Είχα γράψει την προηγούμενη ανάρτηση για αποχαιρετιστήρια, αλλά τελικά δεν μπορώ να μην την
βγάλω τούτη εδώ σήμερα από μέσα μου, κι έτσι θα σας αφήσω με την παρούσα καθώς
φεύγουμε από την Ελλάδα.
Ο κύριος Βασίλης είναι
έντεκα χρόνια μικρότερός μου και δεν τον λένε Βασίλη. Βασίλης είναι το όνομα
που διάλεξε για πιο εύκολο για τους Έλληνες. Έχει γκρίζα μαλλιά που ασπρίζουν
αισθητά αλλά είναι χτενισμένος, περιποιημένος και καθαρός. Ζει με την γυναίκα
του στο διαμέρισμα του κήπου που τους νοικιάζουμε για 200 Ευρώ τον μήνα. Ο
κύριος Βασίλης είναι άνεργος πάνω από χρόνο και η γυναίκα του εργάζεται προσέχοντας
μια ηλικιωμένη κυρία για 200 Ευρώ τον μήνα
Τις τελευταίες
τρείς μέρες ο φίλος μου ο Παναγιώτης (Παναγιώτης είναι το «Ελληνικό» του όνομα)
και ο φίλος του ο Βασίλης κάνανε δουλειές και μερεμέτια για μας, εδώ, και εχτές
έδωσα στον φίλο μου τον Παναγιώτη τα 130 Ευρώ για υλικά, και μου έδωσε τις αποδείξεις
από το Praktiker, και του
έδωσα και 280 Ευρώ για δύο ανθρώπους για τρεις μέρες δουλειά, όπως ζήτησε. Ποτέ δεν κάνω παζάρια. Μετά όμως βρήκαμε
ότι ο Βασίλης είχε αφήσει την ΔΕΗ να φτάσει σε ειδοποίηση διακοπής ηλεκτρικού
για το διαμέρισμα, 383 Ευρώ, και μας χρωστούσε και 464 Ευρώ νοίκι. Κάλεσε την
γυναίκα του και κάτσαμε όλοι μαζί να δούμε τι θα κάνουμε. Ο Παναγιώτης έβγαλε
από το πορτοφόλι του τα λεφτά που του είχα μόλις δώσει για τα υλικά που είχε
πληρώσει, και για τα εργατικά τους, και μου έδωσε 400 Ευρώ να πληρώσω τον λογαριασμό της
ΔΕΗ του φίλου του, του Βασίλη.
Ο κύριος Βασίλης μας
τηλεφώνησε σήμερα το απόγευμα να έρθει να μιλήσουμε και του είπαμε να έρθει
όποτε θέλει. Κάτσαμε στο σαλόνι και τον κεράσαμε καφέ Ιταλικό ή Κόκα Κόλα αλλά
δεν ήθελε τίποτα. Ήταν στενοχωρημένος. Μας είπε ότι μιλήσανε από χθες όλη μέρα
σήμερα με την γυναίκα του και αποφασίσανε ότι δεν έχουν άλλη εκλογή από το να
γυρίσουνε στην Βουλγαρία μετά από 8 χρόνια στην Ελλάδα γιατί δεν έχουν λεφτά.
Είπε ότι θα ζούσαν με τους γονείς του στην αρχή και ότι θα έψαχνε δουλειά.
Η Μαργαρίτα του
είπε ότι είναι καλή επιλογή γιατί η Βουλγαρία έχει αρχίσει να ανεβαίνει σαν
χώρα και τα πράγματα να καλυτερεύουν, και τους ευχηθήκαμε καλή τύχη με όλη μας την
καρδιά.
Είπε ότι θα
μπορούσε σε λίγες βδομάδες να βρει μια καλή δουλειά με 350-400 Ευρώ τον μήνα
και ότι θα μας ξεπληρώνανε σε τρεις-τέσσερεις μήνες τα 464 Ευρώ νοίκι που μας χρωστάνε.
Γύρισα και άρχισα
να μιλάω με την Μαργαρίτα στα Αγγλικά, θέλοντας να της εξηγήσω τι είπε ο κύριος
Βασίλης και ότι δεν πιστεύω ότι θα μπορέσει ποτέ να ξεπληρώσει και ότι δεν θέλω
να σφίξω το χέρι ενός ανθρώπου για κάτι που ξέρουμε και οι δύο ότι δεν
πρόκειται να γίνει, αλλά η Μαργαρίτα με διέκοψε λέγοντάς μου ότι συμφωνεί μαζί μου.
Γύρισα προς τον
κύριο Βασίλη και του είπα ότι και η Μαργαρίτα και εγώ το συζητήσαμε τώρα και
θέλουμε να πούμε και σε εκείνον και στην γυναίκα του ότι από αυτήν την στιγμή
δεν μας χρωστάνε τίποτα και να ξεκινήσουν την καινούργια τους ζωή καλά και να
είναι ευτυχισμένοι.
Τότε, ο κύριος
Βασίλης, στην πολυθρόνα που καθότανε, άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί. Όταν
σταμάτησε τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και κοίταζαν κάτω. Μετά κοίταξε εμάς
και μας είπε ότι δεν ξέρει τα Ελληνικά λόγια να μας πει αυτά που θέλει να πει.
Του απήντησα ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος που ξέρουμε για να δείξουμε ότι
εννούμε πραγματικά τις ευχές για επιτυχία και ευτυχισμένη ζωή.
Ο άνθρωπος κάθισε
και μας μίλησε ώρα για την ζωή του, λες και δεν είχε μιλήσει με ανθρώπους
χρόνια. Σε κάποια στιγμή είπαμε εμείς ότι η Ελλάδα θα κάνει 15-20 χρόνια να βρει
τον δρόμο της αλλά ο κύριος Βασίλης είπε πως πιστεύει ότι αυτό θα γίνει πιο
γρήγορα, γιατί η Ελλάδα, είπε, είναι το καλύτερο οικόπεδο της Ευρώπης. Μας μίλαγε
για το πώς στην Βουλγαρία η οικονομική αστυνομία δίνει επί τόπου πρόστιμα σε
όσους πελάτες και μαγαζάτορες κάνουν συναλλαγές χωρίς αποδείξεις. Πως οι
ταμιακές μηχανές είναι αυτόματα συνδεδεμένες ηλεκτρονικά με την εφορία. Στην
Βουλγαρία. Πως όποιος πιάνεται με ψευδή δήλωση, ή πληρώνει το σωστό ποσό αμέσως
ή πάει φυλακή.
Λίγο πριν φύγει μας
είπε ότι στα χρόνια που πέρασε στην Ελλάδα εργάστηκε πολύ για πολλούς
ανθρώπους. Είπε ότι «συνάντησε τρεις Έλληνες που δεν του φέρθηκαν σαν να ήταν
σκυλί ή ένα ζώο».
Προς τιμή του, δεν
είπε αν εγώ ήμουν ένας από αυτούς τους τρεις, όποιοι και να ήταν. Πάντως, καθώς
του έλεγα «από αυτήν την στιγμή δεν μας χρωστάτε τίποτα», αισθάνθηκα μέσα μου
μια δύναμη που με έκανε να ντραπώ. Δεν είμαι σίγουρος γιατί.
Ότι χρειάστηκε να
μάθω για την ζωή το έμαθα από τον Νονό I, II και III. Στον Νονό III, ο επίσκοπος
που είχε κλέψει 700 εκατομμύρια δολάρια από την τράπεζα του Βατικανού είπε στον
Μάικλ Κορλεόνε: «Φαίνεται ότι η δύναμη να δώσει κανείς άφεση οικονομικού χρέους είναι μεγαλύτερη
από την δύναμη να δώσει άφεση αμαρτιών»