Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tourism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tourism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Χοιρινό και Ρύζι











Όσοι θυμούνται το τραγούδι Warewolves of London ίσως να θυμούνται μια στροφή που λέει:

I saw a werewolf with a Chinese menu in his hand
walkin' through the streets of Soho in the rain.
He was lookin' for α place called Lee Ho Fook's,
gonna get a big dish of beef chow mein.

...και ίσως μερικοί να κατάλαβαν ότι το Lee Ho Fook  ήταν ένα κινέζικο εστιατόριο στο Soho του Λονδίνου.

Αυτό όμως δεν είναι όλο: Το Lee Ho Fook, μεγάλο, σε δύο ορόφους, με πλούσιο μενού, θεωρείτο επί δεκαετίες το καλύτερο Κινέζικο εστιατόριο του Λονδίνου. Μετά άλλαξε ιδιοκτησία και πήρε την κατηφόρα, μέχρι που πρόσφατα έκλεισε.

Αλλά ούτε και αυτό είναι όλη η ιστορία. Λίγοι ξένοι το ξέρουν αυτό, αλλά, εμείς οι μια-φορά-κι ένα-καιρό ντόπιοι ξέραμε ότι, περπατώντας ανατολικά και στρίβοντας την γωνία βόρεια προς την Shaftesbury Avenue έπεφτες σε μια μικρή τρύπα με 5 τραπέζια που λεγόταν επίσης Lee Ho Fook. Και εκεί, στο μικρό Lee Ho Fook μπορούσες να παραγγέλλεις μόνο τρία πράγματα: Ψητό Χοιρινό και Ρύζι, Ψητή Πάπια και Ρύζι, ή Ψητό Χοιρινό, Ψητή Πάπια και ρύζι.

Την πρώτη φορά που έφαγα Κινέζικο φαγητό ήταν Ψητό Χοιρινό και Ρύζι, σε αλουμινένιο κεσέ take away (πού το έπαιρνες και έφευγες). Είχαμε στείλει έναν της ομάδας να φέρει να φάμε, καθώς εμείς στο σχολειό στο Covent Garden συνεχίζαμε τα γυρίσματα, στο τέλεια χτισμένο σκηνικό μας μέσα στην πρώην αποθήκη χονδρικής πώλησης μπανάνας, με μια μηχανή Mitchell BNC, την μηχανή με την οποία γυρίστηκαν τόσα από τα '30 ως τα '60... και ο Πολίτης Κέην... και η οποία έδωσε τον μηχανισμό της στην κορούλα της, την Panaflex Panavision.

Όταν επέστρεψε είχε φέρει μαζί του μπόλικα ψητά με ρύζι για όλους και μόνο ξυλάκια. Και έτσι, την πρώτη φορά που έφαγα Κινέζικο, στα όρθια μέσα στο στούντιο μεσάνυκτα, έμαθα από ανάγκη να χρησιμοποιώ ξυλάκια. Καθοριστική στιγμή της ζωής.

Από τότε τακτικότατα έμπαινα στην τρύπα με τα 5 τραπέζια, τα οποία τα μοιραζόσουνα με άλλους, και παράγγελνα το Ψητό Χοιρινό μου με Ρύζι, και έβαζα και λίγη Κινέζικη σάλτσα τσίλι στην άκρη του πιάτου να βρέχω τα ξυλάκια. Και τσάι, φυσικά.

Το μικρό Lee Ho Fook είναι μια από τις αγαπητές, ζεστές αναμνήσεις της ζωής μου, όπως είναι και η ανάμνηση του Κινέζικου take away στο studio. Το βράδυ που τελειώναμε τα γυρίσματα μιας ταινίας προσθέταμε και Γαλλική σαμπάνια που συνόδευε το Κινέζικο από χάρτινα ποτηράκια...

Όταν πήγα στην παλιά γειτονιά από την Αμερική το 1999 για το Millennium, το μικρό Lee Ho Fook είχε μεγαλώσει παίρνοντας και την διπλανή τρύπα και προσθέτοντας άλλα 6 τραπέζια. Το μενού και η ποιότητα ήταν η ίδια. Όταν ξαναπήγα να φάω τον Απρίλιο του 2008, δεν υπήρχε πια.





Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Φέστα !



Κατόπιν της προσλήψεως του γιού μου ως εκπαιδευτού πιλότων,
από την προηγούμενη ανάρτηση,
μεγάλη χαρά και εορταστική ατμόσφαιρα κατέλαβε το μικρό μας χωριό
(που αντιστέκεται και πάντα θα αντιστέκεται στον Σύλβιο Μπερλουσκόνι).



Τάχιστα η χάρις της Θεομήτορος ετέθει εν ενεργεία από τον διακόπτη δίπλα στην πόρτα.

 

Μια μεγάλη πυρά εστήθει για να ξεκινήσει ο εορτασμός.



Και με όλο το χωριό να δηλώνει το παρόν,



κάναμε τον σταυρό μας και προσευχηθήκαμε να μην έχει αδειάσει η μπαταρία
του πυροσβεστικού Λαντ Ρόβερ.




Μόνο κανένας προτεστάντης έλειπε από την πυρά!

Σύντομα, το εύφλεκτο υγρό από μέσα από την πυρά άρχισε να κατουράει προς τα έξω,
αλλά τα μόνα φρύδια που σηκώθηκαν ήταν Ελληνοαμερικανικά!

 



Ήταν ώρα για τα πυροτεχνήματα!






Και με το πλήρωμα του χρόνου ήταν ώρα να πάει κάποιος μ' ένα φτυάρι, να φέρει κάρβουνα για την σκάφη!



Και Δόξα τους Θεούς!

Το επόμενο πρωί ήταν τέλειος καιρός να βγάλουμε την Παρθένο μετά Βρέφους τσάρκα
από το Αβαείο μέχρι το κάτω χωριό!



Πρώτα φτιάξαμε κέφι...


Και μετά, εν-δυό, βήμα κατανυκτικό,
η Χάρις του Αγίου Πνέυματος και του πατέρος ημών Γουλιέλμου Μαρκόνι
επέτρεψε την χρήση του ασύρματου μικρόφωνου και της θαυματουργής ντουντούκας!


Και έχοντας πλέον φτάσει στο κάτω χωριό έπεσε απόγευμα και ήταν ώρα για πολύ χαρά
μέχρι το τέλος του τέλειου Σαββατοκύριακου!


(Παρά έντονες προσπάθειες ο γιός μου δεν κατάφερε να δει την πυρά μας από την Φλώριδα,
πράγμα περίεργο μια και υπάρχουν βάσιμες πληροφορίες ότι την είδανε από τον διαστημικό σταθμό...)




Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Στα Βραχώδη Όρη



Rocky Mountain Dreaming

The way that you wander
ls the way that you choose
The day that you tarry
ls the day that you lose
Sunshine or thunder
A man will always wonder
Where the fair wind blows






Τα Βραχώδη Όρη, the Rocky Mountains, ή απλά the Rockies, στην βορειοαμερικανική ήπειρο ξεκινάν από τον Βόρειο Καναδά και ορθώνονται σαν τοίχος επί 3.000 χιλιόμετρα στα νότια, μέχρι λίγο πριν από το Μεξικό. Το πλάτος τους είναι περίπου 500 χιλιόμετρα, και σε μερικά μέρη φθάνουν να καλύπτουν 800 χιλιόμετρα. Οι ψηλότερες κορφές τους φθάνουν τα 14.500 πόδια, ή, 4.350 μέτρα. Τα πιό γνωστά μας Rockies βρίσκονται στο Κολοράντο, το Γουαϊόμινγκ και την Γιούτα. Περίπου 1.000 χιλιόμετρα μήκος και 600 πλάτος.

Εκεί, επί χιλιάδες χρόνια ήταν τα προπατορικά εδάφη φυλών όπως οι Κρόου, Φλάτχεντς, Αρόπαχο, Τσεγιέν, Τσεροκή, και ανατολικά, προς τους Μαύρους Λόφους της Νότιας Ντακότα, οι Λακότα (Σιού). Επί μερικές δεκαετίες στα μέσα του 19ου αιώνα βρίσκονταν εκεί και κάμποσοι λευκοί, οι άνθρωποι των βουνών, Mountain Men, που ζούσαν, και επιζούσαν μόνοι τους στη φύση και έβγαζαν το βιός τους από τα βουνά πιάνοντας κάστορες, αρκούδες και άλλα ζωντανά των οποίων η γούνα καλοπληρώνονταν κάθε καλοκαίρι από τους εμπόρους στο Σέντ Λούις.

Μια από τις ταινίες που άλλαξε την ζωή μου και έμεινε πάντα μέσα μου λέγονταν Jeremiah Johnson, του Σύντνεϋ Πόλακ με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, γυρισμένη από τους δυό φίλους με αγάπη στα κτήματα του Ρέντφορντ στη Γιούτα, και στο Κολοράντο. Ίσως να την έχετε δει ως Τζερεμία Τζόνσον ο Αλύγιστος. Ίσως και να εκπλαγείτε όταν σας πω ότι κάθε τι στην ταινία ήταν η αληθινή ιστορία του Mountain Man John Johnston. Ο πραγματικός Johnston πέθανε σε ένα γηροκομείο στο Λος Άντζελες γύρω στο 1900. Εβδομήντα τόσα χρόνια αργότερα, η σωρός του μεταφέρθηκε σε ένα μικρό μνημείο που του έστησαν οι σημερινοί κάτοικοι της γης που είχε αγαπήσει στο Γουαϊόμινγκ. Ένας από τους τέσσερεις που κουβάλησαν την σωρό στο μικρό μνημείο ήταν ο Ρέντφορντ...






Είδα την ταινία σε ένα θερινό σινεμά στο Παλιό Φάληρο όταν ήμουν 14 χρονών, δεν την ξέχασα ποτέ και την έχω δει άπειρες φορές. Θυμάμαι προς το τέλος της ταινίας, όταν έχει ζήσει ήδη πολλά χρόνια στα βουνά και έχει επιζήσει δεκάδες επιθέσεις των Κρόου (ο αληθινός Johnston επέζησε 20 χρόνια βεντέτας με τους Κρόου οι οποίοι είχαν δολοφονήσει την γυναίκα του που καταγόταν από τους Φλάτχεντ -σε μία συγκεκριμένη επίθεση οι Κρόου είχαν στείλει 20 γενναίους εναντίων του), προς το τέλος λοιπόν της ταινίας ένας άλλος κυνηγός του λέει ότι είναι ίσως καιρός να γυρίσει και να πάει σε μια πόλη για ασφάλεια. Ο Τζόνσον απαντά: "Μπα... έζησα σε πόλη..."

Μετά από τα 20 χρόνια βεντέτας με τους Κρόου, όπως στο τέλος της ταινίας, ο πραγματικός Johnston και οι Κρόου έγιναν αδέλφια. Από τότε και μετά, ο Johnston αναφερόταν στους Κρόου ως "οι αδελφοί μου".

Η πρώτη φορά πού βρέθηκα στο Κολοράντο ήταν πολύ σημαντική στιγμή για μένα. Οι απέραντες πεδιάδες της Βορείου Αμερικής δεν έχουν ούτε ένα λόφο επί 1.500 χιλιόμετρα από το Οχάϊο μέχρι το Κολοράντο. Η γή σηκώνεται σιγά σιγά χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς, και μέχρι να φθάσουμε στο Ντένβερ του Κολοράντο, η πεδιάδα έχει φθάσει υψόμετρο 1.500 μέτρα. Είκοσι χιλιόμετρα από το Ντένβερ τα Βραχώδη Όροι σηκώνονται σαν τοίχος από το βορά ως το νότο, όσο βλέπει το μάτι.

Από το 2000 μέχρι το 2007 που έφυγα από την Αμερική πήγα πολλές φορές και για πελάτες μου των οποίων τα γραφεία ήταν στους πρόποδες, και για διακοπές με τον γιό μου. Ο γιός μου και εγώ λέγαμε τα Rockies "home".  Αν μας άκουγε ποτέ κανείς να λέμε "let's go home" δεν καταλάβαινε ότι εννοούσαμε το Κολοράντο. Κάναμε κάθε χειμώνα σκι που το υπεραγαπάμε, στα μέρη Vail, Aspen, Snowmass, Beaver Creek, Copper Mountain, Breckenridge, Keystone, Arapahoe Basin... Κι ένα καλοκαίρι πήγαμε έξι ώρες με άλογα, με οδηγό ένα γέρο cow boy, πάνω στα 2.500 έως 3.000 μέτρα...



Ο μικρός από το Φάληρο που μεγάλωσε παίζοντας καομπόϋδες και ινδιάνους στην αυλή, τα κατάφερε μετά από 30 χρόνια να σκαρφαλώσει μέσα στην οθόνη του θερινού σινεμά και να πάρει και τον γιό του απ' το χέρι.









Τις μπότες, τα τζήν, τα καπέλα, τις μπαντάνες, και τις πόρπες της ζώνης δεν τις πήραμε από τουριστικές μπουτίκ, αλλά από ένα συνεργικό μαγαζί που πουλά εφόδια και ζωοτροφές στου αγρότες. Όταν περπατούσαμε στο δρόμο ή μπαίναμε σε μιά καντίνα για χυλοπίτες, φασόλια κι αυγά δεν μας κοίταζε κανείς γιατι όλοι ήταν ντυμένοι έτσι... και άν βρεθείτε ποτέ στο Κολοράντο να θυμάστε ότι ένας γνήσιος κάομπόϋ δεν βγάζει το καπέλο του ποτέ. Ούτε στην καντίνα.


Έφτιαξα μια ξεχωριστή σελίδα, όπως τις άλλες που έχω κάνει, από τις δέκα συνολικά που μας επιτρέπουν πέρα του μπλόγκ, και έβαλα 42 φωτογραφίες από τα Βραχώδη Όρη. Μπορείτε να βρείτε την σελίδα στο μενού σελίδων πάνω αριστερά, ή κάντε κλικ εδώ.



Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Για σου πατρίδα!



Εμείς τώρα φεύγουμε να γυρίσουμε στα βουνά μας
κοντά στην Φλωρεντία,
και σας αφήνουμε μόνους αλλά όχι για πολύ.
Τέλη Ιουνίου θα επιστρέψουμε...

Για τώρα, γιάσου Ελλάδα, και να μας την προσέχετε!

 
(δεν φταίμε εμείς! έτσι τα βρήκαμε!)


Βουλιαγμένη, Αττική, 17/4/10, 3μμ