Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Επιτάφιος για μια Εποχή / Requiem for an Era




Στίς 14:47 ώρα Γκρήνουιτς, στις 20 Φεβρουαρίου 1962, ο αστροναύτης του προγράμματος Μέρκουρι, Σκότ Κάρπεντερ, μιλώντας στο μικρόφωνό του από τη θέση του στην αίθουσα ελέγχου της αποστολής "Φιλία 7", είπε: "Ο Θεός μαζί σου, Τζών Γκλέν", καθώς ο φίλος του και συνάδελφός του θα αποκτούσε σε λίγα λεπτά τον τίτλο του πρώτου Αμερικανού στο διάστημα, ακολουθώντας 314 ημέρες πίσω από τον κοσμοναύτη της Σοβιετικής Ένωσης Γιούρι Γκαγκάριν, που στις 12 Απριλίου, 1961, είχε γίνει ο πρώτος άνθρωπος στο διάστημα.


Έξι χρόνια και δέκα μήνες αργότερα, οι αστροναύτες του προγράμματος Απόλλο, Φράνκ Μπόρμαν, Τζίμ Λόβελ και Γουίλλιαμ Αντερς, παραμονή Χριστουγέννων του 1968, απήγγειλαν ο ένας μετά από τον άλλο τους πρώτους στοίχους της Γένεσης, από την δημιουργία του κόσμου κατά το βιβλίο Τορά του Ιουδαϊσμού, Παλαιά Διαθήκη του Χριστιανισμού, καθώς, σε τροχιά γύρω από την σελήνη έβλεπαν από το μικρό τους παράθυρο την Γή να ανατέλλει πάνω από τον ορίζοντα του Φεγγαριού.


At 14:47 UTC, on February 20, 1962, Mercury astronaut Scott Carpenter talked into a microphone from his seat at Friendship 7 mission control and said: "Godspeed, John Glenn" as his friend and colleague was about to become the first American in space. John Glenn was to follow 314 days behind the footsteps of Soviet cosmonaut Yuri Gagarin who, on April 12, 1961, had become the first man in space.


Six years and ten months later, on Christmas Eve 1968, Apollo astronauts Frank Bormann, Jim Lovell and William Anders recited one after the other the first verses of Genesis, the creation of the world according to the Torah, the Five Books of Moses of Judaism, the Christian Old Testament, while, in orbit around the moon, they saw through the small window of their craft the Earth rising on the Lunar horizon.
Earthrise from the command module of Apollo 8, December 24, 1968

Και, στις 16 Ιουλίου του 1969, έτοιμος να πατήσει για πρώτη φορά το πόδι του στην σκόνη μιας κοιλάδας που οι άνθρωποι, σε μία στιγμή αισιοδοξίας, είχαν ονομάσει "Θάλασσα της Ηρεμίας", ο αστροναύτης Νήαλ Άρμστρονγκ είπε: "Αυτό είναι ένα μικρό βήμα για (...) άνθρωπο, ένα γιγαντιαίο άλμα για την ανθρωπότητα".


Αυτά τα βήματα ήταν τα τελευταία μιας πορείας που είχε ξαναξεκινήσει αιώνες πριν, με την γέννηση του Λεονάρντο ντα Βίντσι, την εργασία και επιτεύγματα εκατοντάδων όπως ο Κοπέρνικος, ο Νεύτωνας, ο Κολόμβος, ο Αϊνστάϊν... Μα και εκείνοι δεν ήταν οι πρώτοι. Τα πρώτα βήματα είχαν παρθεί πολύ, πολύ αρχαιότερα, ίσως την πρώτη φορά που ένας ανθρωπόμορφος εξερευνητής βγήκε δειλά-δειλά νύχτα από την σπηλιά του κάπου στην Αφρική, κοίταξε στα ουράνια με δέος και φόβο, και αναρωτήθηκε τι να είναι εκείνα τα μακρινά φωτάκια που τρεμοσβήνουν χιλιάδες, εκατομμύρια, στον σκοτεινό ουρανό, σαν φωτιές αναμμένες για την ζεστασιά κυνηγών, ή σαν τρυπίτσες στην κουβέρτα της νύχτας.


Μακριά στον τόπο και στον χρόνο από εκείνη τη σπηλιά, τα παιδιά και τρισέγγονα του εξερευνητή τόλμησαν ταξίδια πολλά που τους έφεραν στις άκρες του γνωστού κόσμου και στα βάθη του ασυγκράτητου πνεύματός τους. Σταμάτησαν κάμποσες φορές να ξεκουραστούν. Πιο πρόσφατα από γύρω στο 1200 προ της κοινής εποχής έως περίπου το 800 όταν ένας ποιητής κοντά στην ακτή της Ιωνίας έγγραψε τα πρώτα βιβλία του δυτικού κόσμου, δύο έπη για την άλωση της Τροίας και τον αγώνα του Οδυσσέα να επιστρέψει στον τόπο που ανήκε.


Χίλια διακόσια χρόνια αργότερα τον Μάρτιο του 415 , η στυγνή δολοφονία από ένα Χριστιανικό όχλο της επιστήμονος Υπατίας και η καταστροφή των μέχρι τότε επιτευγμάτων της ανθρωπότητας στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας σήμανε την είσοδο στην πιο πρόσφατη σκοτεινή περίοδο, στον πιο πρόσφατο ύπνο της ανθρωπότητας, που κράτησε χίλια χρόνια, μέχρι το πνεύμα της Ελληνιστικής εποχής να αναγεννηθεί και να βάλει πάλι τους απογόνους των πρώτων εξερευνητών στον δρόμο που αυτή την φορά θα έφτανε μέχρι το φεγγάρι.


Μετά από το μικρό εκείνο βήμα του Νήαλ Άρμστρονγκ τον Ιούλιο του 1969 ο δρόμος έφτασε σε μία στάση. Οι άνθρωποι χαμήλωσαν την ματιά τους από τον ουρανό και κοίταξαν γύρω τους, κοντύτερά τους και μέσα τους, ψάχνοντας για μία ικανοποίηση, μία εκπλήρωση που δεν έμελε να έρθει. Ήρθε ο πλούτος, τα παιγνίδια για μεγάλους, ήρθε η φτώχια και ο υπερπληθυσμός, ήρθαν τα ιδιωτικά αεριωθούμενα και οι φυσικές καταστροφές, ήρθαν οι Θεοί και οι άθεοι. Μα όλα αυτά έφεραν μόνο τον τρόμο και την απελπισία. Και την σύγχυση, την κούραση, την ανάγκη για ένα ύπνο. Ο Ύπνος δεν είναι θάνατος. Είναι παρά μία στάση απαραίτητη για να προετοιμάσει την καινούργια αρχή.


Το έτος 2004, ο μικρός "Πινόκιο" πού είχε ανακηρυχτεί αρχηγός της μεγαλύτερης δύναμης του γνωστού κόσμου, σε μία σπάνια αναλαμπή μεγαλείου υπέγραψε τα ψηφίσματα που θα επέστρεφαν ανθρώπους στο φεγγάρι μέχρι το 2020. Στις 2 Φεβρουαρίου του 2010, ο αντικαταστάτης του, η ύπαρξη και μόνο του οποίου είχε για ένα χρόνο περίπου αναζωπυρώσει μάταια την ελπίδα της ισότητας και της δικαιοσύνης, αντέστρεψε τους δείκτες του ρολογιού και ακύρωσε τα σχέδια για περεταίρω εξερεύνηση του διαστήματος πέρα από την τροχιά των στρατιωτικών και των εμπορικών δορυφόρων. Με μία υπογραφή του η σελήνη τραβήχτηκε μακρύτερα απ' όσο θα μπορούσε να ξαναφτάσει η ανθρωπότητα για πολλά, πολλά χρόνια. Η στάση στον δρόμο έγινε πια πραγματικότητα.


And, on July 16, 1969, ready to step for the first time on the dust of a flat dry plain that humans have in a moment of optimism called the Sea of Tranquility, astronaut Neil Armstrong said: "That's one small step for (...) man, one giant leap for mankind".


These steps were the latest in a journey that was restarted centuries earlier with the birth of Leonardo da Vinci, the work and achievements of hundreds like Copernicus, Newton, Columbus, Einstein... But those travelers were not the first. The first steps had been taken eons earlier, maybe the first time when a human-like explorer stepped outside his cave somewhere in Africa, in the night, looked at the heavens and, in awe and fear, wondered what were those distant, flickering points of light that resembled campfires of hunters far away, or holes in the blanket of night.


Far in space and time from that cave, the children and great grandchildren of that explorer dared many voyages which took them to the edges of the known world and the depths of their unquenchable spirit. They stopped quite a few times to rest. One of the most recent sabbaticals was from around the year 1200 Before Common Era until the year 800 BCE when a poet living near the Ionian coast wrote the first books of western civilization, two epic tales of the taking of Troy and the journey of Odysseus to return to the home where he belonged.


One thousand two hundred years later, in March of the year 415, the heinous murder of the scientist Hypatia by a Christian mob, and the obliteration of all that humanity had achieved up to that point, stored in the Library at Alexandria, heralded the onset of the latest age of darkness, the latest time of sleep for humanity that was to last for a thousand years, until the spirit of the Hellenistic Era was reborn prompting the descendants of the first explorers to continue the journey which would, this time, reach the moon.


After Neal Armstrong's small step in July 1969 the journey came to another hiatus. Humanity lowered its glance down from the heavens and looked closer to home and inward, searching for a vindication, an absolution that would never come. Wealth came, toys for grownups, came poverty and overpopulation, private jets and natural disasters, Gods and atheists. But all that was to be had was fear and desperation. And confusion, fatigue, the need to sleep. Sleep is not death. It is but a pause needed to prepare a new beginning.


In the year 2004, that little "Pinocchio" who had been elevated leader of the grandest power of the known world, in a rare moment of grandeur signed the directives which would return humankind to the moon by the year 2020. On February 2 of 2010 his successor, the existence alone of whom had rekindled in vain hopes of equality and justice for all, reversed the movement of the hands of the clock and cancelled the plans for any space exploration beyond military and commercial satellites. With a stroke of his pen the moon was pulled away from human reach for many, many years. The pause of the journey had become reality.
Endeavour at her launch pad, February 6, 2010

Το μεσημέρι της 6ης Φεβρουαρίου 2010 έλαβα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο μία φωτογραφία παρμένη δευτερόλεπτα πριν από τον σχεδόν εικοσάχρονο γιό μου. Έδειχνε το Διαστημικό Λεωφορείο Εντέβουρ στην εξέδρα εκτόξευσης έτοιμο για το ταξίδι του το επόμενο πρωί στις 04:48 τοπική ώρα, το πέμπτο πριν από το τελευταίο ταξίδι του προγράμματος που θα τελειώσει για πάντα τον Σεπτέμβριο του 2010. Η φωτογραφία ήταν παρμένη κάτω από ένα κρυστάλλινο γαλανό ουρανό από ένα νεαρό Ελληνοαμερικανικό, περήφανα φορώντας την ταυτότητα της ΝΑΣΑ. Θα έμενε με τους επισήμους για την εκτόξευση, και στο μεταξύ του είχα προτείνει να περάσει την ώρα του στο μουσείο της ΝΑΣΑ, να δει τον εκτεθειμένο τελευταίο πύραυλο Κρόνο 5 που δεν πέταξε αφού ο Νίξον έκοψε το πρόγραμμα Απόλλο. Και να σταθεί μέσα στην άψογα διατηρημένη αίθουσα ελέγχου αποστολών του προγράμματος Απόλλο, όπως είχα σταθεί κι εγώ με δέος 20 χρόνια νωρίτερα.


Στο Μπρούκλιν στις 9 Νοεμβρίου του 1934 είχε γεννηθεί ένα αγοράκι που καθώς μεγάλωνε άρχισε να κάνει ερωτήσεις. Πολλές ερωτήσεις. Πήγε στη δημοτική βιβλιοθήκη και ζήτησε ένα βιβλίο για τ' αστέρια. Η βιβλιοθηκάριος του έδωσε ένα βιβλίο με έγχρωμες φωτογραφίες ανθρώπων με ονόματα όπως Κλάρκ Γκέημπλ και Βίβιαν Λή. Και το αγοράκι είπε "όχι, όχι! εννοώ ένα βιβλίο για τ' αστέρια! Τ' αστέρια!"


Το 1980 το αγόρι, που έμεινε πάντα αγόρι στην ψυχή έδωσε σε όλους μας -αντίθετα με το σαβουάρ βίβρ των συναδέλφων του, όλες του τις γνώσεις, ώστε να τις κάνουμε δικές μας κι ας μην είμαστε επιστήμονες σαν κι αυτόν. Ταξίδεψε από το Ηραίο της Σάμου ώς το χωριό Βίντσι της Τοσκάνης και από το ακρωτήριο Κέννεντυ και το πανεπιστήμιο του Κορνέλ έως την Αλεξάνδρεια και μας έδωσε το βιβλίο και 13-ωρη τηλεοπτική σειρά "Κόσμος". Το όνομα του ήταν Κάρλ Σέηγκαν.


Είχα την τύχη να μιλήσω μαζί του για λίγο στον κήπο ενός πανεπιστημίου το 1992. Όταν τελειώσαμε την κουβέντα μας, ο Κάρλ Σέηγκαν, ο πανύψηλος αυτός άνθρωπος που είχα στραβώσει το λαιμό μου να κοιτάω επάνω καθώς μιλούσαμε, λύγησε τα γόνατά του, κατέβηκε στην Γή και με χαμόγελο απόθεσε το χέρι του στο κεφαλάκι του γιού μου που καθόταν στο καροτσάκι του, 2 ετών. "Και ποιός είναι αυτός;" ρώτησε ο δόκτωρ Σέηγκαν. "Αυτός είναι ο Κώστας" απήντησα εγώ. "Μια μέρα ίσως και να γίνει μαθητής σας". Μιλούσαμε Αγγλικά μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και τότε, με το χέρι του στο κεφαλάκι του παιδιού κοιτώντας το στα μάτια, ο άνθρωπος που είχε βοηθήσει να στείλουν τα σκάφη Βόϊατζερ στο απώτερο διάστημα και τα Βάϊκινγκ στον Άρη, είπε σε άπταιστο Ελληνική: "Χαίρω πολύ".


Μετά από την πρωινή επίσκεψη στην αποβάθρα εκτοξεύσεως ο γιός μου κι εγώ μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Είχε 14 ώρες χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα και αποφάσισε να γυρίσει στο πανεπιστήμιο να κοιμηθεί πριν τη νυχτερινή εκτόξευση. Δεν διευκρίνισε αν σκόπευε να πάει στα διατηρημένα ιστορικά σημεία του προγράμματος Απόλλο.


Άλλωστε γιατί να πάει. Οι σκιές αυτές ανήκουν σε ένα παρελθόν για το οποίο το παρών δεν ενδιαφέρεται πια. Ο Τσάκ Γηέϊγκερ στη βάση Άντριους το 1947, ο Τζών Γκλέν, ο Τζίμ Λόβελ, Νήαλ Άρμστρονγκ και τόσοι, τόσοι άλλοι ανήκουν σε μια άλλη εποχή πού πέρασε καθώς η ανθρωπότητα άρχισε κουρασμένη να στρώνει το κρεβάτι της για ένα ακόμη ύπνο πριν, μετά αρκετές γενιές, άν επιζήσει, ξυπνήσει πάλι και ανακαλύψει τις παρακάτω φράσεις στην τελευταία σελίδα του βιβλίου Κόσμος του Κάρλ Σέηγκαν: <br>
<br>

At noon on February 6, 2010 I received by email a photograph shot by my almost-20-year-old son seconds earlier. It showed the space shuttle Endeavour on its launch pad, ready for its journey at 04:48 local time, the fifth before the last such journeys which will come to an end forever in September 2010. The photograph was taken under a crystal blue sky by a young Greek-American who proudly sported his NASA press pass. He was to watch the lift-off from the press area and I had suggested that he might want to take advantage of the time leading up to the launch to see the Saturn V rocket that never flew after Nixon cut the Apollo program. Also, to stand in the meticulously preserved Apollo mission control, as I had stood there in awe 20 years earlier.


In Brooklyn, on November 9, 1934, a little boy was born who, growing up, started asking questions. Many questions. He went to the Public library and ask for a book on the stars. The librarian gave him a book filled with color photographs of people with names like Clark Gable and Vivien Leigh. And the boy said "no, no! I mean a book on stars! About the stars!"


In 1980, the boy, who had remained a boy in his soul, gave to us all -contrary to the modus operandi of his colleagues, all his knowledge so that we may make it our own even though we may not be scientists like him. He travelled from the temple of Hera on the island of Samos to the village of Vinci in Tuscany, and from the Kennedy Space Center and Cornell University to Alexandria and he gave us the book and 13-hour TV series Cosmos. His name was Carl Sagan.


I had the good fortune to converse with him for a while in the grounds of a University in 1992. When we finished talking, Carl Sagan, that tallest of men, whose stature had caused my neck to angle upwards as we talked, bended his knees and lowered himself to earth, and, with a smile, laid his hand upon my two-year-old son's head as the little one sat in his stroller. "And who is this?" asked doctor Sagan. "This is Costas" I responded. "One day he may be one of your students". We had spoken in English up to that point. And then, with his hand on my son's head, looking into the little boy's eyes, the man who had helped send the Voyager spacecraft to outter space and the Vikings to Mars, said in perfect Greek: "Pleased to meet you".


After the early morning visit to the launch pad my son and I talked on the phone. He had 14 hours with no specific schedule before lift-off and he had decided to return to the University to sleep before driving back. He did not say whether he intended to visit the preserved, historical Apollo sites.


And, why go there anyway? These shadows belong to a past in which the present has no interest. Chuck Yeager in his Glamorous Glynnis at Andrews AFB in 1947, John Glenn, Jim Lovell, Neal Armstrong and countless others belong to an Era bygone as humanity now prepares her bed for another sleep in the hope that, after several generations, if she is to survive, she may awake once more, and discover the following phrases in the last page of Carl Sagan's Cosmos:
Carl Sagan

"Πριν 3,6 εκατομμύρια χρόνια, σε ένα μέρος πού τώρα λέγεται βόρεια Τανζανία, ένα ηφαίστειο εξεράγει, και η στάχτη της έκρηξης σκέπασε τις γύρω εκτάσεις. Το 1979 η παλαιοανθροπολόγος Μαίρυ Λήκυ βρήκε στη στάχτη πατημασιές -τις πατημασιές, πιστεύει, ενός ανθρωποειδούς ζώου, ίσως του προγόνου όλων των ανθρώπων της Γής σήμερα. Και, 380,000 χιλιόμετρα μακριά, σε ένα επίπεδο ξερό τοπίο που οι άνθρωποι, σε μία στιγμή αισιοδοξίας, είχαν ονομάσει "Θάλασσα της Ηρεμίας", υπάρχει μία άλλη πατημασιά, αφημένη από τον πρώτο άνθρωπο που περπάτησε σε έναν άλλο κόσμο. Προχωρήσαμε πολύ σε 3,6 εκατομμύρια χρόνια, και σε 4,6 δισεκατομμύρια και σε 15 δισεκατομμύρια."

"Διότι είμαστε η τοπική ενσάρκωση ενός Σύμπαντος που μέσα από εμάς απέκτησε συνείδηση του εαυτού. Έχουμε αρχίσει να ερευνούμε το από που ήρθαμε: υλικά των άστρων που μελετούν τα άστρα: οργανωμένες ομάδες από δέκα δισεκατομμύρια, δισεκατομμυρίων ατόμων που αναλογίζονται την εξέλιξη του άτομου. Παρακολουθούμε και σπουδάζουμε την μακριά πορεία μέσω της οποίας, τουλάχιστον εδώ, αναπτύχθηκε η συνείδηση. Οι υποταγές μας είναι στο είδος μας και στον πλανήτη. Εμείς μιλάμε για την Γή. Την υποχρέωση της επιβίωσής μας την χρωστάμε όχι μόνο στο είδος μας, αλλά και σε αυτό το Σύμπαν, αρχαίο και απέραντο, από το οποίο προερχόμαστε."
<br>

<br>

"Some 3.6 million years ago, in what is now northern Tanzania, a volcano erupted, the resulting cloud of ash covering the surrounding savannahs. In 1979, the paleoanthropologist Mary Leaky found in that ash footprints --the footprints, she believes, of an early humanoid, perhaps an ancestor of all the people on the Earth today. And 380,000 kilometers away, in a flat dry plain that humans have in a moment of optimism called the Sea of Tranquility, there is another footprint, left by the first human to walk another world. We have come far in 3.6 million years, and in 4.6 billion and in 15 billion."

"For we are the local embodiment of a Cosmos grown to self-awareness. We have begun to contemplate our origins: starstuff pondering the stars; organized assemblages of ten billion billion billion atoms considering the evolution of atoms; tracing the long journey by which, here at least, consciousness arose. Our loyalties are to the species and the planet. We speak for Earth. Our obligation to survive is owed not just to ourselves but also to that Cosmos, ancient and vast, from which we spring."
human footsetps Σημ.: Τα προγράμματα της ΝΑΣΑ κοστίζουν στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών το 0,16% του ετήσιου προϋπολογισμού του ομοσπονδιακού κράτους.
NB. The cost of NASA programs is 0.16% of the annual budget of the Federal government.



Οι φωτογραφίες είναι πνευματική ιδιοκτησία του συγγραφέα/φωτογράφου. Απαγορεύεται η υποκλοπή και χρησιμοποίηση.



Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

A Human Understanding of Creation

It is interesting to read the book of Genesis side by side with what science proposes. According to science the present universe began in a "big bang" of light out of darkness. Genesis begins creation with the words: "Let there be light". In Genesis we read that "the waters bring forth abundantly the moving creature that hath life". Science and the theory of evolution proposes that life began in the oceans and from there crawled on to dry land. Science and Genesis seem to describe a similar, if not identical process right down to the minutest chronological detail, with the only exception being that Evolution talks in terms of millions and billions of years while Genesis breaks those fourteen billion years to what it calls six days. Also the exception that, in Genesis, each step is taken as separate to the other (God creates light, separates the waters from the land, creates animals, then creates man), while in science each step is a continuation or consequence of the other. Also, Genesis teaches that Creation was the considered work of an omnipotent entity we know as God, while science suggests the process happened all by itself in a series of interconnected and interdependent steps.

It seems that the History of what has occurred for us to be here today is broken down to two books: The book of things we know, or think we know, which we file under science, and the book of things we do not yet understand, which we metaphor into the teachings of Religion.


 During the Renaissance great works were commissioned of Michelangelo,Raphael and others which were to speak of the Glory of God.


 Would it be irreverent to suggest that these works by Michelangelo and Raphael are in fact a glimpse in to the Glory of the human spirit, and that it is in fact the images returned to us from Apollo 8, Apollo 11, and the Hubble Space Telescope that speak of the Glory of God.


 Did Jim Lovell, reciting Genesis from the command module of Apollo 8 imply an edge of religion over science? A simpler explanation may serve debate best. After all, as Jesus of Nazareth once said, "give that which belongs to Caesar, to Caesar, and that which belongs to God, to God".

 How does each of us define the meaning of the word "God"? Most would agree that the word "God" describes an infinite power not limited by time or measurable size, a power that is omnipotent and beyond human comprehension. Most would also agree that the universe is infinite and that nothing exists outside the universe. The universe by definition is everything that is.

 An Infinite God contained within an infinite universe would be limited, if only in semantics, by the limits of the universe. This cannot be. God cannot exist within the universe. If God cannot exist within the universe and if there can be nothing beyond the universe one could propose that God Is the universe?


 It would surely appear to be a simplistic idea which would be rejected by scientists and religious folk alike.

 What existed in the beginning is very simply and eloquently described by John the Evangelist in John, 1:1. "In the beginning was the Word".

 The Evangelist actually wrote the gospel in the Greek language, where the word "Logos" was later translated in the English version as "Word". In Greek, the word "Logos" can be used to express several meanings: "spoken word", "reason" (as in "reason to be"), and, the English word "logic" comes from the Greek "logos".

 Next John writes, in Greek, "and the Logos was [close] to God, and Logos was God. He (referring to Logos in the masculine, not nutral) was in the beginning [close] to God. Everything was done through him [through Logos] (here John uses the word "him" to refer to Logos, as the syntax in Greek implies) and nothing that was done without him [Logos] was done.

 Clearly John is instructing the reader to an intimate if not indistinguishable connection between God and Logos. Yet he is taking the pains to say there is Logos, and there is God. Then, John, makes the point that they are indistinguishable from each other if not consequent to each other. Although Logos and God are, according to John, One, he begins his Gospel by introducing the concept of Logos and the person of God, and chooses to mention Logos before he refers to God: "In the beginning was the Word".

 Interestingly, dogmatic interpretation of John's writings instruct us that "Logos" (the Word) refers to the Christ, the Son of God. This interpretation uses the translation of the Greek "Logos" to mean "spoken Word" (as spoken by Jesus of Nazareth) but this translation ignores the other meanings of "Logos" in Greek and ignores the consequent implications as to John's intended instruction. Another interesting point we may contemplate is that although that Gospel was written in Greek, Greek was not the writer's first language. The writer searched a language foreign to his own for a word to contain the meaning he was trying to put across. In such research and translation the writer would have been aware of all the possible interpretations of the word "Logos" in Greek. Therefore it seems limiting to assume only one of the possible interpretations when reading the English translation of a Latin translation of a Greek interpretation of the writer's intent.

 Religion today instructs us that the creation Genesis refers to is the Earth, and that humankind is descended of Adam and Eve. Two thousand years ago, "creation" was the Mediterranean basin and Mesopotamia. Today we understand "creation" to be the planet Earth. Why must creation be limited to the Earth alone any more than it was limited to the Mediterranean and Mesopotamia two thousand years ago? Can the garden of Eden not be much vaster than originally or presently contemplated? Can the Earth not be a part of all creation as opposed to the creation? God, Logos, the Universe, whoever or whatever we accept as Supreme Being, has created an infinite wonder that is a Cosmos we are only just beginning to contemplate.

 The known part of the infinite universe contains billions of galaxies, each containing trillions of stars, most of them nurturing several planets of which the Earth is one. If we were to suggest that we live on the only one planet which supports life, or that we are the most intelligent of the life that may exist, or that we are the only life chosen by God to be the masters of Eden it would seem that the rest of the universe beyond this so-privileged Earth would be an awful waste of space.

 Why would it be against religion to suggest that the animals and life which were created are not limited to Mesopotamia, or the Mediterranean, or the Earth, but are to be found everywhere on trillions of planets in this vast, infinite universe from which we sprang... Maybe the descendants of the first beings who tasted the "fruit of knowledge" from the "tree of life" are not only us, humans, but include many, many more... millions more. Such contemplation would add to the glory of the God of Michelangelo, Raphael and John, the God of Jim Lovell, Frank Borman and our own. It would of course reduce greatly the prominence of humans, but we would then find ourselves at a place far more glorious and magnificent than we ever imagined, our potential far more fitting to our creator.

 Why would it be blasphemy to suggest that the God Who created us in His likeness is the universe of which we are part, of which we come, and which we have begun to understand? the God who in Genesis 3:22 is quoted to have said: Behold, the man is become as one of Us, to know good and evil: and now, lest he put forth his hand, and take also of the tree of life, and eat, and live forever.


 Ever since human beings stared at the night sky in fear, and wondered what those distant points of light might be, our species has been on a journey of discovery. Our most fundamental questions have been "who are we?", "where are we?" and "why are we?".

 More often than not these questions have been overshadowed by the need to survive, to find food and shelter, to cure illness. Almost always, the need for comfort and the fear of all that is unknown, were soothed by answers that suggested a father, a brother, a friend, who would shelter us and help us in our times of need. We have given many faces to that father but we have never dared to believe that His face may be our own. The concept that our creator is the universe itself, and that all religions are but bridges, to bridge the gap between ourselves and perfect knowledge spanning the abyss of what it is we do not yet comprehend, is a concept that causes enough fear and misunderstandings as to be considered an attack on what most of the people in this world hold dear.

 The circumference of the round earth was accurately measured over one hundred years before Jesus. Atomic theory was proposed 400 years before Jesus. Today we have the tools to look at the earth from space and measure its circumference. Today we can wield the awesome power of the atom. But we are no further now, in taking the steps necessary to reconcile philosophy, religion and the reality of the universe of which we are part, then we were then.

 Science and learning were subdued for one thousand years during what we refer to as "The Dark Ages". Today, science and knowledge could have been one thousand years ahead of where we are, had it not been for that period in human affairs. It does seem, at times, that the darkness of that age is still with us, within us, in our hearts and souls for the need for comfort and shelter. Yet, we have always been travelers, adventure seekers, asking questions and inventing answers. Perhaps the light of knowledge and the darkness that comes from the need of comfort do co exist. Perhaps we see full well the staircase that we may ascend but the comfort of the step on which we stand dilutes our resolve to climb further. Once in a while one of us looks up and boldly tries to take that next step. It is a slow process marred by wars, persecution and hatred, distorted by our nightmares, illuminated by our collaborations, fueled by our dreams.

 But despite all the fear and denial that such a proposition would cause, wouldn’t it be perfect beauty if we were to believe that the Garden of Eden is the Universe itself and the fruit of knowledge our sustenance in our journey to know God, and meet other travelers like us along the journey.

 Is it not, after all, the journey that matters? Is it not true, sometimes, that the journey often turns out to be the destination?

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Ένας άγνωστος επίλογος γιά το διήγημα Σέργιος και Βάκχος




Την αγάπη για το κορυφαίο διήγημα και ντοκουμέντο της Ρωμιοσύνης μου έδωσε ο πατέρας μου, που το είχε κάνει δικό του από την έκδοση του, μόλις είχα γεννηθεί. Το διαβάζω συχνά. Πριν δύο χρόνια, τρεις εβδομάδες πριν τον θάνατό του, και καθώς κάθονταν δίπλα στην μητέρα μου που μόλις είχε γυρίσει σπίτι στην Αθήνα από το νοσοκομείο, τους διάβασα ένα κάτι που είχα γράψει εκείνο το απόγευμα. Ο πατέρας μου δάκρυσε και μετά από σκέψη ψιθύρισε ότι του Καραγάτση θα του άρεσε και θα τον ευχαριστούσε. Μου ζήτησε να το τυπώσω για να το έχει. Του το έστειλα όταν γύρισα στην Αμερική, μα τον φάκελο τον έλαβα και τον άνοιξα εγώ όταν επέστρεψα για την κηδεία. Έβαλα το χαρτί διπλωμένο στην εσωτερική τσέπη του κουστουμιού του για να το έχει όπως είχε ζητήσει. Η μητέρα μου τον ακολούθησε τέσσερις μήνες αργότερα.

Σκέφτηκα ότι ίσως να σας διασκέδαζε να διαβάσετε το τελευταίο, άγνωστο κεφάλαιο του διηγήματος του Καραγάτση, Σέργιος και Βάκχος.





ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Γραμμένος το Μάρτιο του 2007

Ενα ακόμη θαύμα
των Αγίων Σέργιου και Βάκχου










Εξήντα χρόνια είχαν περάσει από τότε που οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος πήραν το δρόμο από την αυλή τους για να γυρίσουν στον Παράδεισο. Η εκκλησία που τους είχε χτίσει ο Ιουστινιανός, από όπου παρακολούθησαν και πόνεσαν με τις τύχες της Ρωμιοσύνης για πάνω από εννιακόσια χρόνια, τζαμί τώρα για πέντε αιώνες, καθόταν μόνη αλλά πάντα όμορφη και επιβλητική, στην άκρη της θάλασσας της Προποντίδας.

Άλλο ναό οι άνθρωποι δεν τους είχαν χτίσει, και το ξωκλήσι τους στην Μάνη ρήμαξε σιγά-σιγά με τους αιώνες. Τα ονόματα των δύο φίλων σπάνια έρχονταν στο στόμα κανενός, ξεχασμένα στο χρόνο όπως ήταν με την παλιά δόξα της πόλης του Κωνσταντίνου, του Θεοδόσιου, του Ιουστινιανού, του Βασιλείου, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων.

Και στον Παράδεισο κανείς πια δεν τους πολυέβλεπε. Μετά από τις πρώτες συναντήσεις στην επιστροφή τους, και αφού γρήγορα ο Βάκχος βαρέθηκε να εξιστορεί τα όλα όσα είχαν δει και ο Σέργιος δεν έβρισκε ανταπόκριση στις ιδέες του περί πολιτικής, οι δύο φίλοι άρχισαν να χάνονται από την καθημερινή κίνηση και ούτε στο Μέγα Δικαστήριο πατούσανε ποτέ. Καμιά φορά ο Παύλος υποψιαζόταν μπας και οι δύο λεγεωνάριοι άγιοι το έσκαγαν πού και πού για ταξιδάκια ανεπίτρεπτα αλλά πάντα αποφάσιζε να μη ρωτήσει τίποτα τον Μιχαήλ για το πού να είναι οι δυό τους και να αφήσει το θέμα στη σιωπή που ήταν σίγουρος ότι ο Σέργιος και ο Βάκχος θα προτιμούσανε να μείνει.

Ήταν καλοκαίρι του έτους δύο χιλιάδες επτά στην Πόλη, ένα πρωινό που πολλοί τουρίστες δεν είχαν βγεί ακόμη από τα ξενοδοχεία τους καί ο ήλιος έλουζε το εσωτερικό του ναού με φώς θείο μέσα από τα παράθυρα που είχαν σχεδιάσει γι' αυτό το σκοπό ο Ισίδωρος και ο Ανθέμιος. Δύο άντρες δρασκέλισαν την είσοδο και με δέος και κατάνυξη στάθηκαν κάτω από τον τρούλο κοιτώντας γύρω τους. Ο ένας ήταν νέο παιδί, ψηλός, αμούστακος ακόμη, και ο άλλος μεγάλος σε ηλικία, κοντούλης και παχουλός με ένα γένι άσπρο σε σημεία σαν αλάτι και πιπέρι.

Ο κοντούλης μίλησε πρώτος σε γλώσσα εγγλέζικη, με προφορά που πρόδινε Ελληνική καταγωγή:
ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ: Έτοιμος γιέ μου;
Ο γιός κοίταξε γύρω του προσεκτικά για να δεί πως δεν τους έβλεπε κανείς και έβγαλε από το πανωφόρι του ένα κερί κίτρινο από μέλισσα και το έδωσε στον πατέρα του.
ΝΕΟΣ: Καν' το τώρα !

Το παλικάρι στάθηκε μπροστά στον πατέρα του προστατεύοντάς τον από μάτια ανεπιθύμητα και ο κοντούλης με το γένι έβγαλε από την τσέπη του ένα αναπτήρα και άναψε το κερί κρατώντας το κοντά στο στήθος. Οι δυό τους κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν καθώς ο ναός άρχισε να γεμίζει με την ευωδιά της ορθοδοξίας, μα γρήγορα ανησύχησαν μήπως τα ρουθούνια τους δεν ήταν τα μόνα που ευφραίνονταν από την ωραία στιγμή. Στάθηκαν πάντως τη θέση τους κάτω από τον τρούλο με το κερί να καίει σιγά-σιγά ανάμεσά τους.








Ούτε πατέρας ούτε γιός κατάλαβαν πώς και πότε ο Ιμάμης του τζαμιού βρέθηκε να στέκεται δίπλα τους.
ΙΜΑΜΗΣ: Τι κάνετε εδώ παρακαλώ;
ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ: Καλημέρα σας.
ΓΙΟΣ: Γιά σας, είπε αμήχανα.
Ο Ιμάμης έκρυψε ένα χαμόγελο σε μιά έκφραση αυστηρή.
ΙΜΑΜΗΣ: Δεν ξέρετε ότι άνθρωποι έχουν πεθάνει για πράξεις μικρότερες από αυτό που κάνετε; Πού είναι ο σεβασμός σας και η φρόνησή σας;
ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ: Έδωσα μία υπόσχεση που έπρεπε να κρατήσω και ο γιός μου από ’δω με βοηθάει να την φέρουμε σε πέρας.
ΙΜΑΜΗΣ: Σας ακούω!
ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ: Να, βλέπετε, ήταν κάμποσοι μήνες τώρα, ήμασταν στο σπίτι μας στην Αμερική και μας τηλεφώνησαν ότι η μητέρα μου είχε μπεί εσπευσμένα σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Αμέσως πήραμε το αεροπλάνο. Πήγαμε να την δούμε έτσι όπως υπέφερε από δύσπνοια και πόνους σε ένα δωμάτιο με έξι άλλες ασθενείς.

Μια ζωή είχε μια καλή καρδιά που είχε φαίνεται κουραστεί και τα πνευμόνια της δεν έπαιρναν πολύ αέρα και τα κόκαλα της πονούσαν στην πλάτη από την αρρώστια. Τα μάτια του κοντούλη κοίταξαν γύρω στο φως και τις σκιές της εκκλησίας που ήταν τώρα τζαμί, και συνέχισε:

Μέρα με τη μέρα άρχισε να γίνεται καλύτερα και μετά από μιά βδομάδα οι γιατροί την θεώρησαν έτοιμη για μια εξέταση δύσκολη στα πνευμόνια, που έβαλαν και έκαναν μια Δευτέρα πρωί. Μετά όμως από την εξέταση η υγεία της αμέσως χειροτέρεψε. Σε λιγότερο από δύο μέρες δεν μπορούσε πιά να αναπνεύσει έχανε την μιλιά της και ο νούς της έφευγε μακριά.

Το βράδυ της Τετάρτης πέθαινε με δύσπνοια στα χέρια μου. Έφευγε. Και έβαλα εκείνη τη στιγμή τους γιατρούς να την κρατήσουν τεχνητά στη ζωή, σε κώμα, με μια μηχανή οξυγόνου και σωλήνες, με την προσευχή να γίνει ένα θαύμα στο λίγο χρόνο που μας αγόραζε η επιστήμη.

Για τέσσερις μέρες έψαχνα γιατρούς, τηλεφωνούσα, μίλαγα, ελπίζοντας γι' αυτό το θαύμα. Στο τέλος, το Σάββατο, απογοητευμένος και φοβισμένος για το αναπόφευκτο τηλεφώνησα σε ένα φίλο μου παλιό να του πω τα καθέκαστα, έτσι να μιλήσουμε. Ο φίλος μου αυτός μου έδωσε το τηλέφωνο ενός γιατρού χειρούργου και μου είπε να του μιλήσω αμέσως.

Πράγματι, του μίλησα τη στιγμή εκείνη και εκείνος μου είπε ότι είναι γιατρός στρατιωτικός στο ναυτικό νοσοκομείο της Αθήνας και ότι είχε ένα φίλο καλό, επίσης στρατιωτικό που εργαζόταν στο νοσοκομείο που ήταν η μητέρα μου.

Το επόμενο πρωινό, Κυριακή ώρα έντεκα καθώς σχολνούσαν οι εκκλησίες στην Ελλάδα όλη, ήρθαν οι δύο φίλοι στρατιωτικοί και με συνάντησαν πλάι στη μητέρα μου. Για δύο ώρες την εξέτασαν, κοίταζαν το ιστορικό της, μιλούσαν με τους γιατρούς του νοσοκομείου, και κατά τις μία το απόγευμα με πήραν σε μια γωνιά μακριά από τα αυτιά των άλλων γιατρών και μου είπαν τι νομίζουν, τι πρέπει να κάνουμε. Τους άκουσα και μιλήσαμε και συζητήσαμε την πορεία που μπορεί να έσωζε τη μητέρα μου, και στο τέλος τους είπα να προχωρήσουν, να την πάνε σε άλλο νοσοκομείο, να κάνουν ό,τι πρότειναν για να σωθεί.

Συμφωνήσαμε και μ΄ αφήσανε εκεί για να πάν εκείνοι να κάνουν όσα έπρεπε. Και, εκείνη τη στιγμή, καθώς τους είδα, το γιατρό που είχα καλέσει, ψηλό, ευγενικό, με πρόσωπο αυστηρό, και το φίλο του, πιο γεμάτο και καλόκαρδο, χωρατατζή, να απομακρύνονται από μένα προχωρώντας στο διάδρομο με βήμα ταχύ και σταθερό, δίπλα-δίπλα, να μιλάνε με τους γιατρούς και να δίνουν οδηγίες... κατάλαβα.

Και υποσχέθηκα εκείνη τη στιγμή ότι θα πάρω το γιο μου και θα έρθουμε στον ναό τους στην Πόλη να κάψουμε ένα κερί ορθόδοξο.

Ο κοντούλης σταμάτησε να μιλάει κρατώντας το κερί εκεί στο στήθος του κοντά, να καίει ακόμα. Ο γιος του κοίταζε πότε τον Ιμάμη, πότε τον πατέρα του, περιμένοντας.

ΙΜΑΜΗΣ: Και η μητέρα σας;
ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ: Εκείνη τη μέρα την πήγαμε σε άλλο νοσοκομείο. Ο γιατρός έβαλε το επιτελείο το δικό του και σε τρείς μέρες την ξύπνησαν. Σε δέκα μέρες γύρισε στο σπίτι. Εκεί είναι τώρα, στην Αθήνα, και μας περιμένει.

Ο Ιμάμης κοίταξε το γιό, μετά τον πατέρα, και η αυστηρή του έκφραση πρόδωσε το χαμόγελο που έκρυβε. Μετά το πρόσωπό του έγινε ήρεμο και ειρηνικό. Και τότε ο Ιμάμης ένωσε τα τρία δάχτυλα του δεξιού του χεριού και με απλότητα και ευλάβεια έκανε με το χέρι του στους ώμους του και στο κεφάλι το σημείο του ορθόδοξου σταυρού.
ΙΜΑΜΗΣ: Ο θεός είναι μεγάλος.

Ο κοντούλης έμεινε άναυδος με δέος για την πράξη αυτή του Μουσουλμάνου κληρικού και σκέφτηκε ότι περνούσε μια στιγμή, από τις σπάνιες στιγμές, τις φευγάτες ανάμεσα στους ανθρώπους, που η απλότητα του μεγαλείου του Θεού λάμπει μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ράτσα η θρησκεία.

Και τότε, ο κοντούλης έδωσε το κερί στο γιό του για το κρατήσει, έπεσε στα γόνατα πρός την Ανατολή, έβαλε τις παλάμες του στο μάρμαρο του δάπεδου ανοιχτές μπροστά του, έσκυψε και με το μέτωπο άγγιξε το πάτωμα. Μετά σηκώθηκε σιγά, και στάθηκε απέναντι στον Ιμάμη.
ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ: Ο Θεός είναι μεγάλος.




Πέρασε η ώρα, είχε τελειώσει το κερί, πατέρας και γιός και Ιμάμης έφυγαν. Είχε φτάσει μεσημέρι, το τζαμί είχε γεμίσει τουρίστες. Πάνω ψηλά στον τρούλο, το φως από τα παράθυρα έπαιζε με τα τελευταία ίχνη άσπρου καπνού από το κερί. Ένα από αυτά τα ίχνη του καπνού ταράχτηκε προς στιγμή, αιθέριο όπως ήταν, καθώς πέρασε δίπλα από την πανέμορφη λευκή φτερούγα του Μιχαήλ.

Ο Αρχάγγελος είχε μείνει όλη αυτή την ώρα πάνω κεί χαμογελώντας με την απλότητα του κοντούλη και τη σοφία του Ιμάμη, και με την θύμηση των όσων άλλων είχαν συμβεί στην εκκλησία αυτή τα τελευταία χίλια πεντακόσια χρόνια.

Και με το χαμόγελο αυτό γραμμένο στο άηλο πρόσωπό του, άπλωσε τις φτερούγες του και πήρε το δρόμο να πεί στο Σέργιο και τον Βάκχο την ιστορία αυτή, λές και δέν την ήξεραν κιόλας.

Πού θα πήγαινε όμως να τους βρεί, μόνο ο ίδιος και μόνο οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος ήξεραν. Και ο Μεγαλοδύναμος.




Τέλος






~


Αυτά πού καμμιά φορά πιστεύουμε για θαύματα Θεού ή Αγίων είναι τα γεγονότα πού προτιμάμε να μήν εξηγήσουμε με τρόπο άλλο, μή και χαθεί στην εξήγησή μας το φώς και η αγάπη πού το κάθε τέτοιο γεγονός προσθέτει στην αβαιβεώτητα της ζωής μας.

Κι’άν υπάρχουν τόσοι θεοί όσοι άνθρωποι που γεννήθηκαν, σκέφτηκαν και έφηγαν –οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν μα η ανθρωπιά μένει, αυτό που ενώνει όλους σε Ένα μπορεί νά’ναι το γνώριμο χαμόγελο που βρίσκει ο ένας σ’ αυτά που πιστεύει ο άλλος όταν είναι πλήσια –μιά θρησκεία, ένα δόγμα: μιά παράδωση, μιά ταυτότητα. Ταυτότητα σαν κι’αυτή που ο Σέργιος και ο Βάκχος –αξιωματικοί στις λεγεώνες του Μαξιμιανού που τους θανάτωσε για τις σκέψεις τους όταν δέν τις αρνήθηκαν, βρήκαν στους αιώνες που πέρασαν πλάϊ στη Ρωμιοσύνη μέσα στό διήγημα του Καραγάτση.

Εξαρτάται απο τον καθένα να κρατά τα «θαύματα» αυτά μέσα του αφήνοντας τα άλλα όλα να φορτώνουν τα συρτάρια και τα ντουλάπια της πείρας.

Στην περίπτωση των γονιών μου, η διήγηση που έκανε ο κοντούλης στον Ιμάμη είναι αληθινή, μα το προσκήνημα στο ναό Τους δέν έγινε γιατι το καλοκαίρι εκείνο είχαν πιά φύγει και οι δύο στα χέρια γιατρών άλλων –όχι σ’αυτά των δύο φίλων στρατιωτικών που είχαν σώσει τη μάνα μου.

Μα δεν έχει και τόση σημασία που δεν άναψε (ακόμα) το κερί στην Πόλη –το προσκύνημα έγινε, ίσως, όταν γράφτηκε το κείμενο αυτό, όταν ήταν και οι δυό τους σπίτι πάλι, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου στον καναπέ.

Ο πατέρας μου μπήκε μετά στο νοσοκομείο και, επειδή το εύρισκε δύσκολο να κοιμηθεί, ένας γιατρός τού έδωσε να πιεί καταπραυντικό παρά το ότι είχε καρδιά. Εφυγε δεκαπέντε λεπτά μετά το χάπι, μόνος του.

Η μητέρα μου, τρείς μήνες μετά, στη μέση μιάς χημιοθεραπείας, έπαθε κρίση πανικού και κλειστοφοβίας από την οποία έπασχε. Τότε ο γιατρός της, τής έδωσε καταπραυντικό ενδοφλέβιο παρά το ότι είχε την καρδιά της και πρόβλημα αναπνευστικό. Επεσε σε κώμα λίγες ώρες μετά και πέθανε σε τέσσερεις βδομάδες χωρίς ποτέ να ξυπνήσει παρά το ότι ο γιός της και ο εγγονός της την κουβέντιαζαν καθημερινά στην εντατική που ήταν.

Άξιο να σημειωθεί ότι οι γονείς μου γεννήθηκαν την ίδια χρονιά, η μητέρα μου τέσσερεις μήνες μετά από τον πατέρα μου, και έφηγαν εβδομήντα δύο χρόνια αργότερα, η μητέρα μου τέσσερεις μήνες μετά από τον πατέρα μου.

Τον Απρίλιο του επόμενου χρόνου, απ’όπου να με κοίταζαν, μ’έστειλαν στον δρόμο τον τυχαίο πού μ’έφερε στην σημερινή μου καινούργια οικογένεια, στην γυναίκα πού έψαχνα τόσα χρόνια χωρίς να ξέρω πως υπάρχει, στόν πατέρα και τη μάνα πού βρήκα ένα χρόνο αφού έχασα τους δικούς μου.

Άλλο ευχαριστώ δεν ήξερα, ή δεν έτυχε, να δώσω, απ’αυτό το απλό χαμόγελο στον Καραγάτση.


Απρίλιος 2009



Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

ΕΣΤΙΑ - ΗΟΜΕ


San Benedetto in Alpe, Acquacheta                           

Dante, Inferno, Canto XVI, 94-105

Καθώς το ποτάμι εκείνο, που πηγάζει
πρώτα από το Όρος Βέσο προς την ανατολή
στην αριστερή πλαγιά των Απεννίνων,
που λέγεται Ακουακέτα ψηλά, πριν
να βυθιστεί προς την κοιλάδα όπου ‘εχει την κοίτη του
και στο Φορλί δεν έχει πια το όνομα αυτό,
βροντά με θόρυβο από τα βοσκοτόπια
πέφτοντας μονομιάς εκεί, πάνω από το Σάν Μπενεντέτο
όπου θα πρέπει να δέχεται νερό από χίλιους χείμαρρους,
έτσι προς τα κάτω από ένα γκρεμό
βρήκαμε το σκούρο του νερό να θορυβεί
έτσι ώστε σύντομα θα πόναγαν τα αυτιά.


The waterfall of Acquacheta, near San Benedetto in Alpe.



Come quel fiume c’ha proprio cammino
prima da Monte Veso inver levante,
dalla sinistra costa d’Appennino,
che si chiama Acquacheta suso, avante
che si divalli giù nel basso letto,
e a Forlì di quel nome è vacante,
rimbomba là sovra San Benedetto
dell’Alpe per cadere ad una scesa
ove dovrìa per mille esser recetto;
così, giù d’una ripa discoscesa,
trovammo risonar quell’acqua tinta,
sì che ’n poc’ora avrìa l’orecchia offesa.

~~~

That river, that springs
first from Monte Veso to the east,
on the left slope of the Apennine,
is called Acquacheta up high, before
it sinks valleyward into its low bed,
and at Forli no longer has that name,
reverberates there near San Benedetto
falling from the Alpe with a single leap
fed perhaps by a thousand torrents;
thus, down from a precipitous bank
we found that dark water resounding,
so that it would have shortly hurt the ears.

~~~