Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Είδηση




Όταν μια εφημερίδα μπορεί να παύσει έναν πρόεδρο.






Μια κληρονομιά πουλήθηκε. Η κληρονομιά δεν ήταν οικονομική αλλά πολιτιστική. Και ο αγοραστής αντιπροσωπεύει ότι είναι άμεσα σχετιζόμενο με την πολιτιστική και επιχειρηματική εξέλιξη της ανθρωπότητας του εικοστού πρώτου αιώνα.

Μια από τις δυό-τρεις έγκυρες εφημερίδες του κόσμου η Ουάσιγκτον Ποστ, πουλήθηκε στον ιδρυτή της Amazon.com, Τζεφ Μπέζος. Η αγορά δεν έγινε από την Amazon αλλά από τον ίδιο τον κύριο Μπέζος, προσωπικά.

Η τιμή πώλησης ήταν  250,000,000 δολάρια (195,000,000 Ευρώ), μετρητά. Ο κύριος Μπέζος έχει προσωπική περιουσία κάπου 22 με 25 δισεκατομμύρια δολάρια (18-20 δισεκατομμύρια Ευρώ), δηλαδή, για να έχουμε λίγη προοπτική, η προσωπική αξία του κυρίου Μπέζος είναι το 5% του χρέους της Ελλάδας και αγόρασε την εφημερίδα Ουάσιγκτον Ποστ για ποσό μετρητών από την τσέπη του αντίστοιχο του 6% της δόσης που πήρε η Ελλάδα τον Ιούλιο. Ο κύριος Μπέζος έφτασε να έχει περιουσία 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων ξεκινώντας από το μηδέν από ένα γκαράζ πριν 19 χρόνια. Είκοσι άτομα σαν τον κύριο Μπέζος, μαζί, θα μπορούσαν να αγοράσουν την Ελλάδα.

Ο Τζεφ Μπέζος λέγεται ότι αντιπροσωπεύει το καλύτερο πρόσωπο της ιδεολογίας των Libertarian, όπου το ζητούμενο είναι προσωπική ελευθερία και λιτό, ελεγχόμενο από τους πολίτες κράτος, αντί για τον αναρχο-καπιταλισμό χωρίς κράτος που αποζητούν οι πιο ακραίοι και ψυχολογικά προβληματικοί των Libertarian. Ο Μπέζος λέγεται ότι δεν μπλέκει πολιτική, προσωπικά πιστεύω, και μπίζνες. Έχει κατά βάση εφεύρει την διοχέτευση προϊόντων εστιαζόμενη στην προτίμηση του κάθε καταναλωτή. Επίσης, έχει δώσει πολλά παραδείγματα εθελοντισμού και σεβασμού προς ιδέες μεγαλύτερες οποιουδήποτε ενός ανθρώπου. Πρόσφατα χρηματοδότησε την ανεύρεση και ανέλκυση από τον πυθμένα του Ατλαντικού του πρώτου σταδίου του πυραύλου Κρόνος V που έστειλε την αποστολή Απόλλων 11 στην σελήνη.

Σχετικά με τις εφημερίδες δεν έχει εκφέρει ποτέ γνώμη πολιτική ή άλλη, εκτός του να πει ότι τις διαβάζει και ότι σε είκοσι χρόνια δεν θα υπάρχουν πια έντυπες εφημερίδες σε χαρτί.

Η Ουάσιγκτον Ποστ και οι Τάιμς της Νέας Υόρκης είναι οι δύο εφημερίδες που ακόμα και σήμερα αντιπροσωπεύουν ότι καλύτερο παραμένει στην δημοσιογραφία. Σε μια εποχή όπου παλιρροιακό κύμα πληροφοριών κατακλύζει χωρίς κανέναν έλεγχο ποιότητας ή εγκυρότητας μέσα σε δευτερόλεπτα εφτά δισεκατομμύρια μυαλά τα οποία δεν έχουν πλέον την παιδεία να επεξεργαστούν τις πληροφορίες και την σημασία τους, υπάρχουν αυτές οι άγκυρες στις οποίες δίνουμε την εμπιστοσύνη μας και οι οποίες καθημερινά αποδεικνύονται άξιες εμπιστοσύνης.

Η Ουάσιγκτον Ποστ ιδρύθηκε το 1877 από τον Stilson Hutchins. Αγοράστηκε σε δημοπρασία για 825 χιλιάδες δολάρια το 1933 από τον Eugene Meyer. Μέσω του γαμπρού του Meyer, Philip Graham, στον οποίον μεταβίβασε την εφημερίδα το 1946, η Ουάσιγκτον Ποστ παρέμεινε στην οικογένεια μέχρι σήμερα.

Ο χρυσός αιώνας της έφτασε στην ακμή του με τον αρχισυντάκτη Ben Bradlee ο οποίος  κατείχε την θέση από το 1968 ως το 1991 και επόπτευσε την δημοσιογραφία των Bob Woodward και Carl Bernstein ("Woodstein") σχετικά με μια διάρρηξη που έγινε στις 17 Ιουνίου του 1972 στα γραφεία της έδρας της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος στο κτήριο Watergate.

Αν και η πολιτικοί του σήμερα κάνουν το Γουώτεργκέητ και τον Λευκό Οίκο του Νίξον να φαίνονται σαν παιδάκια που βάζαν τρικλοποδιές στην αυλή του Δημοτικού, τα χρόνια εκείνα αντιπροσωπεύουν ένα από τα λαμπρότερα παραδείγματα του τι πρέπει να σημαίνει δημοσιογραφία. Η Ουάσιγκτον Ποστ ποτέ δεν απογοήτευσε.

Το ιστορικό και ενεργητικό του Τζεφ Μπέζος συμβάλει στην ελπίδα ότι θα καταφέρει να διευκολύνει την μετάβαση της διοχέτευσης της δημοσιογραφίας από τον εικοστό στον εικοστό πρώτο αιώνα χωρίς να χαθεί η αντικειμενικότητα, η εγκυρότητα και ο σεβασμός προς την είδηση και την σημασία της --κι ας μην ενδιαφέρεται πλέον κανείς να την κατανοήσει.





Η Κάθαριν Γκράαμ (αριστερά) και ο Μπεν Μπράντλη (δεξιά). Στην μέση αριστερά, από αριστερά, ο Καρλ Μπέρνστήν και ο Μπομπ Γούντγουαρντ την εποχή του Γουώτεργκέητ.







Δεξιά, οι αληθινοί Γούντγουαρντ και Μπέρνστήν. Αριστερά οι Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Ντάστιν Χόφμαν στην ταινία "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου".





Ο Τζεφ Μπέζος δημοσίευσε μια επιστολή προς τους υπαλλήλους του Ποστ. Έγραψε μεταξύ άλλων ότι "Οι αξίες του Ποστ δεν χρειάζεται να αλλάξουν. Το καθήκον της εφημερίδας θα παραμείνει προς τους αναγνώστες της και όχι προς τα ιδιωτικά συμφέροντα των ιδιοκτητών. Θα εξακολουθήσουμε να ακολουθούμε την αλήθεια οπουδήποτε και αν μας οδηγεί, και θα εργαστούμε σκληρά στο να μην κάνουμε λάθος. Όταν κάνουμε λάθος θα το παραδεχόμαστε γρήγορα και πλήρως".

Έγραψε επίσης ότι "Η δημοσιογραφία παίζει έναν απόλυτα κρίσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία (...) Θα ήθελα να ξεχωρίσω δύο είδη κουράγιου τα οποία οι Γκράαμ [Grahams --ιδιοκτήτρια οικογένεια του Ποστ] έχουν επιδείξει σαν ιδιοκτήτες και τα οποία ελπίζω να διοχετεύσω και εγώ: Το πρώτο είναι το κουράγιο να πει κανείς περίμενε, σιγουρέψου, πήγαινε πιο σιγά, βρες άλλη μια πηγή [για μια είδηση]. Το δεύτερο είναι το κουράγιο να ακολουθήσει κανείς μια είδηση ανεξάρτητα κόστους. Αν και ελπίζω να μην με απειλήσει κανείς ποτέ ότι θα βάλει κάποιο μέρος του σώματός μου στον στίφτη, αν με απειλήσουν, χάριν του παραδείγματος της κυρίας Γκράαμ, θα είμαι έτοιμος".

Ο Μπέζος, με το τελευταίο αυτό, απέδωσε φόρο τιμής στην εκδότρια του Ποστ Κάθαριν Γκράαμ. Το 1972, ο υπουργός δικαιοσύνης  του Νίξον, Τζων Μίτσελ, είχε απειλήσει από τηλεφώνου τον Καρλ Μπέρνστήν ότι "αν η Ποστ δημοσίευε την ανάμειξή του στο Γουώτεργκέητ, θα έβαζε τα βυζιά της κυρίας Γκράαμ στον στίφτη" (στην έκδοση της εφημερίδας το επόμενο πρωί, η λέξη "βυζιά" είχε παραλειφθεί επειδή, όπως είπε ο αρχισυντάκτης Μπεν Μπράντλη, 'η Ποστ είναι οικογενειακή εφημερίδα').



~




Παράλληλα...

Έτσι για να μην αφήνουμε τον χρόνο να απλώνει καταχνιά στα γεγονότα καθώς απομακρύνονται, αξίζει να θυμόμαστε μερικές ημερομηνίες...

17 Νοεμβρίου 1973
518 μέρες μετά το συμβάν στο κτήριο του Γουώτεργκέητ, ο Νίξον βγήκε στην τηλεόραση και μεταξύ άλλων είπε στον Αμερικανικό λαό την περήφημη πλέον φράση "Δεν είμαι απατεώνας!" (I am not a crook)

24 Ιουλίου 1974

767 μέρες μετά το συμβάν στο κτήριο του Γουώτεργκέητ, η υπόθεση United States v Richard Nixon ανακοίνωσε την απόφαση ότι ο Νίξον πρέπει να παραδώσει όλες τις μαγνητοταινίες που είχε ηχογραφήσει στο γραφείο της προεδρίας. Δέκα έξι μέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου του 1974, ο Νίξον παραιτήθηκε.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημειώσεις σχετικά με τα σχόλια:

Η Αποθήκη Σκέψης δεν δέχεται "Ανώνυμα" σχόλια, γιατί μερικοί ανώνυμοι διάλεγαν να μην υπογράφουν καν με κάποιο όνομα κάτω από το σχόλιό τους. Ενώ ούτε η μπλογκική ταυτότητα ούτε ένα όνομα γραμμένο κάτω από ένα σχόλιο σημαίνουν τίποτα, η προδίδουν κανένα πραγματικό στοιχείο, η πλήρης ανωνυμία δείχνει απλά έλλειψη οποιουδήποτε σεβασμού προς τους άλλους σχολιαστές. Ζητώ συγγνώμη για αυτήν την αλλαγή από τους φίλους που υπέγραφαν τα ανώνυμα σχόλιά τους και ελπίζω να βρείτε έναν τρόπο να συνεχίσετε να σχολιάζετε όποτε θέλετε.


Για να απαντήσετε σε μεμονωμένα σχόλια, κάντε κλικ στο λινκ "Reply" κάτω από το κάθε σχόλιο. Για να συνεχιστεί η σειρά σχετικών σχολίων κάτω από ένα συγκεκριμένο σχόλιο πρέπει να πατάτε το λινκ "Reply" κάτω από το αρχικό σχόλιο της σειράς.

Για να γράφετε ανεξάρτητο σχόλιο πρέπει να χρησιμοποιείτε το κουτί σχολίων κάτω-κάτω χωρίς να πατάτε "Reply" προηγουμένως.