμετρο από το νοσοκομείο. Επίσκεψη ξανά με τους γιατρούς του νοσοκομείου 48 ώρες αργότερα, και μας έγραψαν φάρμακα τα οποία έπρεπε να καθαρογράψει η γιατρός μας.

Στην επιστροφή της τηλεφωνήσαμε στο ιατρείο της , της καλής μας φίλης, για ραντεβού να γράψει τα φάρμακα και τις μελλοντικές επισκέψεις. Μας είπε να είμαστε στο γραφείο της στο χωριό πριν το δικό μας στις 5 το απόγευμα. Της είπαμε ότι προτιμούσαμε το γραφείο στο δικό μας χωριό και είπε να είμαστε εκεί στις 4. Φτάσαμε 4 και 10 και είχε φύγει. Την πήραμε και είπε ότι είχε φύγει στις 4 και ήταν τώρα στο διπλανό χωριό. Εμείς είχαμε περάσει από το διπλανό χωριό, στις 4. Η απόσταση μεταξύ των δύο είναι 10 λεπτά. Δεν είδαμε κανένα αυτοκίνητο στο δρόμο πόσο μάλλον το δικό της. Άρα είχε φύγει πριν από τις 3:45 όταν μας είχε δώσει ραντεβού για 4:00. Από το διπλανό χωριό έφυγε 4:30 μόλις μας είδε, άρα δεν είχε την παραμικρή διάθεση να τιμήσει τα ραντεβού που προσπαθούσε να δώσει.

Κάτσαμε στο γραφείο της για λιγότερο από 10 λεπτά. Ήταν αγενής και δεν κοίταξε ούτε την φίλη της ούτε εμένα στα μάτια μια φορά. Κριτικάρισε τα φάρμακα που είχαν δώσει από το νοσοκομείο και δεν ήθελε να γράψει ένα από αυτά.

Βρίσκοντάς το δύσκολο να καταλάβουμε γιατί αντιμετωπίζαμε αυτό το ύφος, η γυναίκα μου την ρώτησε γιατί δεν απάντησε στο τηλέφωνο εκείνο το βραδύ. Η Γιατρός αρνήθηκε ότι την πήραμε τηλέφωνο. Μα, της λέει η γυναίκα μου, το ξέρεις ότι οι γιατροί του νοσοκομείου ήθελαν να σε αναφέρουμε και ακόμα να σου κάνουμε μήνυση και αρνηθήκαμε. Κάντε μου μήνυση μας λέει. Κινδύνευα να πάθουν βλάβη τα νεφρά, λέει η γυναίκα μου. Η Γιατρός σηκώνει ένα χέρι αποδοκιμαστικά και λέει κάτι που στα Ελληνικά θα ήταν κάτι σαν "μαλακίες!"

Κι έτσι την Δευτέρα θα γραφτούμε σε άλλο γιατρό.

Γιατί φέρθηκε έτσι η γιατρός μας και φίλη μας; Πιστεύουμε ότι δεν έφταιγε το ότι περνάει πολύ δύσκολη ζωή από τότε που αυτοκτόνησε ο Γερμανός άντρας της και την άφησε μόνη της με τις δύο μικρές κόρες και την υπερήλικα μητέρα της. Πιστεύουμε ότι δεν έφταιγε το ότι είναι σχεδόν σίγουρο ότι παίρνει δυνατά φάρμακα για να μπορέσει να κοιμηθεί.

Αυτό που έφταιγε για τον τρόπο που φέρθηκε και εμμέσως για κάμποσες από τις δυσκολίες στη ζωή της είναι ότι πάσχει από μια ασθένεια ιδιαίτερα διαδεδομένη στην μεσο-ανατολική μεσόγειο: Οξύτατη Ξερολίαση. Απλά. Αυτό.

Η πιο επικίνδυνη ασθένεια, που βλάπτει περισσότερο τους γύρω παρά τον πάσχοντα. Ήξερε τα πάντα. Ακόμα και το τι είχε η γυναίκα μου όταν της τηλεφώνησε μετά από το SMS, χωρίς καν σαν γιατρός να κάνει συγκεκριμένες ερωτήσεις. Και ήξερε καλύτερα να κριτικάρει τους γιατρούς του νοσοκομείου.

Ηθικό δίδαγμα; Και το καλύτερο μυαλό γιατρού είναι μηδενικό αν λείπει η καρδιά ανθρώπου.






Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Άλλο ένα κομμάτι και όχι τσιγκουνιές!



Όχι τσιγκουνιές!




Είναι νομίζω εμφανέστατο και στον περιστασιακό αναγνώστη πόσο γλυκούλης είμαι. Αυτό το οποίο ίσως να μην είναι αμέσως φανερό είναι ότι είμαι τόσο γλυκούλης που έπαθα ζάχαρο από τα σαράντα τόσα μου!

Ευτυχώς μπορώ να πλοηγώ γύρω από τους υφάλους που βγάζει στο δρόμο μου το πάγκρεας μου, χωρίς ινσουλίνη, αλλά με χαπάκια και γνώση του πως να τρώω και πώς να κουνιέμαι.

Φερ’ ειπείν πρέπει να ξέρω σημαντικές λεπτομέρειες όπως το ότι μέρες Πάσχα και Χριστουγέννων τα σοκολατένια κουνελάκια και οι κουραμπιέδες και μελομακάρονα άγιες μέρες δεν πειράζουν την γλυκόζη στο αίμα, αρκεί να μην πας να την μετρήσεις.

Θυμάμαι το 2004 μόλις είχα επιστρέψει με τον γιό μου από σκι στα βραχώδη όρη, όπου έψαχνα τουαλέτα στα 3,000 και 4,000 μέτρα κάθε είκοσι λεπτά, και είχα κάνει τις βουνοκορφές κίτρινες. Αμέσως μετά πήγα στη Νέα Υόρκη να εγκαταστήσω ένα σύστημά μου σε μία εταιρία το βράδυ που θα ήταν σπίτια τους, και την έβγαλα με σοκολάτες. Στην επιστροφή στη Βοστώνη ο δρόμος από 4 λουρίδες είχε φτάσει τις 8. Μόλις πλησίασα το σπίτι μπήκα σ’ ένα φαρμακείο και αγόρασα ότι τεστ υπήρχε που να μπορώ να το κάνω μόνος μου. Μόνο τεστ εγκυμοσύνης δεν πήρα.

Όλα αρνητικά, εκτός του διαβήτη που είχε χτυπήσει 360 (με νορμάλ το 90). Είχα αγοράσει μια σοκολάτα μαζί με τα τεστ και την είχα αφήσει δίπλα στο πληκτρολόγιό μου να με περιμένει καθώς έκανα τα τεστ. Η σοκολάτα έμεινε εκεί και δεν την άγγιξα, και όταν 1 χρόνο αργότερα μετακόμισα πήρα τη σοκολάτα μαζί μου και την άφησα πάλι δίπλα στο πληκτρολόγιό μου.

Μόλις είδα το τεστ τηλεφώνησα σ’ ένα κοντινό κέντρο του πεζοδρόμιου για φτωχαδάκια να μου κάνουν επίσημη διάγνωση. Μου κλείσανε ραντεβού τρείς βδομάδες αργότερα. Κι άρχισα να σκέφτομαι: Μια φορά παθαίνει κανείς διαβήτη. Κι εγώ ζω μια ώρα από το κέντρο του κόσμου για διαβήτη, το Joslin Diabetes Center, το οποίο λειτουργεί μέσω του Beth Israel Hospital στην Longwood area της Βοστώνης. Αξίζει τον κόπο.

Κι έτσι ακύρωσα το πρώτο ραντεβού και η διάγνωση και η εκπαίδευσή μου έγινε στο Joslin/Beth Israel. Δυο επισκέψεις, τεστ αίματος: δύο χιλιάδες δολάρια. Πέντε ώρες μάθημα συν φυλλάδια: δύο χιλιάδες πεντακόσια δολάρια (δεν είχα ιδιωτική κάλυψη). Νομίζω το σκεπτικό του κόστους είναι έτσι ώστε να μην σ' αφήσουνε δεκάρα και πας κι αγοράσεις καμιά σοκολάτα.

Από μόνος μου μέσα σε τρείς μήνες έφερα το ζάχαρο στο σταθερό 85-130, με 5 μετρήσεις την ημέρα και πρόγραμμα κομπιούτερ για εξελισσόμενη καμπύλη που είχα φτιάξει εγώ.

Ξέρω και πώς να ζω για να το διατηρώ. Το 2007-2008 τά ‘κανα λίγο θάλασσα αλλά σοβαρεύτηκα πάλι. Και στην Αμερική υπάρχουν υπέροχα πράγματα χωρίς ζάχαρη, χωρίς ασπαρτάμη, με προσεγμένους υδατάνθρακες κλπ, που πουλιούνται άπλετα παντού. Και στην Ελλάδα καλά πάμε: αν ξέρεις να ψάξεις βρίσκεις πολλά και καλά. Στην Ιταλία μόνο αν είσαι διαβητικός και θέλεις προϊόντα χωρίς ζάχαρη μπορείς να πας να φουντάρεις.

Μάζα σοκολάτας χωρίς ζάχαρη για να φτιάχνω δικά μου γλυκά, μερέντα, ότι θέλω, μου φέρνει ο γιός μου από την Αμερική όπου πωλείται στα σουπερμάρκετ. Στη Ευρώπη δεν έχω βρει πουθενά σε λιανική.

Στην Αμερική βγήκε η Splenda που είναι το καλύτερο βιομηχανοποιημένο υποκατάστατο ζάχαρης για διαβητικούς και παράγεται μάλιστα από την ίδια την ζάχαρη! Έφερνα από την Αμερική μέχρι που η γυναίκα μου πρόσεξε τα μικρά γράμματα «Made in Italy» και την βρήκαμε με άλλο όνομα στην Ιταλία.

Υπάρχει βέβαια και το καλύτερο γλυκαντικό απ’ όλα, και είναι το καλύτερο γιατί είναι φυσικό και δεν παράγεται βιομηχανικά. Δεν πειράζει καθόλου το ζάχαρο. Το λένε Stevia και βγαίνει από ένα φυτό της Νοτίου Αμερικής, γνωστό εκεί από αιώνες. Στην Ιαπωνία χρησιμοποιείται κατά κόρον από το 1970. Στην Αμερική ήταν απαγορευμένο μέχρι που ο κόσμος πήγε δικαστήριο τις μεγάλες εταιρείες γλυκαντικών γιατί χρηματοδοτούσαν παράνομα την απαγόρευση. Και τώρα επιτρέπεται και πωλείτε στις ΗΠΑ. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απαγορευμένο εκτός από την Γαλλία όπου έδωσαν 2 χρόνια για δοκιμή.



Στην Ελλάδα όμως υπάρχει αξιοπρόσεκτη επιπολαιότητα, για να μην πω αγραμματοσύνη επί του θέματος μέχρι βλακείας.

Είναι βέβαια τα κλασσικά:
«Έλα καλέ τό ‘φτιαξα για σένα το γαλατομπούρεκο! Μια πηρουνιά τι κακό να κάνει;»
ή,
«Αυτό το παγωτό δεν είναι πολύ γλυκό! Ένα στη χάση και στη φέξη δεν πειράζει! Έλα! Φάε! Μη με στεναχωρείς!»
ή το άλλο, που πάνε επίσκεψη σε σπίτι διαβητικού και του πάνε 12 πάστες.
Και βέβαια το απερίγραπτο:
«Αυτά είναι αλμυρά! Μπατόν σαλέ! Δεν πειράζουνε το ζάχαρο!». Καλά. Αυτό το ακούς και από ζαχαροπλάστες ακόμα!

Αυτά που με ξενίζουνε όμως είναι τα επικίνδυνα. Το ένα είναι ότι όταν ψάχνεις να βρεις σοκολάτα χωρίς ζάχαρη για να φτιάξεις ένα «γλυκό» ειδικά για σένα, σου λένε: «σοκολάτα υγείας!» ή ακόμα χειρότερα: «κουβερτούρα».

Μπρέ έχουν ζάχαρη και η υγείας και η κουβερτούρα λέω συνέχεια, σ’ όλους, και τους ζαχαροπλάστες! Όχι μου λένε! Τι γράφει εδώ στα συστατικά! Τους ρωτάω! «Ζήτα!», «Άλφα!», «Χι!», «Άλφα!», «Ρο!», και τελευταίο; Ναι! «Ήτα!!!» Μπά, λένε όλοι, θα είναι πολύ λίγο και δεν θα πειράζει. Αφού και ο γιατρός λέει στη γιαγιά ότι μπορεί να χρησιμοποιεί κουβερτούρα! Και είναι Υφηγητής!»

Αααχ… η δύναμη της άρνησης... Για ένα διαβητικό, μισή κουταλιά ζάχαρη μπορεί να μείνη στο αίμα μέρες!

Tο χειρότερο είναι βέβαια ότι κι εγώ έχω ακούσει από στόμα Έλληνα γιατρού να λέει ότι ο διαβητικός μπορεί να χρησιμοποιεί φρουκτόζη. Μπούρδες! Τι τρέχει μα τον Όσιο Πατάπιο στο έθνος τούτο;

Και για να μην κάνω το Αμερικανάκι, σας πληροφορώ ότι και στην υγείας, και κουβερτούρα, και αλμυρά, και φρουκτόζη έχω κάνει τεστ εγώ προσωπικά, χύνοντας το αίμα μου για σας, και είναι πράγματι μπούρδες. Το ανεβάζουνε το ζάχαρο.

Και προσέχτε στις ετικέτες την σημαντική διαφορα μεταξύ ενός φαγώσιμου που δεν έχει καθόλου ζάχαρη, και ενός που απλά δεν έχει πρόσθετη ζάχαρη (το «πρόσθετη» με πολύ μικρά γράμματα, φυσικά). Επίσεις προσέξτε μη δεν «έχει» ζάχαρη αλλά γράφει «υδατάνθρακες» ή «άμυλο».

Είναι αλήθεια ότι ένας διαβητικός τύπου "Β", μπορεί να φάει οτιδήποτε με το σωστό μέτρο για την προσωπική του περίπτωση, και με καθιερωμένη εξάσκηση, και πάνω απ' όλα: π-ε-ρ-π-ά-τ-η-μ-α! Αλλά οι γενικότητες που αφήνουν τον απλό άνθρωπο να νομίζει ότι η φρουκτόζη, ας πούμε, είναι «καλή» για διαβητικούς, αυτές οι γενικοποιήσεις και αοριστίες είναι εγκληματικές. Όπως επίσης είναι τρομερό αυτό που έκανε ο πατέρας μου και μετριόταν 3 η ώρα το πρωί γιατί ήξερε ενστικτωδώς ότι τότε είχε το χαμηλότερο ζάχαρο.

Για μια σωστή ιδέα εποχιακή και μια πρόχειρη καμπύλη, οι μετρήσεις της γλυκόζης στο αίμα με μηχανάκι προσωπικό πρέπει να γίνονται:
- Με το πρωινό ξύπνημα,
- Δύο ώρες μετά το μεσημεριανό,
- Πριν το βραδινό,
- Πριν τον ύπνο,
Επί δύο βδομάδες το λιγότερο.
Πρέπει να τρώει κανείς τουλάχιστον τρείς φορές την ημέρα, όχι τσίμπημα ενδιάμεσα, και βραδινό τουλάχιστον τρείς ώρες πριν τον ύπνο. Όχι αυτά τα ρωμαίικα του δείπνου με σουβλάκι, κοκορέτσι τζατζίκι και εκμέκ με παγωτό στις 11 το βράδυ.
Αν θέλει να μετριέται κανείς μόνο δύο φορές την ημέρα, το καλύτερο θά 'ταν δύο ώρες μετά το μεσημεριανό και πριν τον ύπνο το βράδυ. Με το να μετριέται κανείς μια φορά την ημέρα ή λιγότερο κοροϊδεύει τον εαυτό του.

Δυό-τρία μαργαριταράκια ακόμη:
- Δεν υπάρχει «δίαιτα για διαβήτη». Υπάρχει μόνο σωστή πληροφόρηση ανά περίπτωση και «τρόπος ζωής»
- Δεν υπάρχει «Διαβητολόγος». Υπάρχουν Παθολόγοι με πείρα από πολλούς διαβητικούς πελάτες, και υπάρχουν διαιτολόγοι που μπορούν να απαντήσουν ως προς τις τιμές σε υδατάνθρακες, άμυλο και φυσικά σάκχαρα διαφόρων φαγώσιμων.

Λοιπόν! Αν έχετε κανέναν διαβητικό, εξαφανίστε του αμέσως τη φρουκτόζη, την κουβερτούρα, την υγείας, τα αλμυρά, και πείτε στους φίλους ότι ο επόμενος που θα κάνει βίζιτα με πάστες θα τις φάει ο ίδιος χωρίς κουτάλι.

Κι αν κανείς σας ρωτήσει γιατί τους παίρνετε τα αλμυρά τους και τη σοκολάτα τους, να τους πληροφορήσετε ότι τα μάθατε όλα από έναν τύπο πολύ γλυκούλη!







(αν και πιστεύω ότι η Ελληνική άρνηση θα βρει τρόπο: «σε μπλογκ στο ιντερνέτ το διάβασες! Ψέματα θά ‘ναι, ή δεν θα ξέρει καλά! Να ρωτήσουμε την θεία Αφροξυλάνθη που έχει γείτονα οδοντίατρο»)




Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Τέσσερεις Γιατροί + ένας



Η αβάσταχτη ελαφρότητα του ΙΚΑ
ή, πόσοι Έλληνες γιατροί χρειάζονται για να αλλάξουνε μια λάμπα







Είναι τι σου τύχει. Αλλά όταν σου τυχαίνουνε πολλοί γιατροί περιμένεις ότι κάμποσοι θα σου βγουν σκάρτοι, κάμποσοι καλοί, και κάμποσοι κάπου στη μέση. Όταν λοιπόν σού πέφτουν όλοι παρ' τον ένα μούντζωνε τον άλλο δεν πάει το νιονιό σου ότι όλοι οι γιατροί χρειάζονται φτερά και πούπουλα, αλλά σκέφτεσαι ότι απλά στάθηκες ασυνήθιστα άτυχος και ο επόμενος θα είναι ο Άλμπερτ Σβάιτσερ. Εκτός αν βρίσκεσαι στην Ελλάδα (και ο Σβάιτσερ ήταν στην Αφρική αν δεν κάνω λάθος...)

Αυτός ο μικρός πρόλογος ήτανε για να δικαιολογηθώ που η σημερινή αναφορά στους γιατρούς της Ελλάδας δεν θα συμπεριλαμβάνει ιστορίες επιτυχίας και αυταπάρνησης. Θα παρουσιαστούν λοιπόν στην σημερινή ανάρτηση τέσσερεις Έλληνες γιατροί (+ ένας), και μια που μόνο εξ' ιδίας πείρας θα παρουσίαζα ένα θέμα τέτοιο θα ασχοληθώ με αυτούς που γνώρισα στην Αθήνα καθώς πέθαιναν και οι δύο γονείς μου το 2007.

Πριν αρχίσουμε, λίγη γεωγραφία για να προσανατολιστείτε: Εγώ ζούσα τον δέκατο όγδοο χρόνο στην Αμερική μεγαλώνοντας τον γιό μου και είχα χωρίσει από την μητέρα του πριν 7 χρόνια. Οι γονείς μου ζούσαν στην Αθήνα μέσα σε ένα αυγό. Η ζωή ήταν να περιποιείται η μικρόσωμη μητέρα μου τον όλη του τη ζωή σημαντικά υπέρβαρο πατέρα μου, ο οποίος είχε σοβαρότατο ζάχαρο από τα 42, και είχε επιζήσει και "καθαρίσει" από Χόντσκινς με χημειοθεραπεία στα 55 του. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε πια να περπατήσει χωρίς "Π". Τον Ιανουάριο του 2007 ήταν και οι δύο 72, ο πατέρας μου 4 μήνες μεγαλύτερος από την μητέρα μου.

Στις 16 Ιανουαρίου η μητέρα μου σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο και την πήγαν σε μεγάλο Αθηναϊκό νοσοκομείο του ΕΣΥ με δύσπνοια και καρδιά. Δεν μου το είπαν για να μην με ανησυχήσουν μέχρι τις 18 Ιανουαρίου. Στις 19 Ιανουαρίου ήμουνα στο νοσοκομείο από το αεροδρόμιο, με τον εγγονό τους, και μάθαμε ότι η μητέρα μου είχε πάθει καρδιακή προσβολή, είχε καρκίνο προσκολλημένο στο δεξί πνευμόνι, με πολλαπλές μεταστάσεις και στα δύο πνευμόνια, και μετάσταση στα πίσω θωρακικά οστά, έχοντας είδη καταστρέψει τα πλευρά 5, 6 και 7. Όταν ο πατέρας μου βρέθηκε στο σπίτι χωρίς την γυναίκα του, που ήταν μαζί από 12 χρονών και είχαν παντρευτεί στα 19, σταμάτησε να παίρνει τα χάπια του, και σε μια βδομάδα μπήκε και εκείνος με καρδιά και διαβήτη σε άλλο μεγάλο νοσοκομείο του ΕΣΥ. Μετά από 7 εβδομάδες τους γύρισα και τους δύο στο σπίτι και τους είδα να κρατάν ο ένας το χέρι του άλλου στον καναπέ.

Τους είπα ότι θα τα έκλεινα και θα τα πούλαγα όλα και θα επέστρεφα αμέσως μονίμως να είμαι μαζί τους. Αλλά, τρεις βδομάδες αφού έφυγα, ξαναγύρισα για την κηδεία του πατέρα μου. Κάθισα δυό βδομάδες, υποσχέθηκα στην μητέρα μου που έκανε χημειοθεραπεία ότι θα επέστρεφα σε 2 μήνες, βρήκα και προσέλαβα μια κυρία να ζεί μαζί της, οργάνωσα ένα σύστημα υποστήριξης που θα κατεύθυνα καθημερινά από το τηλέφωνο, και ξανάφυγα, μόνο για να ανακαλύψω ότι το σπίτι μου δεν πουλιόταν με τίποτα -ήμουν στην πρώτη γραμμή της Αμερικανικής κρίσης του 2007. Έδωσα το σπίτι στην τράπεζα έβαλα το τζιπ, γεμάτο με ότι χωρούσε από την ζωή μου σε ένα καράβι, πήρα το αεροπλάνο με εισιτήριο μιας κατευθύνσεως και έφτασα στην Αθήνα τρείς μέρες αφού η μητέρα μου είχε μπει σε κώμα. Δεν ξύπνησε ποτέ και έφυγε 4 βδομάδες αργότερα, 4 μήνες μετά από τον πατέρα μου.

Είχαν ζήσει και οι δύο, ακριβώς 72 χρόνια και 10 μήνες ο καθένας και ήταν παντρεμένοι 54 χρόνια. Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον, αγαπούσαν τον εγγονό τους. Και εμένα.


Πάμε τώρα στους γιατρούς.


Γιατρός #1: Ο Κλινικάρχης.

Δεν ξέρω που τον είχανε βρει αλλά είχε μια κλινικούλα σε κάποιο προάστιο και τους πρόσεχε χρόνια. Ερχόταν σπίτι μια φορά τον μήνα στις 10 το βράδυ, ή 11 το βράδυ, καθάριζε το πόδι του πατέρα μου, έγραφε φάρμακα, έπινε το ουισκάκι του, έπαιρνε τα 100 Ευρώ του κι έφευγε. Δέκα μήνες πρίν σωριαστεί η μητέρα μου στον δρόμο, του είχε πεί, σε μια νυκτερινή επίσκεψη στο σπίτι τους, ότι πονούσε πολύ στην πλάτη. Μετά από μια πρόχειρη εξέταση στην κρεβατοκάμαρα είπε στην μητέρα μου ότι πιθανότατα να έχει κάτι πολύ σοβαρό και πρέπει να το κοιτάξει αμέσως. Η μητέρα μου ποτέ δεν το κοίταξε γιατί φοβόταν τι θα γίνει ο άντρας της μόνος του αν λείπει εκείνη από το σπίτι. Ο κύριος κλινικάρχης ουδέποτε ξαναρώτησε την μητέρα μου πως είναι, ούτε την έσπρωξε ποτέ να εξεταστεί σοβαρά. Ξαναπήγε άλλες 9 φορές, ήπιε άλλα 9 ουισκάκια, πήρε άλλα 900 Ευρώ μέχρι που σωριάστηκε η μητέρα μου και την πήγαν στο νοσοκομείο. Προσπάθησα να τον βρω στο τηλέφωνο αλλά δεν απάντησε. Έκτοτε αγνοείται η τύχη του...


Γιατρός #2: Η Επιμελήτρια.

Μιά βδομάδα αφού ήρθα από την Αμερική στο νοσοκομείο βγάλανε την μητέρα μου από το καρδιολογικό, έχοντας σταθεροποιήσει την κατάστασή της, και την βάλανε στο παθολογικό για να αρχίσουνε τις εξετάσεις για τον καρκίνο. Στην πρώτη εξέταση κάτι δεν πήγε καλά με το μαραφέτι που βάλανε από το λάρυγγα στα πνευμόνια, και εκεί που έλεγες ότι ήταν έτοιμη να γυρίσει σπίτι ξαφνικά κατρακύλησε σε δύσπνοια και άνοια. Τετάρτη κοντά στα μεσάνυχτα, στο έκτο κρεβάτι ενός θαλάμου με εφτά κρεβάτια, έφευγε με δύσπνοια στα χέρια μου. Παρακάλεσα κάτι να κάνουν και τους έδωσα άδεια να γίνει διασωλήνωση (τεχνητό κώμα) για να αγοράσουμε χρόνο. Έγινε μεσάνυκτα. Αντί να την πάν στην εντατική όπως επιβάλετο την άφησαν διασωληνωμένη στη γωνία, στον θάλαμο με τα εφτά κρεβάτια, με ένα φορητό μηχάνημα στο κομοδίνο που της έδινε αναπνοή.

Το πρωί στις οκτώμισι ήρθε η επιμελήτρια (που είχε κάνει την εξέταση), με τις μαύρες νάιλον και το στιλέτο τακούνι και με έβαλε πόστα. Με κατσάδιασε ότι "έπρεπε να αφήσω την καημένη την μητέρα μου να πεθάνει όπως είχε αφήσει και εκείνη (η επιμελήτρια) τον άντρα της να πεθάνει σε παρόμοιες συνθήκες πρόσφατα". Με μισό βήμα μπροστά, πολύ ήρεμος με την σπονδυλική μου στήλη όρθια, βρέθηκα ακριβώς μπροστά της με τα ρουθούνια σε απόσταση αναπνοής από τα δικά της. Και, πολύ ήρεμα αλλά σταθερά της είπα: "Πιστεύω ότι η Ζωή είναι το πολυτιμότερο πράγμα στο σύμπαν, και πιστεύω ότι έχουμε την ύψιστη ηθική υποχρέωση να χρησιμοποιήσουμε τις γνώσεις που μας έχει δώσει το σύμπαν, και η εξέλιξή μας, για να παρατείνουμε την ζωή έστω και ένα λεπτό παραπάνω". Δεν της είπα ότι δεν θα ήθελα να ήμουν ο άντρας της.

Τις επόμενες 5 μέρες, με την μητέρα μου να σβήνει σε κώμα στον θάλαμο, τηλεφώνησα σε όποιο γιατρό μπορούσα να βρω σε τέσσερεις χώρες και δύο ηπείρους, ελπίζοντας για ένα θαύμα.


Γιατρός #3: Ο Άγιος Σέργιος.

Αυτόν τον νέο στρατιωτικό μικροχειρούργο τον βρήκα την έκτη μέρα. Για αυτόν τον γιατρό έγραψα έναν άγνωστο επίλογο στο διήγημα του Καραγάτση Σέργιος και Βάκχος, που τον διάβασα και στους δύο μου γονείς αργότερα, και που μου έδωσε την χαρά και τιμή ο Αθεόφοβος να το δημοσιεύσει στο μπλογκ του πέρσι, εδώ, εισάγοντας με έτσι στην μπλογκόσφαιρα. Το δημοσίευσα αργότερα και εγώ εδώ.

Δεν τον λέω γιατρό, τον λέω Άνθρωπο. Όταν είχε γυρίσει η μητέρα μου σπίτι την πήγα στο γραφείο του να την δεί, και του έδωσα μία κόπια του Σέργιος και Βάκχος με την αφιέρωση "Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν μα η ανθρωπιά μένει". Δεν δέχτηκε χρήματα για την επίσκεψη, πράγμα που θορύβησε την μητέρα μου, και μετά τον πατέρα μου όταν του το είπαμε, γιατί γιατροί που δεν δέχονται χρήματα δεν υπήρχαν στο σύμπαν των γονιών μου. Αναρωτιόνταν και οι δύο αν ήταν πράγματι γιατρός... και τόσο νέος!

Ο Σέργιος ήρθε Κυριακή πρωί στον θάλαμο της μητέρας μου με ένα φίλο του επίσης γιατρό ο οποίος τύχαινε να δουλεύει σε εκείνο το νοσοκομείο. Δύο ώρες μετά μου εξήγησε τι βήματα πίστευε ότι πρέπει να γίνουν και πρότεινε ότι μπορεί να τα συντονίσει αυτά τα βήματα σε ένα πολύ γνωστό ιδιωτικό μέρος στην Αθήνα και ότι την εντατική θα την κάλυπτε το ΙΚΑ αλλά όχι τους γιατρούς. Συμφώνησα και την μεταφέραμε με κινητή μονάδα. Σε τέσσερεις μέρες η μητέρα μου είχε ξυπνήσει. Σε δύο εβδομάδες μπήκε στο αυτοκίνητο και γύρισε σπίτι όπου την περίμενε ο πατέρας μου, ο οποίος είχε βγει από το δικό του νοσοκομείο πριν δυο βδομάδες, στην πολυθρόνα του, με χαμόγελο και τα χέρια τεντωμένα ανοιχτά.

Ο γιατρός αυτός, ο άνθρωπος, δεν πήρε ποτέ λεφτά, συντόνιζε το τι γινότανε και τι κάναν οι άλλοι γιατροί. Εκείνος δεν έπραξε ποτέ τίποτα σαν γιατρός. Μόνο σαν άνθρωπος.

Πριν γυρίσει σπίτι η μητέρα μου της όρισαν ένα γιατρό που θα επιμελείτο της χημειοθεραπείας, η οποία θα γινότανε σε γνωστότατο κρατικό νοσοκομείο. Η μητέρα μου μπορούσε να ελπίζει σε ένα με δυόμιση χρόνια.



Γιατρός #4: Το Βόδι.

Δεν τον βρίζω. Απλά περιγράφω το παρουσιαστικό, κινήσεις και ομιλία του. Και τους τρόπους του. Ήταν ο της χημειοθεραπείας. Μας είχε εξηγήσει από την αρχή ότι κάθε φορά που κάναμε χειραψία ήθελε ένα χαρτονόμισμα των 100 Ευρώ. Μια φορά μάλιστα παραπονέθηκε και ζήτησε αν είχα ένα των 100 αντί για πέντε των 20. Αργότερα, από την Αμερική του επέστησα την προσοχή στην αναπνοή της μητέρας μου που άκουγα εγώ ο αδαείς από το τηλέφωνο, την εξέτασε και την βρήκε εντάξει. Δυο φορές. Στην επόμενη χημειοθεραπεία, η μητέρα μου, η οποία έπασχε από σοβαρή κλειστοφοβία, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και την έπιασε πανικός. Τότε, ο γιατρός αυτός, ξέροντας ότι η μητέρα μου έπασχε από καρδιά, στην μέση της χημειοθεραπείας, στον πανικό της, της έδωσε ενδοφλέβιο καταπραϋντικό.

Η μητέρα μου δεν ξανασηκώθηκε. Σε 18 ώρες έπεφτε σε κώμα και την διασωλήνωσαν. Τις επόμενες εβδομάδες προσπάθησαν να την ξυπνήσουν και να αδειάσουν το κρεβάτι της εντατικής δύο φορές αλλά δεν ξύπνησε. Τα όργανα άρχισαν να σταματούν ένα ένα. Έφυγε τέσσερεις εβδομάδες αργότερα αφού ο γιος της και ο εγγονός της μάταια της μίλαγαν καθημερινά,

Το βόδι έκανε το ενδοφλέβιο καταπραϋντικό σε ασθενή με καρδιά (απαγορεύεται καταπραϋντικό σε ασθενή με καρδιά) Δευτέρα μεσημέρι καθώς έφευγα με το τζιπ γεμάτο από τα υπάρχοντά μου από το σπίτι στη Μασαχουσέτη για την Νέα Υόρκη, με εισιτήριο για την Αθήνα Παρασκευή, άφιξη Σάββατο.

Όταν έφτασα, πήγα κατ' ευθείαν στην εντατική αλλά δεν ήταν κανείς εκεί, Σάββατο γαρ. Ήρθαν την Δευτέρα. Το βόδι με έβαλε στο γραφείο του διευθυντή της εντατικής και οι δυό τους μου εξήγησαν την κατάσταση και ότι έπρεπε να γίνει τραχειοτομή. Με περιμένανε όλες αυτές τις μέρες, κρατώντας την μητέρα μου να χειροτερεύει, και τώρα μου κάνανε γρήγορα μαθήματα ιατρικής και ζητούσαν από εμένα να τους πω τι να κάνουν. Σοβαρά! Δεν αναλάμβαναν ευθύνη ούτε καν γνώμης... Έπρεπε να τους πω, "ρε καθάρματα, τα κάνατε θάλασσα με το καταπραϋντικό και περιμένετε εμένα να βγάλω το φίδι σας από την τρύπα;" Αλλά δεν τους το είπα. Το βόδι πάντως είπε πολύ καθαρά και ξάστερα: "Δεν φανταζόμουνα ότι θα είχε τέτοια αντίδραση στο καταπραϋντικό...". Μάλιστα.


Αυτοί οι τέσσερεις ήταν οι γιατροί της μητέρας μου. Μας μένει λοιπόν ο συν ένας:



Γιατρός +1: Ο Διανυκτερεύων.

Δυό βδομάδες αφού έιχα αφήσει τους γονείς μου και είχα γυρίσει στην Αμερική να τα μαζέψω και να ξαναγυρίσω κοντά τους, τα πόδια του πάτερα μου γίνανε τρείς φορές η φυσιολογική τους περιφέρεια, από το πρήξιμο. Του είπα από το τηλέφωνο οπωσδήποτε να πάει σε νοσοκομείο. Πήγε σε άλλο γνωστό του ΕΣΥ. Ήταν ανήσυχος και δεν κοιμόταν καλά στον θάλαμο τα βράδια. Το τρίτο βράδυ, ο διανυκτερεύων γιατρός του έδωσε ένα καταπραϋντικό να κοιμηθεί. Σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά μετά το καταπραϋντικό ο πατέρας μου ήταν νεκρός.



~



Στους μήνες μετά τους θανάτους του πατέρα μου και μετά της μητέρας μου, συγγενείς και φίλοι, άνθρωποι μεγάλοι, με σεβαστά μυαλά και καριέρες, μου είπαν καθαρά ότι έπρεπε να έδινα φακελάκια.

Ξέρω φυσικά ότι κανένας γιατρός δεν θα έβλαπτε ασθενή επειδή δεν πήρε φακελάκι. Όταν όμως έχουνε φακελάκι οπωσδήποτε προσέχουν κάτι περισσότερο του συνηθισμένου. Όχι επειδή πήραν λεφτά, αλλά, για να πάρουν κι άλλα αύριο, τα καθάρματα. Και τότε θα το σκεφτόντουσαν να δώσουν καταπραϋντικό σε ασθενείς με καρδιά. Και ο πατέρας μου και η μητέρα μου οπως και δήποτε θα είχαν ζήσει έστω και ένα λεπτό (για να μην πω βδομάδες ή μήνες) παραπάνω αν δεν τους είχαν δώσει καταπραϋντικά.

Άρα, είναι σίγουρος, και όσο αποδεδειγμένο μπορεί να είναι υπό τας συνθήκας, ότι οι γονείς μου πέθαναν την συγκεκριμένη στιγμή που πέθαναν επειδή δεν έδωσα φακελάκια στους Έλληνες "γιατρούς".