Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Χρώματα










Στα μαθήματα που κάνουμε στον Ξενώνα μας για να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν όσοι θέλουν, έρχονται περισσότεροι από εκείνους που δεν ξέρουν. Παραδείγματος χάριν, μία μητέρα που έρχεται στο σχολείο με τη δύο χρονών κορούλα της, ήταν στο πρώτο έτος της φαρμακολογίας στο πανεπιστήμιο όταν απήγαγαν τον άντρα της και εκείνη έτρεξε να σωθεί μέσα στην νύχτα με την κόρη της. Αλλά έρχεται, μαζί με μερικούς άλλους που ήδη ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν, και παρακολουθούν μαζί με εκείνους που δεν ξέρουν --υποθέτω επειδή είχα την ιδέα να μην χρησιμοποιώ παιδικά βιβλιαράκια, και, να αφήνω την συζήτηση να φτάσει όπου θέλουν και μπορούν εκείνοι να την φτάσουν, πέρα από την ανάγνωση και την γραφή, στην ουσία του τι διαβάζουμε και τι γράφουμε, και πέρα από αυτό, όπου πάει η κουβέντα και για σκέψη, και για κατανόηση του καινούργιου τόπου όπου θα προσπαθήσουνε να χτίσουνε ζωή.

Πάντα έχουν και εργασία για ανάμεσα στα μαθήματα, να κάνουν μόνοι τους, και πάντα τις κάνουν και τις διαβάζουμε στην αρχή κάθε μαθήματος. Μέχρι τώρα όλοι πια γράφουν... και όλοι διαβάζουν. Η ορθογραφία δεν έχει σημασία. Πρώτα να γίνει συνήθειο η γραφή, και μετά πάμε στις λεπτομέρειες. Πριν καμμιά-δυό βδομάδες είχα χρησιμοποιήσει τον λόγο "Έχω Ένα Όνειρο" του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ από το 1963, και μια από τις εργασίες τους ήταν να προσπαθήσουν να φανταστούν τι είδους συνθήκες σε μια κοινωνία θα είχαν δώσει αφορμή να γραφτεί ένας τέτοιος λόγος. Και να περιγράψουν τις συνθήκες που υπέθεσαν, γραπτά, σε δυό-τρεις σειρές. Και άλλες τέτοιου είδους εργασίες...

Παρακάτω θα γράψω από μνήμης συζητήσεις που κάναμε όλοι βασισμένες σε κάποιες λέξεις ή φράσεις από εργασίες καθώς τις διαβάζαμε. Δεν έχει σημασία να γράψω ποιός είπε τι, αλλά θα παραθέσω μερικές ανταλλαγές, όπως έγιναν... σαν κείμενα που αφήνουν την δική τους εντύπωση...


Θα ήθελα να ήμουνα λευκός.
Γιατί;
Γιατί στην Ιταλία όλοι είναι λευκοί και αισθάνομαι σαν διαφορετικός.
Φυσικά! κι εγώ, αν ζούσα στην Νιγηρία θα ήθελα να ήμουνα μαύρος για να μην με κοιτάνε οι άλλοι σαν διαφορετικό.
Θα ήθελα ο Θεός να είχε πλάσει ανθρώπους που να είχαν ένα μόνο χρώμα.
Μα, είσαι σίγουρος ότι ο θεός δεν έπλασε ανθρώπους μόνο ενός χρώματος;
Τι χρώμα είχαν οι πρώτοι άνθρωποι;
Ποιοί ήταν οι πρώτοι άνθρωποι;
Ο Αδάμ και η Εύα.
Και η παλαιά Διαθήκη λέει ότι ο Θεός έπλασε τον Αδάμ από μιά φούχτα λάσπη. Τι χρώμα έχει η λάσπη;
Κόκκινο, κόκκινο-καφέ.
Δηλαδή ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους σε ένα χρώμα. Κόκκινο, κόκκινο καφέ. Ούτε μαύρο ούτε άσπρο...
Και η επιστήμη μας λέει ότι οι πρώτοι άνθρωποι ξεκίνησαν από την Αφρική. Και πως όλοι ήταν μαύροι. Το ίδιο, ένα χρώμα.
Και αργότερα μερικοί διάλεξαν να περπατήσουν μακριά, είτε από τον κήπο της Εδέμ, είτε από την Αφρική, και να φτάσουν στην Ευρώπη, και στην Ασία... Όπως περπατήσατε κι' εσείς. Και με τις χιλιάδες χρόνια, στο διαφορετικό κλίμα και φως από τον ήλιο, τα μαύρο τους χρώμα ξεθώριασε, σε λευκό στην Ευρώπη, σε κίτρινο ή καφέ στην Ασία...
Δηλαδή και ο Θεός και η Φύση ένα χρώμα έδωσαν στους ανθρώπους.
Πως άλλαξε τότε, και πως υπάρχουν τόσα χρώματα τώρα;
Γιατί οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι να αποφασίσουν για τους εαυτούς τους που και πως να ζουν...
Η Ελευθερία και η απόφαση των ανθρώπων αποτυπώθηκε σαν απόδειξη... στα χρώματα που άλλαξαν στο δέρμα τους...
Δηλαδή, τα χρώματα του δέρματός μας σήμερα δεν τα έδωσε διαφορετικά στον καθένα ο Θεός ή η Φύση... Τα χρώματά μας είναι η απόδειξη της Ελευθερίας μας. Όχι της σκλαβιάς μας.

Εδώ στην Ευρώπη την Ιστορία μας την γράφουμε από χιλιάδες χρόνια και έτσι την μαθαίνουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας διαβάζοντάς την για να ξέρουν από που ήρθαν. Στην Αφρική η Ιστορία, χιλιάδες χρόνια, λεγόταν από τον σοφό του χωριού και έτσι την μαθαίναν και την επαναλάμβαναν οι επόμενες γενιές καθώς την άκουγαν. Μάθατε έτσι την Ιστορία σας; Τι ξέρετε σαν το πιο παλιό πράγμα στην μνήμη;
Πριν πολλά χρόνια είμασταν σκλάβοι των Βρετανών.
Και πριν από αυτό;
Δεν ξέρουμε πριν από αυτό.

Ο θεός αγαπάει τα παιδιά του. Δεν τα αφήνει μόνα τους.
Μα ναί! Και να σας πω κιόλας ότι πιστεύω πως ο Θεός δεν μπορεί να αφήσει πλάσμα μόνο του!
Μα τι είπα τώρα! είπα ότι ο Θεός "δεν μπορεί"! Μα ο Θεός είναι παντοδύναμος! πως είναι δυνατόν να "μην μπορεί" να κάνει ότι θέλει, ακόμα και να αφήσει μόνο του κάποιο από τα παιδιά του;
Ο Θεός είναι το παν, δεν είναι; και εμείς είμαστε μέρος του παντός... άρα και μέρος του Θεού. Πως θα μπορούσε ο θεός να αφήσει μόνο του ένα αναπόσπαστο μέρος του;
Ίσως μερικοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν, ή δεν το θέλουν, που ο Θεός είναι πάντα μέσα τους ότι και να κάνουν.

Τα παιδιά του Θεού προσεύχονται και παρακαλούν να ζήσουν.
Βεβαίως! Και είμαστε όλοι παιδιά του Θεού, μα όλοι... ακόμα και εκείνοι από τους οποίους δραπετεύσατε για να σώσετε την ζωή σας, είναι παιδιά του θεού, δεν είναι; Πως λοιπόν βγάζει νόημα, παιδιά του Θεού να θέλουν να σκοτώσουν άλλα παιδιά του Θεού;
Ίσως εκείνα να ακολουθούν τον Σατανά, τον Διάβολο...
Ναι, και τότε αυτό που βλέπουμε είναι μια μάχη μεταξύ του Θεού και του Διαβόλου... μα, ο Θεός είναι το παν, και είναι δυνατότερος από όλους, έτσι δεν είναι; Ο διάβολος δεν έχει την ίδια δύναμη σαν τον Θεό.
Όχι!
Δηλαδή, αν ήθελε, ο Θεός θα μπορούσε να εξαφανίσει τον διάβολο στην στιγμή! Γιατί δεν το κάνει; του αρέσει του Θεού να αφήνει τον διάβολο να βασανίζει και να δολοφονεί τους ανθρώπους;
Όχι, γιατί ο Θεός είναι καλός.
Τότε, γιατί επιτρέπει ο Θεός την ύπαρξη του διαβόλου;
Ίσως επειδή ο διάβολος είναι απαραίτητος για να αποκτήσει αξία το μεγαλύτερο δώρο που έχει δώσει ο Θεός: Η Ελευθερία Θέλησης και Επιλογής. Τι νόημα θα είχε η Ελευθερία αν δεν υπήρχε ο διάβολος για να εξασκήσουν όλοι οι άνθρωποι την Ελευθερία τους της Επιλογής;
Διάβολος δηλαδή σημαίνει Ελευθερία.
Και η Ελεύθερη επιλογή μας του αν θα διαλέξουμε τον Θεό ή θα διαλέξουμε τον διάβολο, καθορίζει τον δρόμο που ακολουθεί η ζωή μας, και το τι γεμίζει την καρδιά μας.
Ο διάβολος είναι ένα από τα σημαντικότερα δώρα του Θεού, δίνοντας έννοια και σημασία στην Ελευθερία. Τι κάνουμε με αυτό το δώρο, είναι δική μας απόφαση.


Αυτά τα παραπάνω είναι ελάχιστες από τις σκέψεις που βγαίνουν από την καρδιά και τον νου εκείνων των αδελφιών μας που πολλοί Ιταλοί, και πολλοί Έλληνες, και πολλοί άλλοι θεωρούν υπάνθρωπους. Η Ελευθερία της επιλογής, του τι θεωρεί ο καθένας, είναι το δώρο του Θεού, ή και της Φύσης. Έτσι δεν είναι; Τι κάνει κανείς με τα πιο πολύτιμα δώρα που του δόθηκαν; Δεν κάνουν όλοι το ίδιο πράγμα. Δεν έχουν όλοι τον ίδιο νου ή την ίδια καρδιά. Πολλοί θεωρούν το έθνος τους σαν μάνα, αλλά και πολλοί θεωρούν ότι ο εθνικισμός είναι η αγάπη προς την μάνα. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι ο εθνικισμός είναι η πιθανή επιλογή του δρόμου του διαβόλου, από όσους δεν "πιάσουν" την διαφορά, ή από όσους, επιζητούν την διαφορά.

Οι προσκεκλημένοι φίλοι μας τώρα είναι 25, μαζί με την μικρούλα Ελισάβετ, και σύντομα θα αποκτήσουμε άλλα δύο μωράκια να φροντίζουμε όλοι. Ο πατέρας του ενός από τα δύο μωράκια που περιμένουμε δολοφονήθηκε στον δρόμο για την Ελευθερία. Και σύντομα θα δεχτούμε άλλους εφτά μια που η επίσημη χωρητικότητα του Ξενώνα είναι 32, και χιλιάδες φτάνουν στην Ιταλία κάθε μήνα... τώρα που η Ιταλία στάμάτησε να τους αφήνει να πνιγούνε. Αλλά μπορούμε μόνο να σκεφτούμε παγκόσμια και να πράξουμε τοπικά.















Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Μαθήματα...






Οι γιατροί χωρίς σύνορα, αντιμέτωποι με τους μαλάκες χωρίς σύνορα, μια πάλη ανάμεσα στους μεν, από εμάς, και στους δε, από εμάς, που παίζεται πάνω στην πλάτη ανθρώπων οι οποίοι το μόνο που ζήτησαν από όλους μας ήταν να αναγνωρίσουμε πως ήταν και εκείνοι άνθρωποι σαν κι εμάς. "Εμείς" όμως...



Στη Μακεδονία του παλιού καιρού
γνώρισα τη μάνα του Αλέξανδρου
μου `στησε κουβέντα στις εξοχές
κι έκανε νυχτέρια με μάγισσες

Αχ Μακεδονία χιλιόμορφη
γιατί κλαις και λιώνεις σαν το κερί
έχω γιο μονάκριβο η καψερή
κι έχει φύγει για την ανατολή

Τον προσμένουν κίνδυνοι και χωσιές
λόγια ανθρώπων μαύρα και συμφορές
μοναχός τ’ αντέχει και τα περνά
τελειωμό δεν έχουν τα βάσανα

Στη Μακεδονία του παλιού καιρού
γνώρισα τη μάνα του Αλέξανδρου
στο φεγγάρι ψάχνει για μάγισσες
στ’ όνειρό της φέρνει τους Έλληνες





Είναι μια υπέροχη εμπειρία και αισθάνομαι προνομιούχος να μου έχει δοθεί η ευκαιρία να είμαι μέρος της. Κάθε μία ή δύο μέρες τώρα, πάνω δυό βδομάδες, κάνουμε μάθημα γραφής και ανάγνωσης, στα Αγγλικά. Γιατί Αγγλικά ξέρουν να μιλάνε όλοι, καλά, και οι περισσότεροι σωστά. Ηχητικά, χωρίς γραμματική, μόνο από άκουσμα... Οι περισσότεροι από τους 25 δεν ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν. Τώρα ξέρουν, και μαθαίνουν πως...

Τα επίπεδα είναι διαφορετικά: άλλοι δεν ήξεραν καθόλου και έπρεπε να ξεκινήσουν από το μηδέν. Άλλοι ήξεραν ελάχιστα, άλλοι κάτι περισσότερο. Το πιο δύσκολο δηλαδή είναι να προχωρεί το σχολείο έτσι ώστε να μην μείνει κανείς πίσω και να μην προχωρεί κανείς τόσο αργά που να βαρεθεί. Μέχρι τώρα πάμε καλά. Όχι μόνο έρχονται σταθερά κάπου 14 με 18 από τους 13 που είχαν δηλώσει ότι θέλουν να παρακολουθούνε, αλλά ετοιμάζουν τα τραπέζια και τις καρέκλες του εστιατορίου σε ένα μεγάλο "Π" με την καρέκλα μου στην μέση (κάθομαι ανάποδα με την πλάτη της καρέκλας στο στήθος μου όταν δεν είμαι όρθιος), και με περιμένουνε. Τώρα πια είναι το αστείο μας, να κάνω τον έκπληκτο που είναι όλα έτοιμα και να γελάμε όλοι.

Ή, αν δεν είναι έτοιμοι, να κάθομαι εγώ σε μια καρέκλα στη μέση και να χτίζεται γρήγορα το "Π" γύρω μου και να ξεπετιέται ένα σχολείο από το πουθενά.

Το υπέροχο της εμπειρίας είναι όταν "ανοίγεις" το μυαλό σου "κλείνοντας" τα μάτια σου και βλέπεις ότι ο γραφικός χαρακτήρας που αποτυπώνουν με μελάνι στο χαρτί, και οι ιδέες, η ψυχική ευγένεια και τα όνειρα αγγράμματων, ενήλικων ανθρώπων που περπάτησαν την Αφρική και πέρασαν την Μεσόγειο για να επιζήσουν, συναγωνίζονται και είναι μερικές φορές καλύτερα από τα αντίστοιχα Ευρωπαίων και Αμερικανών.

Όταν γυρνάς γύρω από το "Π" των τραπεζιών της τάξης να κοιτάζεις αυτά που έγραψαν, τα οποία επιμένουν να τσεκάρεις με το στυλό και να τα μονογράψεις, πρέπει να βγάζεις από το μυαλό σου την γνώση ότι η κοπελίτσα που έχεις μπροστά σου είχε βιαστεί επανειλημμένα από τους Λίβυους στους οποίους πρώτα πήγε για βοήθεια... ή ότι μιας άλλης κοπέλας το παιδί είναι στην Νιγηρία και ο άντρας της δολοφονήθηκε στον δρόμο για την Ευρώπη... ή ότι κάποιος μαλάκας Ιταλός σφραγιδοφόρος χώρισε μια άλλη από τον άντρα της στην Σικελία, έστειλε εκείνον στο Μιλάνο και εκείνην εδώ, και εμείς προσπαθούμε τρεις βδομάδες να τον φέρουμε εδώ από το Μιλάνο, αλλά δεν έχουμε αρκετές σφραγίδες...

Πρέπει να ξεχνάς τι αναγκάστηκαν να κάνουν οι άνθρωποι αυτοί για να επιβιώσουν, αλλιώς μπορεί να αρχίσεις να ντρέπεσαι που ανήκεις στο είδος των ανθρώπων. Και πρέπει να σταματήσεις την καρδιά σου από το να ραγίζει ξέροντας κάτι που εκείνοι ακόμα δεν ξέρουν: ότι οι δυσκολίες μόλις τώρα πρόκειται να αρχίσουν. Ότι πιο επικίνδυνα από την έρημο, την Μεσόγειο, τους βιαστές, τους δολοφόνους, τους έμπορους θανάτου, είναι οι Ευρωπαίοι ρατσιστές, φασίστες, ναζιστές, κερδοσκόποι, εκμεταλλευτές, ξενόφοβοι, όλοι οι τόσοι  ψευτοθρησκόληπτοι "εθνικά υπερήφανοι"-εθνικιστές-γουρούνια και οι ηλίθιοι ανάμεσα στους οποίους ήρθαν να επιζήσουν...

Μέσα από τον Ξενώνα μας, περιστοιχισμένοι από τους εθελοντές του χωριού, τον δήμαρχό μας, την Μαργαρίτα... είναι δύσκολο να κατανοήσουν το πόσο διαφορετικό είναι το χωριό μας και ότι οι κάτοικοι του κυρίως χωριού του Δήμου μας, 12 χιλιόμετρα ανατολικά, δεν τους θέλουν, ή/και θέλουν να πάρουμε εμείς τα λεφτά που στέλνει για εκείνους η Ευρωπαϊκή ένωση και να μην τους τα δώσουμε... Δεν ξέρουν ότι τα χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα φτάσουν εδώ για άλλον ένα δύο μήνες, και ότι όλα όσα αγοράζουμε για την κουζίνα, όλα τα λεφτά που ήδη ξοδεύονται προκαταβολικά εν' αναμονή των Ευρωπαϊκών χρημάτων, βγαίνουν από την τσέπη και του Δήμου και την τσέπη ανθρώπων και εθελοντών...
Ελπίζουν ότι σύντομα θα μπορέσουν να εργαστούν, πρώτα γιατί πιστεύουν ότι η εργασία είναι καλή για την ψυχή, και έπειτα για να βγάλουν κάποια χρήματα. Δεν έχουν ακόμα καταλάβει πως ούτε και εμείς θα είχαμε δουλειά αν δεν είχαμε χωράφια και ζωντανά... και πέφτουν οι τιμές των προϊόντων μας στην αγορά, και νέοι είναι άνεργοι κάτω στην πεδιάδα... Αλλά ο Δήμος μας θα τους παραχωρήσει ένα κομμάτι γη να καλλιεργούν. Από εδώ είναι δύσκολο να διανοηθούν ότι έξω από τις ανοιχτές πόρτες του Ξενώνα μας, εμείς πολεμάμε καθημερινά, σαν ασπίδα μπροστά τους, με κάθε λογής από την ξεδιαντροπιά που πρόκειται να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι όταν κάποια μέρα φύγουν από τον ξενώνα.
Με το μάθημα, στο σχολείο μαθαίνουμε και την μεγαλύτερη εικόνα... τι είναι Ευρώπη... τι είναι οικονομική κρίση. Που βρίσκονται, και πως τους βλέπουνε πολλοί που νομίζουν πως ήρθαν να τους πάρουν τις λίγες δουλειές που έχουν απομείνει. Δραπετεύοντας από τον θάνατο και την μιζέρια που δημιουργούν οι πολυεθνικές και τα δυτικά συμφέροντα στις πατρίδες τους, δεν ήξεραν τι είναι Λιβύη και ότι εκεί θα εύρισκαν πολλοί χειρότερο θάνατο. Όταν μπήκαν στην βάρκα δεν περίμεναν ότι θα ήταν φουσκωτό, μικρό... ούτε ότι θα έμπαιναν άλλοι εκατό μαζί τους. Όταν έφυγαν από την ακτή της Λιβύης μεσάνυκτα, νόμιζαν ότι η Ευρώπη απέχει είκοσι λεπτά, μέχρι που άρχισαν να βουλιάζουν 36 'ώρες αργότερα στην ανοιχτή Μεσόγειο. Όταν μαθαίνουν ότι "σήμερα" μόνο έφτασαν άλλες 4.000 και ότι από τον Ιανουάριο μόνο έχουν φτάσει κάπου 15.000, από μόνοι τους αναρωτιούνται πως θα γίνουν όλοι τους δεκτοί σε κοινωνίες με οικονομική κρίση. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν μυαλό και μόλις μάθουν γεγονότα και αριθμούς και πραγματικότητες από μόνοι τους σκέφτονται, από μόνοι τους αισθάνονται μέρος της γενικότερης εικόνας και προσπαθούν να σκεφτούν λύσεις... Αλλά αυτοί είναι 25. Οι άλλοι 14.975 δεν έχουν τον ξενώνα και το σχολείο του Σαν Μπενεντέτο ιν Άλπε να τους φερθεί σαν να είναι άνθρωποι ίσοι με τους άλλους. Οι άλλοι έχουν τους Ιταλούς και τους Έλληνες που γλύφουν τον κώλο του κασιδιάρη και, προσποιούμενοι τους πατριώτες του έθνους τους, τα γελοία φασιστόμουτρα, γίνονται οι ηλίθιοι χιτλερίσκοι και μουσολινάκια που χτίζουν το αίσχος του τι είναι η Μεσόγειος σήμερα.

Και εδώ τουλάχιστον, στο ευλογημένο αυτό χωριό το Σαν Μπενεντέτο ιν Άλπε, οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι η αύξηση του πληθυσμού μας κατά τα 12% από τους καινούργιους μας φίλους δεν θα προκαλέσει περισσότερη ανεργία, αλλά θα μας ενισχύσει με την δύναμη να κάνουμε κάτι εμείς οι ίδιοι για το μικρό μας χωριό, χωρίς να περιμένουμε τίποτα από κανέναν. Οι περισσότεροι Ρομανιόλοι, εδώ στην Εμίλια-Ρομάνια, είναι περήφανοι να αυτοαποκαλούνται κομμουνιστές. Αν ήξερα ότι αυτός είναι ο κομουνισμός, θα είχα γίνει κομμουνιστής από χρόνια! Αλλά μέχρι τώρα μόνο στα Εβραϊκά κιμπούτζ είχα δει αυτή την νοοτροπία, και στα Παραμύθια Χωρις Όνομα. Τελικά δεν με ενδιαφέρουν οι λέξεις στις ταμπέλες παρά μόνο το πως τις εννοούν και τι πράττουν οι άνθρωποι που είναι πέρα από τις ταμπέλες...








Με τον Δήμαρχο (πίσω) και μια από τους εθελοντές, έξω από την εκκλησία την περασμένη Κυριακή.










Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Ημέρες σαλάτας









Ήταν 1975, 1976, όταν η Ολυμπιακή πετούσε στο Λονδίνο με Boeing 707 ή 747 Jumbo. Οι αεροσυνοδοί ήταν όμορφες με ψηλό τακούνι και οι πιλότοι ευγενικοί και οι καλύτεροι. Στην καμπίνα επιτρεπότανε το κάπνισμα και το πλούσιο φαγητό σερβιριζόταν με λινά τραπεζομάντηλα, γυάλινα ποτήρια και μεταλλικά μαχαιροπήρουνα. Φτάνοντας στο Λονδίνο οι τελωνιακοί, με ακράτητη ευγένεια και ειλικρινή συντριβή αφαιρούσαν από τις αποσκευές τα κεφτεδάκια και τη σπανακόπιτα της μαμάς , αλλά, περιέργως, άφηναν τον παστουρμά.

Το Χήθροου ήταν στο τέλος της Piccadilly line του υπόγειου η οποία τον πρώτο χρόνο με πήγαινε γραμμή στο Kings Cross να πάρω το λεωφορείο 14 για Islington και Caledonian Road (καλύτερα από το να κατέβαινα από την Piccadilly line στη στάση Caledonian Road και να περπατούσα), το  '77 έπρεπε να αλλάξω με Northern Line για Highgate και από '80 ως τα τέλη του ΄83, το άλλο κλαδί της Northern line για Hampstead.

Παρά το Highgate και το Hampstead, η καρδιά μου έμεινε στο Islington που τότε ήταν ακόμα εργατική συνοικία και δεν είχε γίνει ακόμα αν-βογκ και πανάκριβη. Εκεί ήταν και το πρώτο μου "local", το πρώτο Pub (Public House) στο οποίο κάθε βράδυ έμαθα πως τελείωνε A Day in the Life της εργατικής τάξης του ανατολικού Λονδίνου, το Offord Arms, που δεν υπάρχει πιά.

Ναι, έφτασα στο Λονδίνο λιγότερο από πέντε χρόνια αφού χώρισαν οι Μπητλς.


Τότε το εκπαιδευτικό σύστημα σε έβγαζε με "Ο" (ordinary) level μαθήματα από το αντίστοιχο του γυμνασίου (Λυκείου), και μετά πήγαινες 1-2 χρόνια Κολλέγιο για μαθήματα "Α" (advanced) level, και 3 χρόνια πανεπιστήμιο (αντί για 4-5 χρόνια πανεπιστήμιο όπως ήταν στην Αμερική, ή 5-6 χρόνια Πανεπιστήμιο, όπως ήταν στην Ελλάδα). Χρειαζόσουνα πέντε "Ο" level και δύο ή τρία "A" level για να μπεις Πανεπιστήμιο, αλλά τα "A" level ήταν σαν τα δύο περίπου πρώτα χρόνια του Ελληνικού Πανεπιστημίου...

Εγώ δηλαδή με τα 13 μαθήματα στο απολυτήριο γυμνασίου από την Αθήνα (τότε ήταν εξατάξιο Γυμνάσιο -δεν είχε Λύκειο), είχα το ισάξιο των δεκατριών "Ο" level, και πήγα Κολέγιο για τέσσερα "Α" level. Κοινωνιολογία, Ιστορία, Οικονομικά και Νομικά, ελπίζοντας να πάω στη Νομική για δικηγόρος.

Το Κολέγιό μου ήταν στα σύνορα μεταξύ του City του Λονδίνου και του East End.

Σεβόμουνα τον νόμο σε τρομερά μεγάλο φιλοσοφικό βαθμό και καταλάβαινα στα σωθικά μου την ανάγκη του να χαρακτηρίζεται κάποιος αθώος μέχρι να αποδειχθεί ένοχος (Μια ευπρόσδεκτη διαφορά από την Ελλάδα όπου είσαι ένοχος μέχρι να αποδειχτείς αθώος, κι αν καταφέρει κανείς να αποδειχθεί αθώος μπορεί να τον λένε απλά μαλάκα μετά). Και ήξερα ότι θα ήμουνα κακός δικηγόρος γιατί δεν θα μπορούσα να υπερασπιστώ τους ένοχους και να κατηγορήσω τους αθώους. Γι αυτό πίστευα όλο και περισσότερο ότι θα ήταν ευεργέτημα για την Νομική να μην με έχει στα τραπέζια της εμένα.

Είχα τρομερό ενδιαφέρον για την Κοινωνιολογία γιατί ήθελα να μάθω τα πάντα για τις ανθρώπινες κοινωνίες, τι πέτυχαν, που απέτυχαν, και πως τις εξήγησαν οι άνθρωποι. Όχι μόνο το πως είδε ο Μαρξ την Βιομηχανική Επανάσταση στην Βρετανία, και τι έγινε όταν ήρθαν όλοι από τις Δυτικές Ινδίες, την Ινδία και την Κύπρο στην καρδιά της αποθανούσας αυτοκρατορίας.

Αναπνοή χωρίς Ιστορία δεν γινόταν. Αλλά με τους μήνες και τα χρόνια άρχισα να σκέφτομαι ότι πρέπει να υπάρχει περισσότερη ιστορία να μάθει κανείς από τις Αγγλο-Γαλλικές σχέσεις του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα...

Τα Οικονομικά ήταν αποκαλυπτικά. Αλλά είναι μια επιστήμη που δεν χτίζει τίποτα, δεν παράγει τίποτα, δεν βοηθάει κανέναν σε τίποτα. Δεν ταΐζει κανέναν. Σιγά! μη βαράτε! ναι, θεωρητικά τα Οικονομικά υποτίθεται ότι βοηθάνε τις κοινωνίες να παράγουν τα πάντα, κλπ., κλπ., αλλά πρακτικά τις πιο πολλές φορές καταλήγουν να εξηγούν απλώς τις δυνάμεις της ελεύθερης και της κατευθυνόμενης οικονομίας. Ενδιαφέρον αλλά όχι και να τα παίρνεις στα σοβαρά όταν επιστρέφεις στην πραγματική ζωή στο παλιό East End και στο παλιό Islington...

Κι έτσι, τον δεύτερο χρόνο πήγαινα κάθε Τρίτη στις 10 το πρωί στην Julia την σύμβουλο των φοιτητών και ψαχνόμουνα. Της έδειχνα και τις φωτογραφίες που έπαιρνα με την καινούργια μου μηχανή Fujica 605, 35 χιλιοστών SLR,  που είχα αγοράσει αντί για φαγητό (και είχα μετατρέψει και την κουζινούλα μου σε εμφανηστήριο μια που μόνο χημικά και φιλμ είχα για μαγείρεμα). Μέχρι που η Julia με ρώτησε αν είχα ακούσει ποτέ για το London International Film School, στο Covent Garden. Τότε υπήρχαν μόνο δύο σχολεία κινηματογραφικής τέχνης στην Αγγλία. Το National Film School και το London International Film School, το οποίο πρόσφατα ξαναπήρε το παλιό του όνομα: London Film School.

Όταν τα Χριστούγεννα του 1978 ανακοίνωσα στον πατέρα μου ότι επρόκειτο να κάνω μια μικρή-μικρή αλλαγή στην πορεία μου και αντί για νομικά του χρόνου θα έκανα Κινηματογράφο, μου εξήγησε ότι αν το κάνω δεν θα μου ξαναδώσει την παραμικρή βοήθεια, αλλά μετά από δέκα λεπτά ξανάρθε στο λιβινγκ ρουμ κει μου είπε ότι είμαι γιός του και θα με υποστηρίξει ότι και να διαλέξω.

Με δέχτηκαν στο LIFS πριν καν τελειώσω τα "A" levels (που κανονικά ήταν όρος για εισαγωγή) μόνο από την δουλειά που είχα εσωκλείσει στην αίτηση.

Ο δάσκαλός μου των κινηματογραφικών μηχανών ήταν ο οπερατέρ στον Άμλετ του Ολίβιε. Ο δάσκαλός μου του μοντάζ είχε μοντάρει, μεταξύ άλλων, τα Blow up, Ivanhoe και την Κίτρινη Ρολλς Ρόϋς , με τους Rex Harisson, Ingrid Bergman, και άλλους. Ο δάσκαλός μου της μουσικής για κινηματογράφο με πείρε και υπό την σκέπη του αφού αποφοίτησα. Όταν πέθανε το 2004 είδα ότι η εγκυκλοπαίδεια τον θεωρεί από τους σημαντικότερους Βρετανούς συνθέτες του εικοστού αιώνα. Για μένα ήταν πάντα, απλά, ο Τόνυ. Το Life of Brian των Monty Python το είδα μήνες πριν βγει, σε ιδιωτική προβολή στις αίθουσες μονταρίσματος, με τα σημάδια από μαρκαδόρο ακόμα πάνω στο φιλμ για να υποδείξει που θα σβήσει η εικόνα σε μαύρο, και που θα μπλεχτούν δύο εικόνες στο τέλος μιας λήψης και την αρχή μιας άλλης, και είχε πολλές σκηνές που δεν συμπεριλήφθηκαν στην δημοσιευμένη έκδοση.

Τον τελευταίο χρόνο μπαινοβγαίναμε συνέχεια στο Χωριό Παραγωγών του Ντέηβιντ Σάμουελσον, κοντά στο Κίλμπουρν. Ο Σάμουελσον ήταν ο αντιπρόσωπος της Παναβίζιον στην Αγγλία, και κέρδισε μάλιστα και 3 όσκαρ το 1981, Επιστημονική και Μηχανολογική, 1995, Τεχνικά Επιτεύγματα, για ένα γερανό κινηματογραφικής μηχανής για εναέρια παρακολούθηση της σκηνής, τον οποίο είχε μόλις τελειώσει το 1980 όταν ήμασταν και εμείς εκεί,  και 2005, Αξίας. Το Χωριό Παραγωγής είχε και στούντιο όπου γυρίστηκαν κάμποσες παραγωγές όπως το Breaking Glass με την πανκ τραγουδίστρια Χέηζελ Οκόννορ, η οποία μετά εξαφανίστηκε γιατί δεν δέχτηκε να μπει στο κατεστημένο. Ένα ωραίο τραγούδι της από την ταινία, με ένα θαυμάσιο σόλο σαξόφωνο μπορείτε να το ακούσετε σε mp3 εδώ.

Φωτογραφία δεν σπούδασα ποτέ. Οι σπουδές μου είναι Κινηματογράφος, Film making (και δυό χρόνια απ' τ' άλλα)... Και η πρώτη μου δουλειά μετά από το δίπλωμα ήταν να διδάσκω φωτογραφία σε ενήλικες στο LIFS από όπου είχα μόλις αποφοιτήσει, σε βραδινά μαθήματα φωτογραφίας που είχα οργανώσει για να βγάλει λεφτά το κατά τα άλλα φτωχό σχολείο.

Το 1980 δεν είχαμε ακόμα την ΕΕ όπως είναι σήμερα και, για να έχω ετήσια βίζα να μένω στην Αγγλία χωρίς να είμαι φοιτητής, έπρεπε να έχω δική μου δουλειά. Γι αυτό έκανα δική μου δουλειά σαν φωτογράφος, μια που δεν μου περίσσευαν αρκετά να πληρώσω τον Λώρενς Ολίβιε και την Τέσσα Γουάϊατ να γυρίσω το πρώτο μου σενάριο.

Και, οι μοίρες με έκαναν φωτογράφο στούντιο, διαφημιστικών εταιρειών, τουρισμού, και θεάτρου... και πάντα εύρισκα την ώρα να διδάξω φωτογραφία σε σχολές, και δίδαξα και για 16 χρόνια στην Βοστώνη, λέγοντας πάντα: "Η φωτογραφία δεν διδάσκεται. Μπορεί κάποιος να σας δείξει πως και γιατί χρησιμοποιούνται τα εργαλεία, αλλά μόνο εσείς μπορείτε να διδάξετε τον εαυτό σας με τα δικά σας μάτια ο καθένας".




Μια Κυριακή, Φεβρουάριο 1980,
πήγαμε εκδρομή με μαθητές από την πρώτη τάξη φωτογραφίας που δίδαξα ποτέ.
Πήγαμε δυτικά του Λονδίνου. Είχε κίνηση.

Ο Τζών με την φωτογραφική του μηχανή,
Το πρώτο μου αυτοκίνητο,
που το είχα βαπτίσει "Τέντυ Ρούζβελτ" και είχε φτάσει μέχρι την Αθήνα,
και, ο υποφαινόμενος

Πάλι ο Τζών, καθώς επιδεικνύει τι τον είχα μάθει σχετικά με το πως να κρατά μια φωτογραφική μηχανή, και μία άλλη μαθήτρια, η Λαίδη Σάρα.
Ναι, ήταν αληθινή Λαίδη με περγαμηνές.

Άλλοι δύο από τους πρώτους μου μαθητές:
Η Πέννυ και ο Μπολάζι Μπαντέτζο.
Ο Μπολάζι είχε τελειώσει γυρίσματα με τον Ρίντλυ Σκότ την προηγούμενη χρονιά:
Ήταν ο ηθοποιός μέσα στο κουστούμι του Alien



Σ' αυτό το Pub πήγαινα πολύ τα τελευταία χρόνια.
The Bull's Head στο Chiswick πάνω στον Τάμεση.
Είναι αρκετά παλιό.
Μια φορά έστησε εκεί πολεμικό συμβούλιο ο Oliver Cromwell.

Άλλο ένα Pub  που πήγαινα που και πού,
το φημισμένο και τραγουδισμένο Bull and Bush βόρεια του Hampstead Heath.

Εδώ, εικονίζομαι σε μια ειδυλλιακή φωτογραφία με την πρώτη μου αγάπη.
Cheek-to-cheek... 1980

Το Λίβινγκ ρούμ μου,
γνωστό στον περισσότερο κόσμο ως National Film Theater,
κάτω από την γέφυρα Waterloo,  κοντά στο Parliament,
οι κινηματογραφικές αίθουσες και λέσχη του British Film Institute.
Μέλος του NFT ήμουνα πάντα.
Αλλά τα τελευταία χρόνια είχα και κάρτα μέλους, λόγω ιδιότητος, και στο BFI,
την οποία κρατούσα στην τσέπη της καρδιάς.


Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Η Σκηνή





Πέρασα τον χειμώνα του 1980-1981 στην Αθήνα και η πρώτη μου δουλειά ήταν Φωτογράφος σε ένα στούντιο δίπλα στο Σύνταγμα, τότε πολύ γνωστό στους επαγγελματικούς και διαφημιστικούς κύκλους, που δεν υπάρχει πια. Φρέσκος από το Λονδίνο ήμουνα ο ένας από τους δύο φωτογράφους.

Τον πρώτο κιόλας μήνα, μου δώσανε μια μηχανή 6x6 που λεγόταν Hasselblad, καμιά εικοσαριά φιλμ μαυρόασπρα Kodak Tri-X 400 ASA, μεγέθους "120", δυό τρεις φακούς, και με αδειάσανε βράδυ μπροστά σε ένα παλιό ερειπωμένο κτήριο στην Κωνσταντίνου κάτω από την Ομόνοια. Μου είπανε να μπω μέσα, να πάρω φωτογραφίες και να τις φέρω το άλλο πρωί για εμφάνιση και εκτύπωση.

Με το που μπήκα δειλά-δειλά μέσα κατάλαβα ότι βρισκόμουνα στο Εθνικό Θέατρο. Και μόλις ήταν έτοιμοι να αρχίσουν την μεγάλη πρόβα με κουστούμια. Μπήκα στην μεγάλη αίθουσα. Σκοτάδι. Φωτισμός παράστασης στη σκηνή. Στη μέση της πλατείας μια τάβλα πάνω από δυό σειρές καθίσματα που εκτελούσε χρέη γραφείου με μια λαμπίτσα επάνω, στην άκρη μιας πολύ μακριάς μπαλαντέζας, και πίσω από το γραφείο ο σκηνοθέτης. Πάνω στη σκηνή οι ηθοποιοί που τους είχα πόστερ στην κρεβατοκάμαρά μου μόλις πριν 4 χρόνια πριν φύγω για την Αγγλία. Μια παράσταση του Εθνικού Θεάτρου μόνο για μένα. Και μπορούσα να πάω όπου ήθελα, ακόμα και πάνω στη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Καμιά φορά διέκοπτε την παράσταση ο σκηνοθέτης για οδηγίες στους ηθοποιούς, ή ο φωτιστής για να καλυτερέψει τον φωτισμό, ή εγώ για να ξαναπάρω κάποια πόζα. Και πλανιόμουνα παντού παίρνοντας μέσα στο σκοτάδι φωτογραφίες στο χέρι χωρίς φλας και αλλάζοντας φιλμ κάθε 12 στάσεις στο γόνατο με την αφή. Το σανίδι μύριζε θέατρο και έτριζε. Οι ηθοποιοί, οι μεγαλύτεροι της Ελλάδας μπροστά μου να κλέβουν με το μάτι τους μια συγκατάβαση ότι μου άρεσε η φωτογραφία που πήρα.

Από τότε ερωτεύτηκα. Την Σκηνή. Έκανα όλη τη χειμερινή σαιζόν 80-81 για το Εθνικό και για τη Λυρική Σκηνή. Όταν γύρισα στην Αγγλία τον Μάιο του 81, χώθηκα και έκανα φωτογραφήσεις παραστάσεων της Royal Shakespeare Company  και του Royal Festival Hall, με δικιά μου πλέον Hasselblad και Canon, μέχρι το τέλος του 83 που έφυγα από την Αγγλία. Αργότερα, το '87, για τον τουρισμό, έκανα και μια Επίδαυρο. Από τότε δεν έχω πληρώσει για να δω θέατρο. Εκτός από ένα Τσέχωφ στο Καίμπριτζ -αλλά εκείνο το εισητήριο μου το κάνανε δώρο γεννεθλίων.

Έχω φωτογραφήσει διαφημιστικά και μόδα, καταλόγους και πορτραίτα μεγάλους και όχι τόσο μεγάλους, τουριστικά και φύση και πόλεις σε δύο ηπείρους. Αλλά στην καρδιά μου, όταν σκέφτομαι φωτογραφία, βρίσκεται το ονειρικό φως της σκηνής, το σκοτάδι της αίθουσας, η μυρωδιά του σανιδιού. Ο μελωδικός ήχος του κλικ και του γυρίσματος του φιλμ της Hasselblad. Οι ηθοποιοί και η ηθοποιία. Το έργο.




Καλέργης


Τσακίρογλου




Λουτσία ντι Λαμερμούρ




Σολζενίτσιν (RSC) The Love Girl and the Innocent


Ukrainian Dance Company


Royal Festival Hall








Όλες οι φωτογραφίες © 1980-1983 του υπογράφοντος, και Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας,
Εθνική Λυρική Σκηνή, Royal Shakespeare Company, Royal Festival Hall
και εικονιζομένων καλλιτεχνών.
Απαγορεύεται η αντιγραφή και χρήση.






Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Χοιρινό και Ρύζι











Όσοι θυμούνται το τραγούδι Warewolves of London ίσως να θυμούνται μια στροφή που λέει:

I saw a werewolf with a Chinese menu in his hand
walkin' through the streets of Soho in the rain.
He was lookin' for α place called Lee Ho Fook's,
gonna get a big dish of beef chow mein.

...και ίσως μερικοί να κατάλαβαν ότι το Lee Ho Fook  ήταν ένα κινέζικο εστιατόριο στο Soho του Λονδίνου.

Αυτό όμως δεν είναι όλο: Το Lee Ho Fook, μεγάλο, σε δύο ορόφους, με πλούσιο μενού, θεωρείτο επί δεκαετίες το καλύτερο Κινέζικο εστιατόριο του Λονδίνου. Μετά άλλαξε ιδιοκτησία και πήρε την κατηφόρα, μέχρι που πρόσφατα έκλεισε.

Αλλά ούτε και αυτό είναι όλη η ιστορία. Λίγοι ξένοι το ξέρουν αυτό, αλλά, εμείς οι μια-φορά-κι ένα-καιρό ντόπιοι ξέραμε ότι, περπατώντας ανατολικά και στρίβοντας την γωνία βόρεια προς την Shaftesbury Avenue έπεφτες σε μια μικρή τρύπα με 5 τραπέζια που λεγόταν επίσης Lee Ho Fook. Και εκεί, στο μικρό Lee Ho Fook μπορούσες να παραγγέλλεις μόνο τρία πράγματα: Ψητό Χοιρινό και Ρύζι, Ψητή Πάπια και Ρύζι, ή Ψητό Χοιρινό, Ψητή Πάπια και ρύζι.

Την πρώτη φορά που έφαγα Κινέζικο φαγητό ήταν Ψητό Χοιρινό και Ρύζι, σε αλουμινένιο κεσέ take away (πού το έπαιρνες και έφευγες). Είχαμε στείλει έναν της ομάδας να φέρει να φάμε, καθώς εμείς στο σχολειό στο Covent Garden συνεχίζαμε τα γυρίσματα, στο τέλεια χτισμένο σκηνικό μας μέσα στην πρώην αποθήκη χονδρικής πώλησης μπανάνας, με μια μηχανή Mitchell BNC, την μηχανή με την οποία γυρίστηκαν τόσα από τα '30 ως τα '60... και ο Πολίτης Κέην... και η οποία έδωσε τον μηχανισμό της στην κορούλα της, την Panaflex Panavision.

Όταν επέστρεψε είχε φέρει μαζί του μπόλικα ψητά με ρύζι για όλους και μόνο ξυλάκια. Και έτσι, την πρώτη φορά που έφαγα Κινέζικο, στα όρθια μέσα στο στούντιο μεσάνυκτα, έμαθα από ανάγκη να χρησιμοποιώ ξυλάκια. Καθοριστική στιγμή της ζωής.

Από τότε τακτικότατα έμπαινα στην τρύπα με τα 5 τραπέζια, τα οποία τα μοιραζόσουνα με άλλους, και παράγγελνα το Ψητό Χοιρινό μου με Ρύζι, και έβαζα και λίγη Κινέζικη σάλτσα τσίλι στην άκρη του πιάτου να βρέχω τα ξυλάκια. Και τσάι, φυσικά.

Το μικρό Lee Ho Fook είναι μια από τις αγαπητές, ζεστές αναμνήσεις της ζωής μου, όπως είναι και η ανάμνηση του Κινέζικου take away στο studio. Το βράδυ που τελειώναμε τα γυρίσματα μιας ταινίας προσθέταμε και Γαλλική σαμπάνια που συνόδευε το Κινέζικο από χάρτινα ποτηράκια...

Όταν πήγα στην παλιά γειτονιά από την Αμερική το 1999 για το Millennium, το μικρό Lee Ho Fook είχε μεγαλώσει παίρνοντας και την διπλανή τρύπα και προσθέτοντας άλλα 6 τραπέζια. Το μενού και η ποιότητα ήταν η ίδια. Όταν ξαναπήγα να φάω τον Απρίλιο του 2008, δεν υπήρχε πια.





Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Ευχαριστούμε!








Όπως θά 'λεγε και ο Άρλο (Guthrie) ήτανε ένα Thanksgiving dinner that couldn't be beat!

Για τρίτη φορά κατεβήκαμε στην πόλη, στο σπίτι της γιαγιάς -επειδή όπως λέει το σχετικό ποίημα, το τραπέζι της Ημέρας των Ευχαριστιών, στην Νέα Αγγλία τουλάχιστον πρέπει να στήνεται στο σπίτι της γιαγιάς, και μαγείρευα όλη τη μέρα για 18 άτομα, την οικογένεια που μετά την δουλειά ήρθαν όλοι για το καθιερωμένο πλέον δείπνο που ετοιμάζει ο καινούργιος Αμερικανός συγγενής τους, που, χωρίς Thanksgiving  δεν κάνει!

Γαλοπούλα εξίμισι κιλά, φρέσκια. Γέμιση αυθεντική συνταγή Νέας Αγγλίας με ψωμί, κρεμμύδι, μαϊντανό και βούτυρο, τέσσερεις ώρες ψήσιμο, στην αρχή αλείφοντας και βούτυρο πάνω στην γαλοπούλα και μετά, κάθε 20 λεπτά χύνοντας πάνω της όλο το ζουμί από το ταψί.

Κάθε χρόνο κάθε σπίτι στην Αμερική αλλάζει για ποικιλία μερικά από τα άλλα πιάτα. Έκανα την καθιερωμένη σπεσιαλιτέ μου με κύβους μπέικον και παντσέτα τσιγαρισμένα σε λίγο λάδι, μετά φρέσκα κρεμμυδάκια, και όταν όλα αρχίσουν να χρισίζουν ανακατεύουμε μέσα τον ήδη βρασμένο αρακά. Μετά από λίγο το κολυμπάμε σε κρέμα γάλακτος μέχρι που να αρχίσει η κρέμα να δένει από το σιγοβράσιμο! Αριστούργημα με λίγα καρύδια από πάνω.

Γλυκοπατάτες Αμερικάνικες που λέγονται yams, πουρέ με βούτυρο και μοσχοκάρυδο, και επίσης βούτυρο, γάλα και μοσχοκάρυδο για τον κανονικό πουρέ.

Scalloped Corn,  είναι καλαμπόκι, το μισό ολόκληρα σπυριά και το άλλο μισό πολτοποιημένο, βρασμένα με βούτυρο,

Corn Bread, καλαμποκόψωμο,

και φυσικά ζελέ cranberries για την γαλοπούλα, που το Google τις μεταφράζει "φίγγι";! Cranberries είναι το κατ' εξοχήν προϊόν της Μασαχουσέτης, κάτι σαν βατόμουρα.

Ολόκληρες cranberries αναμιγμένες με κομμάτια ανανά, τυρί Philadelphia και καρύδα,

και περισσότερες cranberries με καρύδια, pecans (αμερικάνικοι μεγάλοι ξηροί καρποί), και κομμάτια πορτοκάλι!

Τα χλωμά πρόσωπα ήρθαν φέρνοντας και δικά τους παρασκευάσματα, και αυτή η τέλεια Αμερικάνική Thanksgiving εδώ στην Romagna της Ιταλίας, όπως και οι άλλες δύο που κάναμε, εμένα μου φάνηκαν πιό αληθινές, ζεστές, πραγματικές γιορτές και από τις 18 που είχα στην Νέα Αγγλία.








Σχετικά με τον μύθο και την αλήθεια της γιορτής είχα γράψει εδώ τον Απρίλιο.

Πριν αρχίσουμε το φαγοπότι μου ζητήσανε να πω μια προσευχή και είπα κάτι τέτοιο:

Είναι ωραίο πράγμα να μπορεί μια μεγάλη οικογένεια να μαζεύεται με τέτοιες ευκαιρίες, να μοιράζεται ο ένας την συντροφιά του άλλου, και όλοι μαζί να φχαριστιώμαστε όλα τα αγαθά που μας έφερε η ζωή και ο κόπος μας, που είναι η σοδιά μας. Και να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τις ευλογίες που δώσαμε τον υπόλοιπο χρόνο στην οικογένεια.

Άλλοι χειροκροτήσανε, άλλοι κάνανε τον σταυρό τους (εμείς ορθόδοξα φυσικά), και όλοι φάγανε, ήπιανε, και φχαριστηθήκανε!







Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Απ' την Καρδίτσα με αγάπη.








Συνήθως ο κόσμος θυμάται τη χούντα κατά τις 21 Απριλίου. Εγώ περιέργως την θυμάμαι πιο πολύ κατά τις 17 Νοεμβρίου -γιατί τότε, το '73, ήμουνα πια 15 και όλα όσα συνέβησαν έδωσαν νόημα και εστίαση σε όσα είχα πάρει σα δεδομένα, μεγαλώνοντας, από τα 8.

Δεν είχε πια στα ενοχλητικά επίκαιρα πριν από την ταινία τον φαλακρό με το μυστρί. Και κάτι μου έλεγε ότι αν ήμουνα λίγο μεγαλύτερος και ήξερα το '67 αυτά που άρχισα να καταλαβαίνω το '73, θα ήταν η ζωή πολύ διαφορετική, και μπορεί να με είχε βρεί ο Νοέμβριος μέσα στο Πολυτεχνείο, είτε είχα μάθει να τον λέω Νοέμβριο, είτε Νοέμβρη.

Η Χούντα για μένα είναι ταυτισμένη με γεγονότα και πραγματικότητες που έζησα άμεσα με τους γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν 33 χρονών όταν στήθηκε το φανταράκι πάνω στη φωτιά μπροστά στο φοίνικα. Κι εγώ θυμάμαι το πρωινό που δεν είχε έρθει το πούλμαν να με πάει στο σχολείο, και όλοι οι μεγάλοι της γειτονιάς μιλούσαν βαρυσήμαντα στον δρόμο -ο πατέρας μου με έστειλε στο σπίτι "να πω στη μαμά ότι έγινε δικτατορία". Δεν ήξερα τι της έλεγα της μάνας μου αλλά σκεφτόμουνα ότι οτιδήποτε κάνει το πούλμαν να μην έρθει να με πάει στο σχολείο δεν μπορεί να είναι κακό.

Μετά καμιά δυό ώρες μάθαμε ότι το πούλμαν θα ερχόταν αύριο κανονικά, και λέω στη μάνα μου, μαμά, η δικτατορία τέλειωσε! και τότε κατάλαβα ότι η δικτατορία πρέπει να ήταν κάτι άλλο, γιατί της μάνας μου το πρόσωπο έγινε άσπρο ακούγοντάς με και μου είπε ταραγμένα αλλά στοργικά να μην ξαναπώ τέτοιο πράγμα δυνατά. Και από τότε, και για εφτά χρόνια, το καλοσκεπτόμουνα πριν πω οτιδήποτε δυνατά.

Οι γονείς μου δεν ήταν πολιτικοποιημένοι, και ο ακτιβισμός γι αυτούς ήταν μια σκάλα παρακάτω από το να διασχίζεις τη λεωφόρο Συγγρού με κλειστά τα μάτια. Δεν ήταν ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί, και το κέντρο ήταν καλύτερο από τα δύο πρώτα αλλά λόγο γεωγραφίας, όχι ιδεολογίας. Η μόνη τους πολιτική ιδεολογία ήταν να κρατάνε τους τρείς μας ασφαλείς. Αισθανόντουσαν ασφάλεια με τον Καραμανλή, ανασφάλεια με τον Παπανδρέου και τρόμο με τον εθνοσωτήρα που μας έβαλε στο γύψο.

Ο πατέρας μου στα 33 είχε μια πολύ καλή θέση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Τη μισή διαγράμμιση στους δρόμους Αθηνών και περιχώρων τις είχε κάνει το κίτρινο φορτηγό με μένα να κρέμονται τα πόδια μου από πίσω καθώς με είχαν για μασκότ τα παιδιά του Υπουργείου.

Με τον Μάιο του '67, τα καινούργια αφεντικά πήγαν στο γραφείο του πατέρα μου στο υπουργείο και του είπαν ότι έκανε την δουλειά του πολύ καλά και τον θέλανε να μείνει και να συνεχίσει. Και για να γίνεται και κουβέντα, φιλαράκια που είχαν γίνει πέντε λεπτά τώρα με τον πατέρα μου, άρχισαν να τον ρωτούν να τους πει την γνώμη του και τι είχε ακούσει για άλλους συγκεκριμένους υπαλλήλους.

Ο μπαμπάς μου, που ήτανε ο καλύτερος και πιο δυνατός μπαμπάς του κόσμου, τους εξήγησε ότι για τον εαυτό του να τους πει ότι θέλανε αλλά για άλλους δεν είχε δουλειά να μιλάει.

Κι έτσι ο πατέρας μου πήρε δυσμενή μετάθεση στην Καρδίτσα.

Εκεί, σ' ένα ξενοδοχείο στην Καρδίτσα, με βρήκε ο Άη Βασίλης με το που μπήκε το '68 και άφησε τα δώρα κάτω από το κρεβάτι μου, στο ξενοδοχείο.

Όταν συστήνανε τον πατέρα μου στους ντόπιους, όλοι καθώς του έσφιγγαν το χέρι, του λέγανε ότι είχαν κιόλας ακούσει γι αυτόν, ότι τον είχε δει κόσμος να κρατάει το χέρι της γυναίκας του καθώς περπατούσαν στην κεντρική πλατεία. Το κράτημα χεριού δημοσίως, έστω και συζύγου, ήταν αξιοσημείωτη πράξη...

Για το σχολείο στο οποίο με στέλναν με το υστέρημά τους μείναμε η μάνα μου κι εγώ στην Αθήνα, στο Παλιό Φάληρο, και ο πατέρας μου, με το παλιό γαλάζιο Σίμκα 1000 πηγαινοερχόταν να είναι μαζί μας Σάββατο απόγευμα με Κυριακή χαράματα. Και έβρεχε ή χιόνιζε το Σιμκάκι έκανε τις διαδρομές... κι όταν καμιά φορά ήμουνα κι εγώ μέσα σταματούσαμε έξω από τη Λαμία, χαράματα, σε μια στάση καφενέ που ο ιδιοκτήτης είχε ένα λύκο σ' ένα κλουβί και πίναμε γάλα για πρωινό.

Αν και έμεινα με την μητέρα μου στην Αθήνα, η πρώτες εντυπώσεις από τα χρόνια της δικτατορίας ήταν η ζωή μας στην Καρδίτσα. Η πόλη, οι άνθρωποι, ο Θεσσαλικός κάμπος, το μεγάλο φράγμα σε μια τεχνητή λίμνη πάνω στα βουνά. Μέχρι και το Παυσίλυπο θυμάμαι που ήταν το πάρκο, και φυσικά την κεντρική πλατεία όπου κρατούσα τα χέρια και των δυό τους!

Στο σχολείο είχαμε λέσχη το Σάββατο μετά το τέλος της ημέρας. Και όσοι μέναν στη λέσχη τους έπαιρναν οι γονείς στις 7 το βράδυ. Κατά τις 7 πάντα το σιμκάκι έσκαγε μύτη από τη γωνία καθώς ο πατέρας μου κατέφτανε από την Καρδίτσα να με πάρει. Θυμάμαι μια φορά κάτι που μου είχε κάνει πολύ εντύπωση. Είχε αργήσει και είχα μείνει μόνος μου με δυό δασκάλους να με φυλάνε. Όταν με ρώτησαν που είναι ο πατέρας μου τους απήντησα περήφανα ότι ερχόταν από την Καρδίτσα. Κι εκείνοι και οι δύο λυθήκανε στα γέλια.

Κατά το '69 είχε γίνει δυσβάστακτη η Καρδίτσα που άφηνε την μάνα μου μακριά από τον πατέρα μου, και τον πατέρα μου μακριά από τη μάνα μου, και εμένα μακριά από τον πατέρα μου , και το σιμκάκι έπνεε τα λοίσθια -αν και κατάφερε ο πατέρας μου να το κουνάει μέχρι το '76! Και το '69 πια ο πατέρας μου είχε αρχίσει να αναγκάζεται να δανείζεται από το χαρτζιλίκι που μου έδινε η μητέρα του, για τον εγγονό της, για να βάζει βενζίνη στο σιμκάκι.

Κι έτσι παραιτήθηκε το καλοκαίρι του '69 και άρχισε να παλεύει από δουλειά σε δουλειά μέχρι που έριξε άγκυρα το '75 στα λογιστήρια του Πειραιά.

Και για τους λόγους αυτούς, κάθε 17 Νοεμβρίου θυμάμαι την Καρδίτσα.

Και πως και γιατί τελικά δεν έγινα Καρδιτσιώτης.







ΥΓ. Η Καρδίτσα εμφανίστηκε στη ζωή μου ξανά το 1997 όταν ανακάλυψα το Ελληνικό μπακάλικο του κυρ Νίκου στο Μπρόκτον της Μασαχουσέτης, όπου έφτιαχνε, σπιτικά, τα καλύτερα Καρδιτσιώτικα λουκάνικα που είχα φάει ποτέ -ακόμα και στην Καρδίτσα!